Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 3 εγγραφές  [1-3]


  • -κόπος επίθημα ουσιαστικών με αναφορά σε πρόσωπο που 1. (συνήθ. με αρνητ. συνυποδ.) συνηθίζει να κάνει κάτι με ένταση, υπερβολικά: γλεντο~/χαρο~. 2. ασχολείται με την κοπή, κυρ. δέντρων: ξυλο~.
  • -κοπος<sup>1</sup> , η, ο (λόγ.): επίθημα με αναφορά στην κοπή: δί~.|| (μτφ.) Νεό~.
  • -κοπος<sup>2</sup> , η, ο: επίθημα που αναφέρεται στην κόπωση: ά~/κατά~.