Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 32 εγγραφές  [0-20]


  • -δοτώ (επίσ.): επίθημα ρημάτων με τη σημασία του παρέχω, δίνω: γνωμο~/επι~/ηλεκτρο~/κληρο~/μισθο~/πλειο~/πριμο~/συνταξιo~/χρηματο~. Βλ. -δοσία, -δότης, -δότηση.
  • αδειοδοτώ [ἀδειοδοτῶ] α-δει-ο-δο-τώ ρ. (μτβ.) {αδειοδοτ-εί, (λόγ.) μτχ. θηλ. -ούσα | αδειοδότ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος}: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. (για επίσημο φορέα) δίνω άδεια, επιτρέπω τη λειτουργία: Ο δήμος/η επιτροπή/το συμβούλιο (ελέγχει/επιβλέπει και) ~εί τις κατασκευές/την πραγματοποίηση τεχνικών έργων. ~ούνται έρευνες/εταιρείες. ~ούσα: Αρχή. ~ημένος: πάροχος. ~ημένα: φάρμακα. Βλ. -δοτώ. [< γαλλ. autoriser]
  • αιμοδοτώ [αἱμοδοτῶ] αι-μο-δο-τώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {αιμοδοτ-είς ..., -ώντας | αιμοδότ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί} (επίσ.) 1. (μτφ.) παρέχω πόρους, ενισχύω, εμπλουτίζω: Ο τουρισμός ~εί την οικονομία. Το ταμείο ~είται από τον κρατικό προϋπολογισμό. Βλ. αιμορραγώ.|| Νέοι ηθοποιοί που ~ούν το θέατρο (βλ. νέο αίμα). 2. (σπανιότ.) δίνω αίμα: Δεν μπορεί να ~ήσει για λόγους υγείας. Βλ. -δοτώ. [< γαλλ. donner de sang]
  • ανατροφοδοτώ [ἀνατροφοδοτῶ] α-να-τρο-φο-δο-τώ ρ. (μτβ.) {ανατροφοδοτ-είς ... | ανατροφοδότ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ούμενος, -ημένος} 1. τροφοδοτώ εκ νέου: ~είται ο ανταγωνισμός/το κλίμα οργής (= αναζωπυρώνεται) Συνεχώς ~ούμενος κύκλος βίας. 2. παρέχω ανατροφοδότηση.
  • αναχρηματοδοτώ [ἀναχρηματοδοτῶ] α-να-χρη-μα-το-δο-τώ ρ. (μτβ.) {αναχρηματοδοτ-είς ... | αναχρηματοδότ-ησε, -είται, -ήθηκε}: ΟΙΚΟΝ. χορηγώ νέο δάνειο για εξόφληση παλαιότερου χρέους και γενικότ. χρηματοδοτώ εκ νέου: ~ δανεισμό. [< αγγλ. refund]
  • γνωμοδοτώ [γνωμοδοτῶ] γνω-μο-δο-τώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {γνωμοδοτ-εί, -ώντας | γνωμοδότ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, σπάν. παθ.} (κυρ. ΝΟΜ.): διατυπώνω έγκυρη γνώμη ως αρμόδιος: Το Συμβούλιο της Επικρατείας ~ησε ότι/(θετικά) για ... Πβ. αποφαίνομαι, γνωματεύω. Βλ. -δοτώ. [< μτγν. γνωμοδοτῶ]
  • δανειοδοτώ [δανειοδοτῶ] δα-νει-ο-δο-τώ ρ. (μτβ.) {δανειοδοτ-εί, -ώντας, (λόγ.) μτχ. θηλ. -ούσα | δανειοδότ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος} (επίσ.): ΟΙΚΟΝ. παρέχω δάνειο: Η τράπεζα ~εί τις επιχειρήσεις/τους πελάτες της. Η εταιρεία ~ήθηκε με ευνοϊκούς όρους. Βλ. -δοτώ.
  • δικαιοδοτώ [δικαιοδοτῶ] δι-και-ο-δο-τώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {δικαιοδοτ-εί ... | δικαιοδότ-ησε, -είται} (επίσ.) 1. απονέμω δικαιοσύνη, εκδίδω δικαστική απόφαση: Οι δικαστές οφείλουν να ~ούν με υψηλό αίσθημα ευθύνης. Βλ. -δοτώ. 2. παραχωρώ βάσει νόμου τη δυνατότητα σε κάποιον να κάνει κάτι: Το Συμβούλιο ~ησε την Επιτροπή να προχωρήσει σε διαπραγματεύσεις με ... Ο εισαγγελέας ~είται να διατάξει τη διερεύνηση της υπόθεσης. [< 1: μτγν. δικαιοδοτῶ]
  • εξουσιοδοτώ [ἐξουσιοδοτῶ] ε-ξου-σι-ο-δο-τώ ρ. (μτβ.) {εξουσιοδοτ-είς ..., -ώντας, λόγ. μτχ. -ών, -ούσα | εξουσιοδότ-ησα, -ήσει, -ούμαι, -ήθηκα, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος, -ώντας}: δίνω εξουσιοδότηση σε κάποιον: Τον ~ησε εν λευκώ να χειριστεί το θέμα. Το Διοικητικό Συμβούλιο ~ήθηκε για την υπογραφή της σύμβασης. Η ~ούσα Αρχή. Βλ. -δοτώ. [< γαλλ. autoriser]
  • επιδοτώ [ἐπιδοτῶ] ε-πι-δο-τώ ρ. (μτβ.) {επιδοτ-εί, -ώντας | επιδότ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, (σπάν.) -ημένος} : δίνω επιδότηση για την προώθηση μιας δραστηριότητας· ενισχύω χρηματικά μια κοινωνικά και οικονομικά ευαίσθητη ομάδα: Προγράμματα που ~ούν τις νέες τεχνολογίες (πβ. χρηματοδοτώ). Το ελαιόλαδο ~είται από την Ευρωπαϊκή Ένωση. ~ούνται άτομα με ειδικές ανάγκες/μικρομεσαίες επιχειρήσεις/με ... ευρώ οι νέοι ελεύθεροι επαγγελματίες. ~ούμενη: ανεργία. ~ούμενα προγράμματα/στεγαστικά δάνεια. Πβ. επιχορηγώ, πριμοδοτώ. Βλ. -δοτώ. [< αγγλ. subsidize, γαλλ. subventionner]
  • εργοδοτώ [ἐργοδοτώ] ερ-γο-δο-τώ ρ. (μτβ.) {εργοδοτ-εί ..., -ώντας | εργοδότ-ησε, -ούμαι, -ήθηκε, -ώντας, -ούμενος}: (κυρ. στην Κύπρο, για φυσικό ή νομικό πρόσωπο) προσλαμβάνω και μισθοδοτώ προσωπικό: ~είται από επιχείρηση. ~ούμενος με εργασία ορισμένου χρόνου. [< μτγν. ἐργοδοτῶ ‘αναθέτω κάποιο έργο’
  • ηλεκτροδοτώ [ἠλεκτροδοτῶ] η-λε-κτρο-δο-τώ ρ. (μτβ.) {ηλεκτροδοτ-εί, -ώντας | ηλεκτροδότ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος}: εγκαθιστώ δίκτυο διανομής ηλεκτρικού ρεύματος και κατ' επέκτ. παρέχω ηλεκτρικό ρεύμα: ~ήθηκαν δεκάδες απομακρυσμένα χωριά. Πβ. ηλεκτροφωτίζω.|| Το υδροηλεκτρικό εργοστάσιο ~εί όλο τον νομό. Σταθμός που ~εί νοικοκυριά/σπίτια. Η περιοχή ~είται με αιολική ενέργεια. ~ούμενη: γραμμή. Βλ. -δοτώ. [< γαλλ. électrifier]
  • κινητροδοτώ [κινητροδοτῶ] κι-νη-τρο-δο-τώ ρ. (μτβ.) {κινητροδοτ-ήσει, -είται} (επίσ.): παρέχω συνήθ. οικονομικά κίνητρα: Η πολιτεία/ο νέος νόμος ~εί την επιχειρηματικότητα. Βλ. -δοτώ. [< αγγλ. incentivize, 1960]
  • κληροδοτώ [κληροδοτῶ] κλη-ρο-δο-τώ ρ. (μτβ.) {κληροδοτ-είς ..., -ώντας | κληροδότ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος} 1. ΝΟΜ. παραχωρώ κληροδότημα: ~ησε (= άφησε, έγραψε) τα ακίνητά/τα βιβλία/την περιουσία/τα χρήματά του στο Δημόσιο/στην Εκκλησία/στο Κράτος/στα παιδιά του. Βλ. -δοτώ. 2. (μτφ.) παραδίδω στους μεταγενέστερους: ~ησε το έργο του στην ανθρωπότητα. Η πνευματική κληρονομιά που μας ~ήθηκε από τις προηγούμενες γενιές. ~ημένη: πείρα.|| Τα προβλήματα που μας έχει ~ήσει το παρελθόν. ΑΝΤ. κληρονομώ.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ημένο λογισμικό/σύστημα (: που συνεχίζει να χρησιμοποιείται, αν και συνήθ. δεν ανταποκρίνεται σε σύγχρονες απαιτήσεις, γιατί το κόστος αντικατάστασής του είναι μεγάλο). [< μτγν. κληροδοτῶ]
  • λογοδοτώ [λογοδοτῶ] λο-γο-δο-τώ ρ. (αμτβ.) {λογοδοτ-είς ... | λογοδότ-ησα, -ήσει, -ώντας}: (για υπεύθυνο, κυρ. φορέα εξουσίας) παρουσιάζω λεπτομερή στοιχεία σχετικά με την άσκηση των αρμοδιοτήτων ή των έργων που μου έχουν ανατεθεί, δίνω εξηγήσεις: Ο πρόεδρος ~εί εγγράφως στο συμβούλιο. Οι υπαίτιοι θα κληθούν να ~ήσουν για τα εγκλήματά τους/την τραγωδία στη δικαιοσύνη (: θα παραπεμφθούν σε δίκη). Πβ. δικαιολογώ. Βλ. -δοτώ. ΣΥΝ. απολογούμαι (2), δίνω (σε κάποιον) λογαριασμό, δίνω λόγο (1) [< γαλλ. rendre compte]
  • μειοδοτώ [μειοδοτῶ] μει-ο-δο-τώ ρ. (αμτβ.) {μειοδοτ-εί ... | μειοδότ-ησε, -ήσει, ώντας} 1. προβαίνω σε μειοδοσία. Βλ. -δοτώ. ΑΝΤ. πλειοδοτώ (1), υπερθεματίζω (2) 2. (σπάν.-μτφ.) υποχωρώ, προδίδω συνήθ. τα συμφέροντα της πατρίδας μου.
  • μισθοδοτώ [μισθοδοτῶ] μι-σθο-δο-τώ ρ. (μτβ.) {μισθοδοτ-εί ... | μισθοδότ-ησε, μισθοδοτ-είται, -ήθηκε, -ούμενος, -ημένος, -ώντας}: καταβάλλω μισθό σε κάποιον: Η επιχείρησή του ~εί δεκάδες υπαλλήλους. Προσωπικό ~ούμενο από το Δημόσιο. Βλ. -δοτώ. [< αρχ. μισθοδοτῶ]
  • μοριοδοτώ [μοριοδοτῶ] μο-ρι-ο-δο-τώ ρ. (μτβ.) {μοριοδότ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος, -ώντας}: δίνω μόρια σε κάποιον βάσει ορισμένων κριτηρίων σε διαγωνισμό, εξέταση, θέση εργασίας: ~ούμενα σεμινάρια. ~είται το μεταπτυχιακό/η προϋπηρεσία/η συνυπηρέτηση. Το συμβούλιο ~εί κάθε υπαλλήλο με βάση τη συνολική υπηρεσιακή του εικόνα. Βλ. -δοτώ.
  • νοηματοδοτώ [νοηματοδοτῶ] νο-η-μα-το-δο-τώ ρ. (μτβ.) {νοηματοδοτ-είς ..., -ώντας | νοηματοδότ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος}: προσδίδω νόημα σε κάποιον/κάτι: H λεζάντα ~εί (= επεξηγεί) την είδηση. Βλ. -δοτώ.
  • ονοματοδοτώ [ὀνοματοδοτῶ] ο-νο-μα-το-δο-τώ ρ. (μτβ.) {-είς ... | ονοματοδότ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος}: δίνω όνομα σε κάποιον ή σε κάτι: Η οδός θα ~ηθεί εκ νέου. Βλ. -δοτώ.

αιμορραγώ

αιμορραγώ[αἱμορραγῶ] αι-μορ-ρα-γώ ρ. (αμτβ.) {αιμορραγ-εί ... | αιμορράγ-ησε, -ήσει, (λόγ.) μτχ. -ών, -ούσα} 1. έχω αιμορραγία, χάνω μεγάλη ποσότητα αίματος: ~ από τη μύτη/το στόμα. Τραύμα που ~εί. ~ούσε ακατάσχετα. 2. (μτφ.) υφίσταμαι σημαντικό πλήγμα, αποδυναμώνομαι: Η εθνική οικονομία ~εί. Οι μικρές βιοτεχνίες ~ούν. Πβ. αιμάσσω. Βλ. αιμοδοτώ. ● ΦΡ.: πληγή που αιμορραγεί (μτφ.): ψυχικό ή συναισθηματικό τραύμα που δεν έχει επουλωθεί και γενικότ. δυσάρεστη κατάσταση που εξακολουθεί να υφίσταται: Ο θάνατος των γονιών του/ο χωρισμός παραμένει γι' αυτόν ~ ~ (= αιμορραγούσα πληγή). [< 1: αρχ. αἱμορραγῶ, πβ. αγγλ. hæmorrhage, 1920]

-δοσία

-δοσία{-δοσιών}: λεξικό επίθημα αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών που σημαίνει κυρ. παροχή ή προσφορά: αιμο~/εργο~/κληρο~/μισθο~/τροφο~.|| (κατ' επέκτ.-αρνητ. συνυποδ.) Ασυ~/προ~. Βλ. -δότης, -δότηση.

-δοτώ

-δοτώ(επίσ.): επίθημα ρημάτων με τη σημασία του παρέχω, δίνω: γνωμο~/επι~/ηλεκτρο~/κληρο~/μισθο~/πλειο~/πριμο~/συνταξιo~/χρηματο~. Βλ. -δοσία, -δότης, -δότηση.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.