-αρία επίθημα θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνει: 1. (επιτατ.) σύνολο, κυρ. προσώπων, συνήθ. με αρνητικά χαρακτηριστικά και κατ' επέκτ. την αντίστοιχη ιδιότητα: (μειωτ.) αλητ~/κουρελ~/λετσ~/μπασκλασ~.|| (γενικότ. για κατάσταση ή αντικείμενα:) Kιτσ~ (πβ. -αριό)/παλιατσ~.|| (χωρ. αρνητ. σημ.) Πιτσιρικ~.|| (μειωτ.) Κοκετ~/σνομπ~.2. κατάστημα που προσφέρει κυρ. ποτό ή φαγητό: μπιρ~/πιτσ~. Βλ. -ερία.3. κατασκευή ή χώρο: τζαμ~/τραπεζ~.
-αριά<sup>1</sup> (περιληπτ.): επίθημα θηλυκών ουσιαστικών που παράγονται από απόλυτα αριθμητικά και δηλώνουν κατά προσέγγιση υπολογισμό αριθμού, ποσότητας, ηλικίας: Φέρε καμιά εικοσ~ κομμάτια (πβ. -άρης -άρα -άρι). Είναι καμιά πενηντ~ (ενν. χρονών).
-αριά<sup>2</sup> επίθημα για την παραγωγή θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνουν 1. όργανο ή συσκευή που έχει σχέση με ό,τι εκφράζει η πρωτότυπη λέξη: (ζύγι) ζυγ~/(κλειδί) κλειδ~/(ψήστης) ψηστ~. Βλ. -ιέρα, -τρα.2. (περιληπτ.) σύνολο: κληματ~/κουκουν~/συκωτ~.
-ερία
-ερία(σπάν.): επίθημα θηλυκών ουσιαστικών∙ δηλώνει κατάστημα που προσφέρει κυρ. ροφήματα ή φαγητό: καφετ~ (συχνότ. καφετ-έρια)/τσαγ~ (πβ. -ερί). Σπαγγετ~.