Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [19940-19960]

IDΛήμμαΕρμηνεία
19066ευτραπελία[εὐτραπελία] ευ-τρα-πε-λί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ευτράπελου. Πβ. φιλοπαιγμοσύνη. [< αρχ. εὐτραπελία]
19067ευτράπελος, η, ο [εὐτράπελος] ευ-τρά-πε-λος επίθ. (λόγ.): που προκαλεί γέλιο ή γίνεται γελοίος, αστείος: ~η: ιστορία. ~ο: περιστατικό. ~ες: καταστάσεις (= κωμικές). Πβ. εύθυμος, ιλαρός, φαιδρός. ● Ουσ.: ευτράπελα (τα): αστεία συμβάντα: ανέκδοτα και ~. Τα ~ της βραδιάς/της υπόθεσης.|| Το ~ο είναι ότι ... [< αρχ. εὐτράπελος]
19068ευτραφής, ής, ές [εὐτραφής] ευ-τρα-φής επίθ. {ευτραφ-ούς | -είς (ουδ. -ή)· ευτραφέστ-ερος, -ατος} (λόγ.-ευφημ.): παχουλός: ~ής: κύριος. Πβ. γεμάτος, εύσαρκος, εύσωμος, καλοθρεμμένος, στρουμπουλός, σωματώδης, τροφαντός, χοντρός. [< αρχ. εὐτραφής]
19069ευτροφικός, ή, ό [εὐτροφικός] ευ-τρο-φι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΛ. (για υδάτινο οικοσύστημα) που εμφανίζει το φαινόμενο του ευτροφισμού ή σχετίζεται με αυτό: ~ή: λίμνη. ~ές: συνθήκες. Βλ. δυσ-, μεσο-τροφικός. ΑΝΤ. ολιγοτροφικός [< αγγλ. eutrophic, 1928, γαλλ. eutrophique]
19070ευτροφισμός[εὐτροφισμός] ευ-τρο-φι-σμός ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΛ. (για υδάτινο οικοσύστημα) που έχει υπερφορτωθεί με απορροές θρεπτικών στοιχείων, με αποτέλεσμα τη μαζική ανάπτυξη φωτοσυνθετικών οργανισμών, την αυξημένη κατανάλωση οξυγόνου και τη δημιουργία συνθηκών ασφυξίας για τους ζωικούς οργανισμούς: ανθρωπογενής/φυσικός ~ παράκτιων υδάτων. Ο ~ διαταράσσει τη βιοποικιλότητα. Βλ. -ισμός. [< αγγλ. eutrophication, 1947, γαλλ. eutrophisation, περ. 1970]
19071ευτύχημα[εὐτύχημα] ευ-τύ-χη-μα ουσ. (ουδ.): ευνοϊκή, ευτυχής περίσταση: Ήταν ~ που δεν θρηνήσαμε ανθρώπινες ζωές. Το ~ είναι ότι ... (= το ευχάριστο, ΑΝΤ. α-, δυσ-τύχημα). Θα ήταν ~ (= ευχής έργο) αν υπήρχε ομοφωνία. Πβ. ευ-, καλο-τυχία. Βλ. α-, δυσ-, κακο-τυχία. [< αρχ. εὐτύχημα ‘καλή έκβαση, επιτυχία’]
19072ευτυχής, ής, ές [εὐτυχής] ευ-τυ-χής επίθ. {ευτυχ-ούς | -είς (ουδ. -ή)· ευτυχέστ-ερος, -ατος} (λόγ.) 1. (για πρόσ.) ευτυχισμένος· ευχαριστημένος: ~ής: πατέρας. ~ής: μητέρα. ~ές: ζευγάρι. ~είς: γονείς (κυρ. λόγω της γέννησης μωρού). Ικανοποιημένοι/χαρούμενοι και ~είς.|| Θα είμαστε ~είς να σας βοηθήσουμε. Είμαι ~ για την εμπιστοσύνη σας/με τις επιλογές μου/που βρίσκομαι κοντά σας. Βλ. παν~. ΑΝΤ. δυστυχής (1) 2. που φέρνει ευτυχία ή χαρακτηρίζεται από αυτή: ~ής: ημέρα/στιγμή/συγκυρία/σύμπτωση/συνάντηση. ~ές: γεγονός. Βρίσκομαι στην ~ή (= ευχάριστη) θέση να σας ανακοινώσω ότι ...|| (ευχετ.) ~ή: γενέθλια. Πβ. καλότυχος. Βλ. ατυχής. 3. που έχει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα: ~ής: κατάληξη. ~ές: τέλος. Πβ. αίσιος.|| ~ής: επιλογή. Είχε την ~ή έμπνευση να ... Πβ. επιτυχημένος. ΑΝΤ. ανεπιτυχής ● ΦΡ.: αίσιο(ν) και ευτυχές το νέο(ν) έτος βλ. έτος ● βλ. ευτυχώς [< 1: αρχ. εὐτυχής ‘αυτός που έχει επιτυχία, καλότυχος’, γαλλ. heureux 2,3: αγγλ. happy]
19073ευτυχία[εὐτυχία] ευ-τυ-χί-α ουσ. (θηλ.) 1. εξαιρετικά ευχάριστη κατάσταση που προκαλείται από θετικά συμβάντα, χαρές· συνεκδ. οτιδήποτε την προκαλεί: ανείπωτη/ατομική/οικογενειακή/προσωπική ~. Η αναζήτηση/το κλειδί/το κυνήγι/το μυστικό της ~ας. Στιγμές ~ας. Η ~ βρίσκεται σε απλά, καθημερινά πράγματα. Θα σταθεί εμπόδιο στην ~ τους. Τι ~ να σας έχω δίπλα μου! (ευχετ.) Καλά στέφανα/χρόνια πολλά και κάθε ~! Πβ. ευδαιμονία.|| Πιστοί και καλοί φίλοι που μοιράζονται την ~ μας. Το παιδί της είναι η ~ της. ΑΝΤ. δυστυχία (1) 2. καλή τύχη, ευνοϊκή συγκυρία ή αίσια εξέλιξη των πραγμάτων: Είχε την ~ να ... Πβ. ευτύχημα, καλοτυχία. ● ΦΡ.: πλέει σε πελάγη ευτυχίας βλ. πέλαγος [< 1: αρχ. εὐτυχία ‘επιτυχία, καλοτυχία’ 2: γαλλ. bonheur]
19074ευτυχισμένος, η, ο [εὐτυχισμένος] ευ-τυ-χι-σμέ-νος επίθ. ΑΝΤ. δυστυχισμένος 1. που αισθάνεται ευτυχία: ~η: οικογένεια. ~ο: ζευγάρι. Νιώθει/χαμογελάει ~. Έζησε/πέθανε ~. (ευχετ.) Πολύχρονη και πάντα ~η. Πβ. ευχαριστη-, ικανοποιη-μένος, τρισ~. ΣΥΝ. ευτυχής (1) 2. που χαρακτηρίζεται από ευχάριστα γεγονότα ή καταστάσεις: ~ος: γάμος. ~ες: μέρες/στιγμές. Η πιο ~η περίοδος της ζωής μου. ~η και αρμονική συμβίωση. (ευχετ.) ~ο το νέο έτος! ΣΥΝ. ευτυχής (2) ● επίρρ.: ευτυχισμένα [< αρχ. μτχ. παθ. παρακ. του ρ. εὐτυχῶ, κατά το δυστυχίζω > δυστυχισμένος, γαλλ. heureux, αγγλ. happy]
19075ευτυχώ[εὐτυχῶ] ευ-τυ-χώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ευτυχ-είς ... | ευτύχ-ησα, -ήσει, -ώντας} 1. είμαι ευτυχισμένος, καλότυχος: Δεν ~ησε στην προσωπική ζωή του. (ευχετ.-σε γάμο) Να ζήσετε και να ~ήσετε. Πβ. ευημερώ. ΑΝΤ. δυστυχώ 2. έχω την τύχη· πετυχαίνω, ευστοχώ: ~ησα (= είχα την ευτυχία) να έχω καλούς φίλους. Δεν ~ησε να σκοράρει.|| Το θεατρικό έργο (δεν) ~ησε στις κινηματογραφικές μεταφορές του. ΑΝΤ. αποτυγχάνω, ατυχώ. [< 1: αρχ. εὐτυχῶ 2: γαλλ. avoir la chance]
19076ευτυχώς[εὐτυχῶς] ευ-τυ-χώς επίρρ.: (για να δηλωθεί χαρά ή ικανοποίηση από θετικό αποτέλεσμα, αίσια έκβαση) για καλή (μου) τύχη: ~, πήγαν όλα καλά/τα κατάφερα (πβ. επιτέλους). -Χτύπησες; -~, όχι! -Πρόλαβες; -Ναι, ~! ΑΝΤ. δυστυχώς ● βλ. ευτυχής [< αρχ. εὐτυχῶς, γαλλ. heureusement]
19077ευυπόληπτος, η, ο [εὐυπόληπτος] ευ-υ-πό-λη-πτος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που έχει καλή φήμη, τον υπολήπτονται: ~ος: κύριος (= χαίρει εκτιμήσεως). ~η: κοινωνία/οικογένεια. ~οι: πολίτες. Πβ. αξιόπιστος, φερέγγυος. ΑΝΤ. ανυπόληπτος [< μτγν. εὐυπόληπτος ‘που σηκώνεται εύκολα, ελαφρύς’, μεσν. ~ ‘που τον έχουν σε υπόληψη’]
19078ευυποληψία [εὐυποληψία] ευ-υ-το-πο-λη-ψί-α ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του ευυπόληπτου. ΑΝΤ. ανυποληψία [< μεσν. εὐυποληψία]
19079ευφάνταστος, η, ο [εὐφάνταστος] ευ-φά-ντα-στος επίθ. (λόγ.): που χαρακτηρίζεται από μεγάλη, ζωηρή φαντασία: ~ος: νους/συγγραφέας. ~η: πλοκή. ~ες: δημιουργίες/ιδέες/λύσεις. ~α: κοστούμια/σκηνικά. ΣΥΝ. μεγαλοφάνταστος. Πβ. επινοητικός, ευρηματικός.|| (μειωτ.) ~ες: δικαιολογίες. ~α: σενάρια. (ως ουσ.) Κάποιοι ~οι πίστεψαν ότι ... Πβ. φαντασιόπληκτος. [< μτγν. εὐφάνταστος]
19080ευφημισμός[εὐφημισμός] ευ-φη-μι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΛ. σχήμα λόγου κατά το οποίο χρησιμοποιείται λέξη ή φράση με θετική σημασία αντί για άλλη, που δηλώνει κάτι αρνητικό, δυσάρεστο ή μη αποδεκτό, π.χ. "γλυκάδι" αντί "ξίδι", "σωφρονιστικό κατάστημα" αντί "φυλακή", "άτομα με ειδικές ικανότητες" αντί "άτομα με αναπηρίες". Βλ. πολιτική ορθότητα, -ισμός. ● ΦΡ.: κατ' ευφημισμό(ν) (επίσ.): για κάτι που λέγεται ευφημιστικά, χωρίς όμως να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα: ~ ~ καλλιτέχνης (: χωρίς να το αξίζει, ατάλαντος). [< μτγν. εὐφημισμός, γαλλ. euphémisme, αγγλ. euphemism]
19081ευφημιστικός, ή, ό [εὐφημιστικός] ευ-φη-μι-στι-κός επίθ. (λόγ.): που λέγεται ή χρησιμοποιείται ως ευφημισμός: ~ός: όρος. ~ή: ονομασία. ● επίρρ.: ευφημιστικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γαλλ. euphémique, αγγλ. euphemistic]
19082εύφημος, ος/η, ο [εὔφημος] εύ-φη-μος επίθ. (λόγ.): εγκωμιαστικός. ● επίρρ.: εύφημα & (συχνότ. λόγ.) ευφήμως: ~ως γνωστός. ● ΣΥΜΠΛ.: εύφημη/εύφημος μνεία 1. τιμητική διάκριση: Απέσπασε ~o ~ για την προσφορά του. Βλ. βραβείο, έπαινος. 2. μνημόνευση ανθρώπων ή γεγονότων ως απότιση φόρου τιμής. [< αρχ. εὔφημος]
19083εύφλεκτος, η, ο [εὔφλεκτος] εύ-φλε-κτος επίθ. 1. που μπορεί να πάρει εύκολα φωτιά: ~ες: ουσίες. ~α: προϊόντα/υγρά/υλικά. ~α: (τοξικά) αέρια. Βλ. βενζίνη, οινόπνευμα, υδρογόνο. ΑΝΤ. άφλεκτος, δύσφλεκτος 2. (μτφ.) που βρίσκεται σε αναταραχή, έκρυθμος: ~η: κατάσταση (= εκρηκτική)/περιοχή. [< 1: αρχ. εὔφλεκτος, γαλλ. inflammable]
19085ευφορία[εὐφορία] ευ-φο-ρί-α ουσ. (θηλ.) 1. γονιμότητα του εδάφους· ευημερία: ~ της γης. Πβ. ευγονία, ευκαρπία, καρποφορία. Βλ. -φορία.|| (μτφ.) Οικονομική/χρηματιστηριακή ~. ΑΝΤ. αφορία 2. αίσθημα μεγάλης χαράς, ενθουσιασμού και ευεξίας: πνευματική/ψυχική ~. Ατμόσφαιρα/κλίμα/κύμα ~ας. Η είδηση προκάλεσε ~. Μέσα στη γενική ~, ... Πβ. αγαλλίαση, ψυχική ανάταση.|| Σε κατάσταση ~ας. ΑΝΤ. δυσφορία (1) [< 1: μτγν. εὐφορία 2: μτγν. ~, γαλλ. euphorie, αγγλ. euphoria]
19086ευφορικός, ή, ό [εὐφορικός] ευ-φο-ρι-κός επίθ.: που δημιουργεί ευφορία ή σχετίζεται με αυτή: ~ή: διάθεση/κατάσταση.|| ~ές: ουσίες (: που προκαλούν τεχνητή ευφορία). ΑΝΤ. δυσφορικός [< γαλλ. euphorique, αγγλ. euphoric]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.