αφεντικό[ἀφεντικό] α-φε-ντι-κό ουσ. (ουδ.) {σπανιότ. θηλ. αφεντικίνα} 1. (οικ.) διευθυντής, προϊστάμενος, ιδιοκτήτης μικρής συνήθ. επιχείρησης: Ζήτησε αύξηση από το ~ του. Πβ. εργοδότης.|| Πού είναι η αφεντικίνα (= η σύζυγος του ~ού ή η διευθύντρια).|| (ειδικότ.) Ο σκύλος ακολούθησε το ~ του (= τον κύριό του). 2. (γενικότ.) αυτός που εξουσιάζει, που ασκεί εξουσία: Ποιος είναι το ~ εδώ μέσα; Η ομάδα ήταν το απόλυτο ~ της αναμέτρησης (= κυρίαρχος). Δεν θέλει να έχει ~ στο κεφάλι του (πβ. έχω (κάποιον) πάνω από το κεφάλι μου).|| (ως προσφών. που εκφράζει σεβασμό) Τι κάνεις ~;|| (στον πληθ. με αρνητ. συνυποδ.) Ντόπια και ξένα ~ά. Τα μεγάλα ~ά του πλανήτη. Πβ. αφέντης, μπος. [< μεσν. αφεντικός]
-δοσία{-δοσιών}: λεξικό επίθημα αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών που σημαίνει κυρ. παροχή ή προσφορά: αιμο~/εργο~/κληρο~/μισθο~/τροφο~.|| (κατ' επέκτ.-αρνητ. συνυποδ.) Ασυ~/προ~. Βλ. -δότης, -δότηση.
-δότης{-δοτών | θηλ. -δότρια}: β' συνθετικό ουσιαστικών∙ δηλώνει κυρ. το πρόσωπο ή τη συσκευή που παρέχει ό,τι εκφράζει το α' συνθετικό: αιμο~/δανειο~/εντολο~/εργο~/κληρο~/χρηματο~.|| Βηματο-δότης/ρευματο~/σηματο~. Βλ. -δοσία, -δότηση, -δοτώ.|| (κατ' επέκτ.-αρνητ. συνυποδ.) Κατα~/προ~.
κεφαλαιοκράτηςκε-φα-λαι-ο-κρά-της ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΟΙΚΟΝ. καπιταλιστής: ~ες-εργοδότες. Βλ. -κράτης.
κολποκοιλιακός, ή, ό κολ-πο-κοι-λι-α-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που έχει σχέση με τους κόλπους και τις κοιλίες της καρδιάς: ~ός: διαχωρισμός/κόμβος/συγχρονισμός. ~ή: βαλβίδα/ταχυκαρδία. Βλ. ενδο-, μεσο-κοιλιακός. ● ΣΥΜΠΛ.: κολποκοιλιακός αποκλεισμός: η επιβράδυνση ή και πλήρης αδυναμία μετάδοσης του ερεθίσματος από τους καρδιακούς κόλπους στις κοιλίες. [< γαλλ. atrioventriculaire]
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ