-δοτώ (επίσ.): επίθημα ρημάτων με τη σημασία του παρέχω, δίνω: γνωμο~/επι~/ηλεκτρο~/κληρο~/μισθο~/πλειο~/πριμο~/συνταξιo~/χρηματο~. Βλ. -δοσία, -δότης, -δότηση.
αιμοδοτώ [αἱμοδοτῶ] αι-μο-δο-τώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {αιμοδοτ-είς ..., -ώντας | αιμοδότ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί} (επίσ.) 1. (μτφ.) παρέχω πόρους, ενισχύω, εμπλουτίζω: Ο τουρισμός ~εί την οικονομία. Το ταμείο ~είται από τον κρατικό προϋπολογισμό. Βλ. αιμορραγώ.|| Νέοι ηθοποιοί που ~ούν το θέατρο (βλ. νέο αίμα).2. (σπανιότ.) δίνω αίμα: Δεν μπορεί να ~ήσει για λόγους υγείας. Βλ. -δοτώ. [< γαλλ. donner de sang]
αναχρηματοδοτώ [ἀναχρηματοδοτῶ] α-να-χρη-μα-το-δο-τώ ρ. (μτβ.) {αναχρηματοδοτ-είς ... | αναχρηματοδότ-ησε, -είται, -ήθηκε}: ΟΙΚΟΝ. χορηγώ νέο δάνειο για εξόφληση παλαιότερου χρέους και γενικότ. χρηματοδοτώ εκ νέου: ~ δανεισμό. [< αγγλ. refund]
γνωμοδοτώ [γνωμοδοτῶ] γνω-μο-δο-τώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {γνωμοδοτ-εί, -ώντας | γνωμοδότ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, σπάν. παθ.} (κυρ. ΝΟΜ.): διατυπώνω έγκυρη γνώμη ως αρμόδιος: Το Συμβούλιο της Επικρατείας ~ησε ότι/(θετικά) για ... Πβ. αποφαίνομαι, γνωματεύω. Βλ. -δοτώ. [< μτγν. γνωμοδοτῶ]
δανειοδοτώ [δανειοδοτῶ] δα-νει-ο-δο-τώ ρ. (μτβ.) {δανειοδοτ-εί, -ώντας, (λόγ.) μτχ. θηλ. -ούσα | δανειοδότ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος} (επίσ.): ΟΙΚΟΝ. παρέχω δάνειο: Η τράπεζα ~εί τις επιχειρήσεις/τους πελάτες της. Η εταιρεία ~ήθηκε με ευνοϊκούς όρους. Βλ. -δοτώ.
δικαιοδοτώ [δικαιοδοτῶ] δι-και-ο-δο-τώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {δικαιοδοτ-εί ... | δικαιοδότ-ησε, -είται} (επίσ.) 1. απονέμω δικαιοσύνη, εκδίδω δικαστική απόφαση: Οι δικαστές οφείλουν να ~ούν με υψηλό αίσθημα ευθύνης. Βλ. -δοτώ.2. παραχωρώ βάσει νόμου τη δυνατότητα σε κάποιον να κάνει κάτι: Το Συμβούλιο ~ησε την Επιτροπή να προχωρήσει σε διαπραγματεύσεις με ... Ο εισαγγελέας ~είται να διατάξει τη διερεύνηση της υπόθεσης. [< 1: μτγν. δικαιοδοτῶ]
εξουσιοδοτώ [ἐξουσιοδοτῶ] ε-ξου-σι-ο-δο-τώ ρ. (μτβ.) {εξουσιοδοτ-είς ..., -ώντας, λόγ. μτχ. -ών, -ούσα | εξουσιοδότ-ησα, -ήσει, -ούμαι, -ήθηκα, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος, -ώντας}: δίνω εξουσιοδότηση σε κάποιον: Τον ~ησε εν λευκώ να χειριστεί το θέμα. Το Διοικητικό Συμβούλιο ~ήθηκε για την υπογραφή της σύμβασης. Η ~ούσα Αρχή. Βλ. -δοτώ. [< γαλλ. autoriser]
επιδοτώ [ἐπιδοτῶ] ε-πι-δο-τώ ρ. (μτβ.) {επιδοτ-εί, -ώντας | επιδότ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, (σπάν.) -ημένος} : δίνω επιδότηση για την προώθηση μιας δραστηριότητας· ενισχύω χρηματικά μια κοινωνικά και οικονομικά ευαίσθητη ομάδα: Προγράμματα που ~ούν τις νέες τεχνολογίες (πβ. χρηματοδοτώ). Το ελαιόλαδο ~είται από την Ευρωπαϊκή Ένωση. ~ούνται άτομα με ειδικές ανάγκες/μικρομεσαίες επιχειρήσεις/με ... ευρώ οι νέοι ελεύθεροι επαγγελματίες. ~ούμενη: ανεργία. ~ούμενα προγράμματα/στεγαστικά δάνεια. Πβ. επιχορηγώ, πριμοδοτώ. Βλ. -δοτώ. [< αγγλ. subsidize, γαλλ. subventionner]
εργοδοτώ [ἐργοδοτώ] ερ-γο-δο-τώ ρ. (μτβ.) {εργοδοτ-εί ..., -ώντας | εργοδότ-ησε, -ούμαι, -ήθηκε, -ώντας, -ούμενος}: (κυρ. στην Κύπρο, για φυσικό ή νομικό πρόσωπο) προσλαμβάνω και μισθοδοτώ προσωπικό: ~είται από επιχείρηση. ~ούμενος με εργασία ορισμένου χρόνου. [< μτγν. ἐργοδοτῶ ‘αναθέτω κάποιο έργο’
ηλεκτροδοτώ [ἠλεκτροδοτῶ] η-λε-κτρο-δο-τώ ρ. (μτβ.) {ηλεκτροδοτ-εί, -ώντας | ηλεκτροδότ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος}: εγκαθιστώ δίκτυο διανομής ηλεκτρικού ρεύματος και κατ' επέκτ. παρέχω ηλεκτρικό ρεύμα: ~ήθηκαν δεκάδες απομακρυσμένα χωριά. Πβ. ηλεκτροφωτίζω.|| Το υδροηλεκτρικό εργοστάσιο ~εί όλο τον νομό. Σταθμός που ~εί νοικοκυριά/σπίτια. Η περιοχή ~είται με αιολική ενέργεια. ~ούμενη: γραμμή. Βλ. -δοτώ. [< γαλλ. électrifier]
κληροδοτώ [κληροδοτῶ] κλη-ρο-δο-τώ ρ. (μτβ.) {κληροδοτ-είς ..., -ώντας | κληροδότ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος} 1. ΝΟΜ. παραχωρώ κληροδότημα: ~ησε (= άφησε, έγραψε) τα ακίνητά/τα βιβλία/την περιουσία/τα χρήματά του στο Δημόσιο/στην Εκκλησία/στο Κράτος/στα παιδιά του. Βλ. -δοτώ.2. (μτφ.) παραδίδω στους μεταγενέστερους: ~ησε το έργο του στην ανθρωπότητα. Η πνευματική κληρονομιά που μας ~ήθηκε από τις προηγούμενες γενιές. ~ημένη: πείρα.|| Τα προβλήματα που μας έχει ~ήσει το παρελθόν. ΑΝΤ. κληρονομώ.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ημένο λογισμικό/σύστημα (: που συνεχίζει να χρησιμοποιείται, αν και συνήθ. δεν ανταποκρίνεται σε σύγχρονες απαιτήσεις, γιατί το κόστος αντικατάστασής του είναι μεγάλο). [< μτγν. κληροδοτῶ]
λογοδοτώ [λογοδοτῶ] λο-γο-δο-τώ ρ. (αμτβ.) {λογοδοτ-είς ... | λογοδότ-ησα, -ήσει, -ώντας}: (για υπεύθυνο, κυρ. φορέα εξουσίας) παρουσιάζω λεπτομερή στοιχεία σχετικά με την άσκηση των αρμοδιοτήτων ή των έργων που μου έχουν ανατεθεί, δίνω εξηγήσεις: Ο πρόεδρος ~εί εγγράφως στο συμβούλιο. Οι υπαίτιοι θα κληθούν να ~ήσουν για τα εγκλήματά τους/την τραγωδία στη δικαιοσύνη (: θα παραπεμφθούν σε δίκη). Πβ. δικαιολογώ. Βλ. -δοτώ. ΣΥΝ. απολογούμαι (2), δίνω (σε κάποιον) λογαριασμό, δίνω λόγο (1) [< γαλλ. rendre compte]
μισθοδοτώ [μισθοδοτῶ] μι-σθο-δο-τώ ρ. (μτβ.) {μισθοδοτ-εί ... | μισθοδότ-ησε, μισθοδοτ-είται, -ήθηκε, -ούμενος, -ημένος, -ώντας}: καταβάλλω μισθό σε κάποιον: Η επιχείρησή του ~εί δεκάδες υπαλλήλους. Προσωπικό ~ούμενο από το Δημόσιο. Βλ. -δοτώ. [< αρχ. μισθοδοτῶ]
μοριοδοτώ [μοριοδοτῶ] μο-ρι-ο-δο-τώ ρ. (μτβ.) {μοριοδότ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος, -ώντας}: δίνω μόρια σε κάποιον βάσει ορισμένων κριτηρίων σε διαγωνισμό, εξέταση, θέση εργασίας: ~ούμενα σεμινάρια. ~είται το μεταπτυχιακό/η προϋπηρεσία/η συνυπηρέτηση. Το συμβούλιο ~εί κάθε υπαλλήλο με βάση τη συνολική υπηρεσιακή του εικόνα. Βλ. -δοτώ.
νοηματοδοτώ [νοηματοδοτῶ] νο-η-μα-το-δο-τώ ρ. (μτβ.) {νοηματοδοτ-είς ..., -ώντας | νοηματοδότ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος}: προσδίδω νόημα σε κάποιον/κάτι: H λεζάντα ~εί (= επεξηγεί) την είδηση. Βλ. -δοτώ.
ονοματοδοτώ [ὀνοματοδοτῶ] ο-νο-μα-το-δο-τώ ρ. (μτβ.) {-είς ... | ονοματοδότ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος}: δίνω όνομα σε κάποιον ή σε κάτι: Η οδός θα ~ηθεί εκ νέου. Βλ. -δοτώ.
αιμορραγώ
αιμορραγώ[αἱμορραγῶ] αι-μορ-ρα-γώ ρ. (αμτβ.) {αιμορραγ-εί ... | αιμορράγ-ησε, -ήσει, (λόγ.) μτχ. -ών, -ούσα} 1. έχω αιμορραγία, χάνω μεγάλη ποσότητα αίματος: ~ από τη μύτη/το στόμα. Τραύμα που ~εί. ~ούσε ακατάσχετα.2. (μτφ.) υφίσταμαι σημαντικό πλήγμα, αποδυναμώνομαι: Η εθνική οικονομία ~εί. Οι μικρές βιοτεχνίες ~ούν. Πβ. αιμάσσω. Βλ. αιμοδοτώ. ● ΦΡ.: πληγή που αιμορραγεί (μτφ.): ψυχικό ή συναισθηματικό τραύμα που δεν έχει επουλωθεί και γενικότ. δυσάρεστη κατάσταση που εξακολουθεί να υφίσταται: Ο θάνατος των γονιών του/ο χωρισμός παραμένει γι' αυτόν ~ ~ (= αιμορραγούσα πληγή). [< 1: αρχ. αἱμορραγῶ, πβ. αγγλ. hæmorrhage, 1920]
-δοσία
-δοσία{-δοσιών}: λεξικό επίθημα αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών που σημαίνει κυρ. παροχή ή προσφορά: αιμο~/εργο~/κληρο~/μισθο~/τροφο~.|| (κατ' επέκτ.-αρνητ. συνυποδ.) Ασυ~/προ~. Βλ. -δότης, -δότηση.
-δοτώ
-δοτώ(επίσ.): επίθημα ρημάτων με τη σημασία του παρέχω, δίνω: γνωμο~/επι~/ηλεκτρο~/κληρο~/μισθο~/πλειο~/πριμο~/συνταξιo~/χρηματο~. Βλ. -δοσία, -δότης, -δότηση.
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.