| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 19087 | εύφορος | , η, ο [εὔφορος] εύ-φο-ρος επίθ.: γόνιμος: ~ος: τόπος (ΑΝΤ. άγονος). ~η: γη/πεδιάδα. ~ο: χώμα. ~ες: εκτάσεις. ~α: χωράφια. Πβ. καρπερός, καρποφόρος, παραγωγικός.|| (μτφ.) ~ο: περιβάλλον εργασίας (= αποδοτικό, δημιουργικό). ● ΣΥΜΠΛ.: πρόσφορο/γόνιμο/εύφορο έδαφος/κλίμα/πεδίο βλ. έδαφος [< αρχ. εὔφορος] | |
| 19089 | ευφραδής | , ής, ές [εὐφραδής] ευ-φρα-δής επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που έχει ευφράδεια: ~ής: ηγέτης/ομιλητής/συζητητής. Πβ. καλλιεπής. ΣΥΝ. εύγλωττος (2) ● επίρρ.: ευφραδώς [-ῶς] [< μτγν. εὐφραδής ‘που εκφράζεται με γλαφυρότητα’] | |
| 19090 | ευφραίνω | [εὐφραίνω] ευ-φραί-νω ρ. (μτβ.) {εύφραν-ε, ευφράν-θηκα} (λόγ.): τέρπω: Τοπίο που ~ει την ψυχή και τις αισθήσεις. ● Παθ.: ευφραίνομαι: νιώθω μεγάλη χαρά. ΣΥΝ. αγαλλιάζω ● ΦΡ.: οίνος ευφραίνει καρδίαν ανθρώπου βλ. οίνος [< αρχ. εὐφραίνω] | |
| 19091 | ευφραντικός | , ή, ό [εὐφραντικός] ευ-φρα-ντι-κός επίθ. (λόγ.): που ευφραίνει: ~ή: μελωδία/οσμή. Πβ. απολαυστικός, τερπνός. ● Ουσ.: ευφραντικά (τα): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ύλες που δημιουργούν με το άρωμα και τη γεύση τους ευχάριστο αίσθημα και διεγείρουν το πεπτικό σύστημα. Βλ. αλκοολούχα (ποτά), αρτύματα, αφέψημα. [< μτγν. εὐφραντικός] | |
| 19092 | ευφροσύνη | [εὐφροσύνη] ευ-φρο-σύ-νη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): (κυρ. σε εκκλησιαστικά κείμενα) μεγάλη, βαθιά χαρά: πνευματική/ψυχική ~. Στιγμές κατάνυξης και ~ης. Πβ. αγαλλίαση, ευχαρίστηση, τέρψη. Βλ. -οσύνη. [< αρχ. εὐφροσύνη] | |
| 19093 | ευφρόσυνος | , η, ο [εὐφρόσυνος] ευ-φρό-συ-νος επίθ. (λόγ.): (κυρ. σε εκκλησιαστικά κείμενα) που προκαλεί ή δηλώνει ευφροσύνη: ~ος: ύμνος. ~η: ατμόσφαιρα/διάθεση. ~ο: αίσθημα/γεγονός/μήνυμα. Πβ. χαρμόσυνος, χαροποιός. Βλ. ευχάριστος, τερπνός. [< μτγν. εὐφρόσυνος] | |
| 19094 | ευφυής | , ής, ές [εὐφυής] ευ-φυ-ής επίθ. {ευφυέστ-ερος, -ατος}: που έχει ευφυΐα· πολύ έξυπνος: (για πρόσ.) ~είς: μαθητές. Είναι επικίνδυνα ~. Πβ. αγχίνους, εύστροφος, οξύνους. Βλ. ιδιο-, μεγαλο-φυής.|| ~ής: ιδέα/λύση. ~ές: σχέδιο/χιούμορ.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~είς: πράκτορες. ~ή: συστήματα (βλ. τεχνητή νοημοσύνη). Πβ. νοήμων. ● επίρρ.: ευφυώς [-ῶς] [< αρχ. εὐφυής, αγγλ. intelligent] | |
| 19095 | ευφυΐα | [εὐφυΐα] ευ-φυ-ΐ-α ουσ. (θηλ.) 1. μεγάλη εξυπνάδα, υψηλή νοημοσύνη: ανθρώπινη/ανώτερη/επιχειρηματική/καλλιτεχνική/πολιτική/στρατιωτική ~. Βαθμός ~ας. Διακρίνεται/ξεχωρίζει/φημίζεται για την ~ του. Δεν χρειάζεται ~ για να καταλήξεις στο αυτονόητο. Πβ. αγχίνοια, ευστροφία, οξύνοια. Βλ. -φυΐα. ΑΝΤ. ανοησία (1) 2. ευφυές άτομο: Είναι μαθηματική ~/~ στους υπολογιστές. Πβ. διάνοια, ιδιο-, μεγαλο-φυΐα, μυαλό. ● ΣΥΜΠΛ.: δείκτης νοημοσύνης βλ. νοημοσύνη, νοητικό πηλίκο βλ. πηλίκο, συναισθηματική νοημοσύνη βλ. νοημοσύνη, τεστ νοημοσύνης βλ. νοημοσύνη, τεχνητή νοημοσύνη/ευφυΐα βλ. νοημοσύνη ● ΦΡ.: έχει την ευφυΐα (να κάνει κάτι): ενεργεί με τον πιο έξυπνο, σωστό τρόπο: Είχε ~ να αποφύγει τις παγίδες. [< αρχ. εὐφυΐα] | |
| 19096 | ευφυολόγημα | [εὐφυολόγημα] ευ-φυ-ο-λό-γη-μα ουσ. (ουδ.) {ευφυολογήμ-ατα} & ευφυολογία (η) (απαιτ. λεξιλόγ.) : έξυπνο αστείο: ~ατα και αστεϊσμοί. Πβ. χαριτολόγημα.|| (ειρων.) Άσε τα ~ατα (= εξυπνάδες, φληναφήματα)! | |
| 19097 | ευφυολόγος | [εὐφυολόγος] ευ-φυ-ο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): πρόσωπο που λέει ευφυολογήματα. Πβ. χαριτολόγος. Βλ. -λόγος. | |
| 19098 | ευφωνία | [εὐφωνία] ευ-φω-νί-α ουσ. (θηλ.): ευχάριστο ακουστικό αίσθημα που δημιουργείται από την αρμονική διαδοχή φθόγγων και λέξεων. Βλ. -φωνία. ΑΝΤ. κακοφωνία (1) ● ΦΡ.: για λόγους/(λόγ.) χάριν ευφωνίας: για εύηχη προφορά· για να αποφευχθεί η χασμωδία: (ΓΡΑΜΜ.) Το "ν" μπροστά από "χ" τρέπεται σε "γ" ~ ~ (σὺν + χωρῶ > συνχωρῶ).|| Όταν η λέξη αρχίζει από φωνήεν, το στερητικό "α" γίνεται "αν~ ~ "(ἀν-ίερος). [< μτγν. εὐφωνία, γαλλ. euphonie, αγγλ. euphony] | |
| 19099 | ευφωνικός | , ή, ό [εὐφωνικός] ευ-φω-νι-κός επίθ.: ΓΡΑΜΜ. που συμβάλλει στην ευφωνία: Το ~ό "ν" (π.χ. "Άγιον Όρος" αντί "Άγιο Όρος"). Βλ. -φωνικός. [< γαλλ. euphonique, αγγλ. euphonic] | |
| 19100 | ευφώνιο | ευ-φώ-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΜΟΥΣ. χάλκινο πνευστό μουσικό όργανο που μοιάζει με τούμπα. [< αγγλ. euphonium < euphōnos (εὔφωνος) + -ium, κατά το harmonium] | |
| 19101 | εύχαρις | , ις, ι [εὔχαρις] εύ-χα-ρις επίθ. (αρχαιοπρ.): πρόσχαρος. [< αρχ. εὔχαρις] | |
| 19102 | ευχαριστημένος | , η, ο [εὐχαριστημένος] ευ-χα-ρι-στη-μέ-νος επίθ.: ικανοποιημένος, χαρούμενος: Είσαι ~ με τη δουλειά/τον εαυτό σου; Είμαι ~ που τα κατάφερα! Δήλωσε (απόλυτα/πολύ) ~ από το αποτέλεσμα/τους παίκτες. Δεν είναι (καθόλου) ~οι έτσι όπως εξελίχθηκαν τα πράγματα. Βλ. υπερ~. ΑΝΤ. δυσαρεστημένος ● βλ. ευχαριστιέμαι [< μεσν. ευχαριστημένος, μτχ. παθ. παρακ. του ρ. εὐχαριστῶ] | |
| 19103 | ευχαριστήριος | , α/ος, ο [εὐχαριστήριος] ευ-χα-ρι-στή-ρι-ος επίθ.: που εκφράζει ευχαριστίες: ~ος: λόγος. ~α: ανακοίνωση/δήλωση/κάρτα. ~ο: γράμμα/δώρο/μήνυμα. ~ες: ευχές. || (ΕΚΚΛΗΣ.) ~α/ος: δέηση/δοξολογία. Βλ. -τήριος. ● Ουσ.: ευχαριστήρια (τα): ευχαριστίες: θερμά ~., ευχαριστήριο (το): ενν. κείμενο ή επιστολή: ~ του δήμου προς την Πυροσβεστική Υπηρεσία/για την ανθρωπιστική βοήθεια. Βλ. -τήριο. [< μτγν. εὐχαριστήριος] | |
| 19104 | ευχαρίστηση | [εὐχαρίστηση] ευ-χα-ρί-στη-ση ουσ. (θηλ.): συναίσθημα χαράς που προκαλείται από την ικανοποίηση αναγκών ή επιθυμιών: εσωτερική/πνευματική/προσωπική/ψυχική ~. Στιγμές/χαμόγελο ~ης. Η δημιουργία/το παιχνίδι δίνει/είναι/προσφέρει ~. Θα είναι ~ή μου (= χαρά μου) να σας εξυπηρετήσω! Βρίσκει ~ σε απλά πράγματα. Διαβάζω μόνο για ~ (πβ. χόμπι). Δεν είναι από τις ταινίες που βλέπεις με ~ (= ευχάριστα). Δέχομαι με ~ (= ευχαρίστως, μετ' ~ήσεως) τον αντίλογο/την κριτική. Πβ. αγαλλίαση, απόλαυση, ευαρέσκεια, ευφροσύνη, ικανοποίηση, τέρψη. ΑΝΤ. δυσαρέσκεια ● ΦΡ.: ό,τι έχετε ευχαρίστηση (κυρ. από πρόσ. που ζητά ελεημοσύνη ή κάνει έρανο): (δώστε) όσα χρήματα επιθυμείτε. [< μεσν. ευχαρίστησις, γαλλ. plaisir] | |
| 19105 | ευχαριστία | [εὐχαριστία] ευ-χα-ρι-στί-α ουσ. (θηλ.) {ευχαριστιών, συνήθ. στον πληθ.}: έκφραση οφειλόμενης ευγνωμοσύνης: σε/ως ένδειξη ~ας. Εξέφρασε τις δημόσιες/εγκάρδιες/ειλικρινείς ~ες του σε/προς όλους τους εθελοντές. Δεχτείτε τις θερμές μου ~ες! Απηύθυνε ~ες. Μετέφερε τις ~ες του Προέδρου. (Οφείλω/χρωστώ) πολλές ~ες σε όσους βοήθησαν! ΣΥΝ. ευχαριστώ ● ΣΥΜΠΛ.: Θεία Ευχαριστία: ΕΚΚΛΗΣ. Θεία Κοινωνία: το μυστήριο της ~ας ~ας (= Θεία Μυσταγωγία)., Επιλύχνιος Ευχαριστία βλ. επιλύχνιος [< αρχ. εὐχαριστία, γαλλ. remerciement] | |
| 19106 | ευχαριστιακός | , ή, ό [εὐχαριστιακός] ευ-χα-ρι-στι-α-κός επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ. που αναφέρεται στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας ή γενικότ. στην έκφραση ευχαριστίας προς τον Θεό: ~ός: άρτος (= πρόσφορο). ~ή: εκκλησιολογία/κοινότητα/νηστεία/προσευχή/σύναξη. ~ό: ήθος. ● επίρρ.: ευχαριστιακά | |
| 19107 | ευχαριστιέμαι | [εὐχαριστιέμαι] ευ-χα-ρι-στιέ-μαι ρ. (μτβ.) {ευχαριστ-ήθηκα, -ημένος} & ευχαριστούμαι {ευχαριστείσαι ...} & (προφ.) φχαριστιέμαι: νιώθω ευχαρίστηση· χαίρομαι, απολαμβάνω: ~ να μιλάω μαζί του. Είναι τόσο ωραίο βιβλίο, που ~ιέσαι να το διαβάζεις! Δεν ~ιέται (= ικανοποιείται) με τίποτα. ~ήθηκα ύπνο/φαγητό. ~ήθηκα που τον είδα. Πβ. αγαλλιάζω.|| (με χαιρεκακία:) Καλά να πάθει! (Πολύ) το ~ήθηκα! Βλ. κατ~. ● βλ. ευχαριστημένος [< αρχ. εὐχαριστοῦμαι, γαλλ. jouir] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ