Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 34 εγγραφές  [0-20]


  • -δότης {-δοτών | θηλ. -δότρια}: β' συνθετικό ουσιαστικών∙ δηλώνει κυρ. το πρόσωπο ή τη συσκευή που παρέχει ό,τι εκφράζει το α' συνθετικό: αιμο~/δανειο~/εντολο~/εργο~/κληρο~/χρηματο~.|| Βηματο-δότης/ρευματο~/σηματο~. Βλ. -δοσία, -δότηση, -δοτώ.|| (κατ' επέκτ.-αρνητ. συνυποδ.) Κατα~/προ~.
  • αναμεταδότης [ἀναμεταδότης] α-να-με-τα-δό-της ουσ. (αρσ.): ΤΗΛΕΠ. το μέρος του δορυφόρου που λαμβάνει το σήμα από τον επίγειο σταθμό και το αναμεταδίδει ενισχυμένο σε άλλους: δορυφορικός/τηλεοπτικός/ψηφιακός ~. ~ κινητής τηλεφωνίας/ραντάρ. Επαναλήπτες-~ες. [< γαλλ. retransmetteur, 1932]
  • αυτοεκδότης [αὐτοεκδότης] αυ-το-εκ-δό-της ουσ. (αρσ.): συγγραφέας που εκδίδει ο ίδιος τα βιβλία του. [< αγγλ. self-publisher]
  • βηματοδότης βη-μα-το-δό-της ουσ. (αρσ.) 1. ΙΑΤΡ. -ΤΕΧΝΟΛ. (για καρδιοπαθείς) συσκευή που εμφυτεύεται κυρ. στο θωρακικό τοίχωμα και απελευθερώνει μέσω ηλεκτροδίου ηλεκτρικά ερεθίσματα, τα οποία ρυθμίζουν τους χτύπους της καρδιάς: μόνιμος/τεχνητός ~. Εμφύτευση ~η. ~ες-απινιδωτές. Βλ. κολποκοιλιακός αποκλεισμός.|| Φυσιολογικός ~ της καρδιάς (= φλεβόκομβος). Βλ. -δότης. 2. (μτφ.) παράγοντας που καθορίζει μία κατάσταση: ~ των (κοινωνικών) εξελίξεων. [< αγγλ. (artificial) pacemaker, 1951]
  • γνωμοδότης γνω-μο-δό-της ουσ. (αρσ.) {θηλ. γνωμοδότρια} (κυρ. ΝΟΜ.): φυσικό ή νομικό πρόσωπο αρμόδιο να γνωμοδοτεί. Βλ. -δότης, εμπειρο-, πραγματο-γνώμονας, σύμβουλος. [< μτγν. γνωμοδότης]
  • δανειοδότης δα-νει-ο-δό-της ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. δανειοδότρια}: ΟΙΚΟΝ. φυσικό ή νομικό πρόσωπο που δίνει δάνειο, δανειστής: εξασφάλιση/ζημία του ~η.|| (ως επίθ.) ~τρια: εταιρεία/τράπεζα. Πβ. πιστοδότης. Βλ. -δότης. ΑΝΤ. δανειολήπτης [< γερμ. Kreditgeber]
  • εκδότης [ἐκδότης] εκ-δό-της ουσ. (αρσ.) , εκδότρια (η) 1. πρόσωπο που αναλαμβάνει την εκτύπωση (ή ανατύπωση) και κυκλοφορία έργου, έχοντας την οικονομική και νομική ευθύνη: ~ (και διευθυντής) εφημερίδας. Σημείωμα του ~η (= εντιτόριαλ). Ανεξάρτητοι/εμπορικοί/ξένοι ~ες. ~ες (παιδικών) βιβλίων/εντύπων/περιοδικών. Σύνδεσμος ~ών Βιβλίου. Βλ. συν~.|| ~ λογισμικού. 2. που συντάσσει και καλύπτει νομικά επίσημο έγγραφο: ~ κινητών αξιών/ομολόγων/συναλλαγματικής. ~ες εισηγµένων τίτλων στο Χρηµατιστήριο.|| (ως επίθ.) ~τρια: Αρχή/τράπεζα. 3. ΦΙΛΟΛ. που επιμελείται τη φιλολογική ή κριτική έκδοση παλαιότερου κειμένου: ~ κλασικών συγγραφέων. Βλ. -δότης. [< πβ. μτγν. ἐκδότης ‘ο πατέρας της νύφης’, ‘αυτός που ενοικιάζει ή που δίνει με εργολαβική σύμβαση’, γαλλ. éditeur]
  • εντολοδότης [ἐντολοδότης] ε-ντο-λο-δό-της ουσ. (αρσ.): ΝΟΜ. εντολέας. Βλ. -δότης. ΑΝΤ. εντολοδόχος
  • εργοδότης [ἐργοδότης] ερ-γο-δό-της ουσ. (αρσ.) {θηλ. εργοδότρια}: φυσικό ή νομικό πρόσωπο που προσλαμβάνει και μισθοδοτεί προσωπικό: συλλογική σύμβαση εργασίας μεταξύ ~ών και εργαζομένων.|| (το θηλ. ως επίθ.) ~τρια: εταιρεία. Βλ. αφεντικό, μεγαλο~, -δότης. [< αρχ. ἐργοδότης, μεσν. εργοδότρια, γερμ. Arbeitgeber]
  • ζωοδότης ζω-ο-δό-της επίθ. {σπάν. θηλ. ζωοδότρ(ι)α} (λόγ.): που δίνει ζωή, ζωογόνος: ~ης: ήλιος. (ΕΚΚΛΗΣ.) Χριστός ο Ζωοδότης. Πβ. ζείδωρος, ζωηφόρος, τροφοδότης. Βλ. -δότης. ΣΥΝ. ζωοποιός [< μτγν. ζωοδότης]
  • θεματοδότης θε-μα-το-δό-της ουσ. (αρσ.): θεματοθέτης.
  • καταδότης κα-τα-δό-της ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. καταδότρια}: πρόσωπο που καταδίδει κάποιον ή κάτι: ~ των συντρόφων του. ~ της Αστυνομίας. Πβ. καρφί, προδότης, ρουφιάνος, σπιούνος, τσάτσος, χαφιές. Βλ. -δότης, δωσίλογος, κατάσκοπος, πληροφοριοδότης. [< μεσν. καταδότης]
  • κληροδότης κλη-ρο-δό-της ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. κληροδότρια}: ΝΟΜ. πρόσωπο που μεταβιβάζει με διαθήκη περιουσιακά του στοιχεία σε κάποιον, χωρίς αυτός να είναι κατ' ανάγκη συγγενής του: ~ ιδιοκτησίας/περιουσίας. Δωρητές και ~ες. Πβ. διαθέτης. Βλ. -δότης. ΑΝΤ. κληροδόχος [< μτγν. κληροδότης]
  • μεγαλοεκδότης με-γα-λο-εκ-δό-της ουσ. (αρσ.): ιδιοκτήτης μεγάλου εκδοτικού οίκου.
  • μεγαλοεργοδότης με-γα-λο-ερ-γο-δό-της ουσ. (αρσ.) (λόγ.): εργοδότης που απασχολεί μεγάλο αριθμό εργαζομένων. Βλ. κεφαλαιοκράτης.
  • μειοδότης μει-ο-δό-της ουσ. (αρσ.) , μειοδότρια (η) 1. νομικό ή φυσικό πρόσωπο που κάνει τη χαμηλότερη οικονομική προσφορά σε διαγωνισμό για ανάθεση έργου, προμήθεια αγαθών ή υπηρεσιών: προσωρινός/τελικός ~. Αναδείχτηκε/ανακηρύχθηκε ~ για την κατασκευή ...|| (ως επίθ.) ~τρια εταιρεία. Βλ. -δότης. ΑΝΤ. πλειοδότης 2. (μτφ.-μειωτ.) προδότης: Κατηγορείται ως εθνικός ~. [< γερμ. Mindestbietende(r)]
  • μεταδότης με-τα-δό-της ουσ. (αρσ.): συσκευή ή σπάν. πρόσωπο που μεταδίδει κάτι: (ΤΕΧΝΟΛ.-ΤΗΛΕΠ.) ~ θερμοκρασίας/πίεσης/ροής (βλ. διακόπτης). Ασύρματος ~ αρχείων.|| Ο εκπαιδευτικός εκτός από ~ γνώσεων είναι και παιδαγωγός. [< μτγν. μεταδότης, αγγλ. transmitter]
  • παραγγελιοδότης πα-ραγ-γε-λι-ο-δό-της ουσ. (αρσ.): αυτός που έχει δώσει εμπορική συνήθ. παραγγελία. Βλ. -δότης. ΑΝΤ. παραγγελιοδόχος
  • πιστοδότης πι-στο-δό-της ουσ. (αρσ.) {θηλ. πιστοδότρια}: ΟΙΚΟΝ. φυσικό ή νομικό πρόσωπο που παρέχει πίστωση. Πβ. δανειοδότης, πιστωτής. Βλ. -δότης.|| (ως επίθ.) ~τρια: τράπεζα. ΑΝΤ. πιστολήπτης [< γαλλ. créancier]
  • πλειοδότης πλει-ο-δό-της ουσ. (αρσ.) , πλειοδότρια (η): ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ. φυσικό ή νομικό πρόσωπο που προσφέρει την υψηλότερη τιμή σε δημοπρασία, διαγωνισμό ή πλειστηριασμό: υποψήφιοι ~ες. Αναδείχθηκε ~. Πβ. υπερθεματιστής.|| (ως επίθ. στο θηλ.) ~τρια: εταιρεία/κοινοπραξία. Βλ. -δότης. ΑΝΤ. μειοδότης (1)

αφεντικό

αφεντικό[ἀφεντικό] α-φε-ντι-κό ουσ. (ουδ.) {σπανιότ. θηλ. αφεντικίνα} 1. (οικ.) διευθυντής, προϊστάμενος, ιδιοκτήτης μικρής συνήθ. επιχείρησης: Ζήτησε αύξηση από το ~ του. Πβ. εργοδότης.|| Πού είναι η αφεντικίνα (= η σύζυγος του ~ού ή η διευθύντρια).|| (ειδικότ.) Ο σκύλος ακολούθησε το ~ του (= τον κύριό του). 2. (γενικότ.) αυτός που εξουσιάζει, που ασκεί εξουσία: Ποιος είναι το ~ εδώ μέσα; Η ομάδα ήταν το απόλυτο ~ της αναμέτρησης (= κυρίαρχος). Δεν θέλει να έχει ~ στο κεφάλι του (πβ. έχω (κάποιον) πάνω από το κεφάλι μου).|| (ως προσφών. που εκφράζει σεβασμό) Τι κάνεις ~;|| (στον πληθ. με αρνητ. συνυποδ.) Ντόπια και ξένα ~ά. Τα μεγάλα ~ά του πλανήτη. Πβ. αφέντης, μπος. [< μεσν. αφεντικός]

-δοσία

-δοσία{-δοσιών}: λεξικό επίθημα αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών που σημαίνει κυρ. παροχή ή προσφορά: αιμο~/εργο~/κληρο~/μισθο~/τροφο~.|| (κατ' επέκτ.-αρνητ. συνυποδ.) Ασυ~/προ~. Βλ. -δότης, -δότηση.

-δότης

-δότης{-δοτών | θηλ. -δότρια}: β' συνθετικό ουσιαστικών∙ δηλώνει κυρ. το πρόσωπο ή τη συσκευή που παρέχει ό,τι εκφράζει το α' συνθετικό: αιμο~/δανειο~/εντολο~/εργο~/κληρο~/χρηματο~.|| Βηματο-δότης/ρευματο~/σηματο~. Βλ. -δοσία, -δότηση, -δοτώ.|| (κατ' επέκτ.-αρνητ. συνυποδ.) Κατα~/προ~.

κεφαλαιοκράτης

κεφαλαιοκράτηςκε-φα-λαι-ο-κρά-της ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΟΙΚΟΝ. καπιταλιστής: ~ες-εργοδότες. Βλ. -κράτης.

κολποκοιλιακός

κολποκοιλιακός, ή, ό κολ-πο-κοι-λι-α-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που έχει σχέση με τους κόλπους και τις κοιλίες της καρδιάς: ~ός: διαχωρισμός/κόμβος/συγχρονισμός. ~ή: βαλβίδα/ταχυκαρδία. Βλ. ενδο-, μεσο-κοιλιακός. ● ΣΥΜΠΛ.: κολποκοιλιακός αποκλεισμός: η επιβράδυνση ή και πλήρης αδυναμία μετάδοσης του ερεθίσματος από τους καρδιακούς κόλπους στις κοιλίες. [< γαλλ. atrioventriculaire]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.