Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 7 εγγραφές  [0-7]


  • ενδοϋπηρεσιακός , ή, ό [ἐνδοϋπηρεσιακός] εν-δο-ϋ-πη-ρε-σι-α-κός επίθ.: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. που συμβαίνει εντός υπηρεσίας: ~ή: κατάρτιση προσωπικού. ~ό: πρόγραμμα επιμόρφωσης. Πβ. εσωτερικός. ΑΝΤ. εξωυπηρεσιακός ● επίρρ.: ενδοϋπηρεσιακά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< αγγλ. intradepartmental, 1961]
  • εξωυπηρεσιακός , ή, ό [ἐξωυπηρεσιακός] ε-ξω-υ-πη-ρε-σι-α-κός επίθ.: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. που συμβαίνει εκτός υπηρεσίας: ~ή: απασχόληση. Παράτυπες ~ές δραστηριότητες. ΑΝΤ. ενδοϋπηρεσιακός ● επίρρ.: εξωυπηρεσιακά [< αγγλ. extra-departmental]
  • προϋπηρεσία προ-ϋ-πη-ρε-σί-α ουσ. (θηλ.): η προηγούμενη ή η συνολική εμπειρία ατόμου σε εργασιακό χώρο: ~ εκπαιδευτικών/μισθωτών. Αναγνώριση/προσμέτρηση ~ας. Έχει μακρά ~ στο Δημόσιο/στον ιδιωτικό τομέα. Ζητείται υπάλληλος με ~ στις πωλήσεις.
  • προϋπηρεσιακός , ή, ό προ-ϋ-πη-ρε-σι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με την προϋπηρεσία: ~ή: κατάρτιση (εκπαιδευτικών).
  • τηλεϋπηρεσίες τη-λε-ϋ-πη-ρε-σί-ες ουσ. (θηλ.) (οι) {τηλεϋπηρεσι-ών}: ΤΗΛΕΠ. υπηρεσίες που παρέχονται μέσω τηλεπικοινωνιακού και ηλεκτρονικού δικτύου: ~ υγείας (βλ. τηλεϊατρική, τηλεπρόνοια)/υποστήριξης (= τηλεϋποστήριξη). ~ μέσω ίντερνετ. ~ για καταναλωτές (βλ. τηλεξυπηρέτηση). Προώθηση των ~ών στην κοινωνική ασφάλιση. Βλ. τηλεματική. [< αγγλ. teleservices]
  • υπηρεσία [ὑπηρεσία] υ-πη-ρε-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. εργασία που ανατίθεται σε δημόσιο συνήθ. υπάλληλο ή στρατιωτικό και ο χρόνος που διαρκεί: ~ γραφείου. Αναλαμβάνω/εκτελώ ~. Άρνηση ~ας.|| Βρίσκεται/είναι/τίθεται εκτός ~ας (: απολύεται ή απαλλάσσεται από τα καθήκοντά του). Απαγορεύεται η εγκατάλειψη του πόστου σας εν/σε ώρα ~ας. (λόγ.) Σκοτώθηκαν εν ~.|| Αξιωματικός/λοχίας/υπάλληλος ~ας (: που αναλαμβάνει την εκτέλεση μιας εργασίας ανά τακτά διαστήματα και για ορισμένο χρόνο).|| Έχει έξι χρόνια ~ σε τράπεζα. Πβ. προϋπηρεσία.|| Συντάξιμη ~. Αποσύρθηκε από την ενεργό ~.|| (ΣΤΡΑΤ.) Ένοπλη ~. Ελεύθερος ~ας. 2. (συνεκδ.) τομέας ή κλάδος, συνήθ. με ιεραρχική οργάνωση, που είναι επιφορτισμένος με συγκεκριμένο έργο: αρμόδια/διοικητική/ιατρική/νομική/νοσηλευτική/οικονομική/συμβουλευτική/ταμειακή/τελωνειακή/τεχνική/υγειονομική ~. Δημόσιες ~ες (απασχόλησης). ~ ασφαλείας/βιβλιοθήκης/διαμεσολάβησης/διαχείρισης/εκδόσεων/επικοινωνίας/(τηλεφωνικού) καταλόγου/Τύπου/υγείας/χαρτογράφησης. Γραφεία και ~ες του δήμου/κράτους/οργανισμού/πανεπιστημίου/υπουργείου. Διάρθρωση/λειτουργία/οργάνωση της ~ας. Ο προϊστάμενος/το προσωπικό της ~ας. Πβ. Αρχή.|| (σε επωνυμίες κρατικών ~ών, με κεφαλ. Υ) ~ Πολιτικής Αεροπορίας (ακρ. ΥΠΑ). Γεωγραφική ~ Στρατού (ακρ. ΓΥΣ). Μεταφραστική ~ του Υπουργείου Εξωτερικών. Υδρογραφική ~ του Πολεμικού Ναυτικού. Eθνική ~ Πληροφοριών (ακρ. EYΠ). 3. το σύνολο των παροχών που προσφέρει μια δημόσια ή ιδιωτική επιχείρηση: διαδικτυακή/ηλεκτρονική/νόμιμη/ταχυδρομική/τηλεφωνική ~. Δωρεάν ~ ανταλλαγής άμεσων μηνυμάτων. Έλεγχος/κατάσταση/ποιότητα/χρεώση ~ών. Οι ~ες του ξενοδοχείου είναι άψογες. Βλ. τηλεϋπηρεσίες. 4. προσφορά, συνήθ. χωρίς αντάλλαγμα, υπηρέτηση σκοπού: Του απένειμαν παράσημο για τις εξαίρετες/πολύτιμες ~ες του στο έθνος.|| Η επιστήμη (τίθεται) στην ~ των ανθρώπων. Έθεσε τον εαυτό του στην ~ του Θεού/του κοινωνικού συνόλου/της πατρίδας. Πβ. διακονία. 5. (συνεκδ.-κυρ. παλαιότ.) υπηρέτης ή υπηρετικό προσωπικό: δωμάτιο/είσοδος/σκάλα/στολή ~ας. Πβ. οικιακή βοηθός, παραδουλεύτρα.υπηρεσίες (οι): μη υλικά αγαθά που προσφέρονται από ιδιωτικούς και δημόσιους φορείς και συγκροτούν τον τριτογενή τομέα παραγωγής. ● ΣΥΜΠΛ.: καλές υπηρεσίες: ΠΟΛΙΤ. διπλωματική παρέμβαση τρίτου προσώπου ή κράτους για την ειρηνική επίλυση διαφορών., κινητές υπηρεσίες: ΤΗΛΕΠ. υπηρεσίες που προσφέρει ένα κινητό τηλέφωνο στον χρήστη εκτός από τις υπηρεσίες φωνής και γραπτών μηνυμάτων: ~ ~ δεδομένων. [< αγγλ. mobile services] , κοινωνικές υπηρεσίες: παροχές που δίνονται από ιδιωτικούς ή δημόσιους φορείς για την οικονομική, ψυχολογική ή πνευματική στήριξη των μελών μιας κοινωνίας· συνεκδ. οι αντίστοιχοι φορείς: ~ ~ του δήμου/κοινής ωφέλειας. [< αγγλ. social services] , υπηρεσία μιας στάσης: εταιρεία ή γραφείο που προσφέρει γρήγορα και άμεσα ποικιλία υπηρεσιών στους πελάτες, όπως συμβουλές, πληροφόρηση ή χορήγηση βεβαιώσεων και δικαιολογητικών. [< αγγλ. one-stop shop] , υπηρεσία υπαίθρου (επίσ.): αγροτικό: γιατρός υπόχρεος ~ας ~., (Εθνική) Μετεωρολογική Υπηρεσία βλ. μετεωρολογικός, ανάληψη υπηρεσίας βλ. ανάληψη, Αρχαιολογική Υπηρεσία βλ. αρχαιολογικός, αστυκτηνιατρική υπηρεσία βλ. αστυκτηνιατρικός, δελτίο παροχής υπηρεσιών βλ. δελτίο, διατεταγμένη υπηρεσία βλ. διατάσσω, Ευρωπαϊκή Εθελοντική Υπηρεσία βλ. εθελοντικός, καθολική υπηρεσία βλ. καθολικός, μυστικές υπηρεσίες βλ. μυστικός, Πυροσβεστική Υπηρεσία/Πυροσβεστικό Σώμα βλ. πυροσβεστικός, στολή υπηρεσίας βλ. στολή, υπηρεσία δωματίου βλ. δωμάτιο ● ΦΡ.: είμαι/έχω υπηρεσία: είναι η σειρά μου να εκτελέσω μια εργασία, η οποία ανατίθεται συνήθ. διαδοχικά σε άτομα ανά τακτά χρονικά διαστήματα., εξέρχομαι της υπηρεσίας (επίσ.): φεύγω, αποχωρώ από δημόσια υπηρεσία, κυρ. λόγω συνταξιοδότησης: Ο Νόμος ισχύει για όσους υπαλλήλους ~ονται ~ από ... [< 1,2,3: γαλλ. service 4: αρχ. ὑπηρεσία 5: γαλλ. femme de service]
  • υπηρεσιακός , ή, ό [ὑπηρεσιακός] υ-πη-ρε-σι-α-κός επίθ. 1. που ανήκει σε συγκεκριμένη υπηρεσία ή σχετίζεται με αυτή: ~ός: μηχανισμός/φάκελος. ~ή: άδεια/αλληλογραφία/αποστολή/γλώσσα/εξέλιξη/επιτροπή/θέση/ιδιότητα/μονάδα/σύσκεψη. ~ό: αυτοκίνητο/όπλο (αστυνομικού)/όχημα/σημείωμα/ταξίδι. ~οί: λόγοι/παράγοντες. ~ές: ανάγκες. ~ά: έγγραφα/θέματα. Διαβουλεύσεις σε ~ό επίπεδο. Βλ. ενδοϋπηρεσιακός, εξω~, προϋπηρεσιακός.|| ~ό: ύφος (= σοβαρό, τυπικό). 2. που ασκεί προσωρινά τα καθήκοντά του: ~ός: πρόεδρος/προπονητής/τεχνικός (αθλητικής ομάδας)/(υφ)υπουργός. ● επίρρ.: υπηρεσιακά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: υπηρεσιακή έκθεση: έκθεση αξιολόγησης δημοσίου υπαλλήλου, η οποία συντάσσεται από τον προϊστάμενό του σε τακτά χρονικά διαστήματα., υπηρεσιακή κυβέρνηση: ΠΟΛΙΤ. διορισμένη κυβέρνηση η οποία συγκροτείται προσωρινά, κατά κανόνα από μη πολιτικά πρόσωπα, με αποκλειστικό έργο τη διενέργεια βουλευτικών εκλογών., υπηρεσιακό συμβούλιο: συμβούλιο με αρμοδιότητα να γνωμοδοτεί και να αποφασίζει σχετικά με κάθε μεταβολή της κατάστασης των δημοσίων υπαλλήλων: Ανώτατο Περιφερειακό ~ ~ (Πρωτοβάθμιας/Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης)., εκπαιδευτική άδεια βλ. άδεια, υπηρεσιακός/υπηρεσιακή πρωθυπουργός βλ. πρωθυπουργός

άδεια

άδεια[ἄδεια] ά-δει-α ουσ. (θηλ.) {άδειας (λόγ.) -είας | -ειών} 1. δικαίωμα που παραχωρείται σε κάποιον για δράση, συγκατάθεση· ειδικότ. πράξη χορήγησης αυτού του δικαιώματος από αρμόδια Αρχή και συνεκδ. το επίσημο έγγραφο που το πιστοποιεί: Έχω/ζητώ/παίρνω/χρειάζομαι ~ από .../για να ... Αρνήθηκαν να του δώσουν/παραχωρήσουν ~ προκειμένου να ... Παρακολούθηση πολιτών χωρίς ~ (= παράνομα).|| Έγγραφη/ειδική/μόνιμη/προσωρινή/τεχνική/τηλεοπτική/υποχρεωτική ~. ~ αορίστου χρόνου/(εξ)ασκήσεως επαγγέλματος (ΣΥΝ. επαγγελματική)/γάμου/εισόδου/εργασίας/καταλληλότητας/κατοχής (λ.χ. αρχαίων αντικειμένων)/κυνηγιού (= κυνηγετική)/μικροπωλητή/οικοδομής (= οικοδομική)/οπλοφορίας/προσγείωσης (αεροσκάφους)/ταξί/χρήσης (π.χ. πεζοδρομίου). Αίτηση/ακύρωση/ανανέωση/απόκτηση/έγκριση/έκδοση/εκχώρηση/θεώρηση/κάτοχος/μεταβίβαση/παραχώρηση/χορήγηση (της) ~ας. Ανανεώνω/αποκτώ/αφαιρώ/βγάζω/εκδίδω/εξασφαλίζω/παραχωρώ ~. Ανακαλείται/έληξε/παρατείνεται η ~ παραμονής. Η ~ ισχύει για δύο μήνες. Λειτουργεί χωρίς ~. Άνευ/κατόπιν ~είας. Βλ. απαγόρευση.|| Ελέγχω την ~ κυκλοφορίας και οδήγησης (πβ. δίπλωμα). 2. το νόμιμο δικαίωμα απουσίας από την εργασία, την υπηρεσία και συνεκδ. το αντίστοιχο χρονικό διάστημα: ειδική/ετήσια/καλοκαιρινή/κανονική/προβλεπόμενη/προσωπική/προφορική ~. ~ με/χωρίς αποδοχές κ. (λόγ.) ~ άνευ/μετ' αποδοχών. ~ ανατροφής/διαρκείας/εξετάσεων/θηλασμού/κύησης/για μετεκπαίδευση/μητρότητας (: τοκετού και λοχείας)/για οικογενειακούς λόγους/ενός έτους/Χριστουγέννων. Επίδομα ~είας. Απουσιάζει με ~. Βρίσκεται/είναι/λείπει/τελεί σε ~ (= είναι αδειούχος). Ετοιμάζεται να φύγει για ~. Εξαντλώ την ~ά μου. Πήρε ~ μια εβδομάδα (βλ. διακοπές).|| (ΣΤΡΑΤ.) Αγροτική/κανονική/σαρανταοκτάωρη/τιμητική/φοιτητική ~. ~ διανυκτέρευσης/εξόδου.|| Τελείωσε η ~ά μου. ● Υποκ.: αδειούλα (η): στη σημ. 2. ● ΣΥΜΠΛ.: εκπαιδευτική άδεια & άδεια υπηρεσιακής εκπαίδευσης: που χορηγείται για εκπαιδευτικούς λόγους: ~ ~ για διδακτορικό/έρευνα/μεταπτυχιακές σπουδές. ~ές ~ες σε δασκάλους/καθηγητές/πανεπιστημιακούς., ποιητική αδεία & ποιητική άδεια {επιρρ. χρήση}: ελευθερία έκφρασης βασιζόμενη στο δικαίωμα του ποιητή να παραβιάζει γραμματικούς και συντακτικούς κανόνες, κυρ. χάριν του μέτρου ή της ομοιοκαταληξίας· συχνότ. κατ' επέκτ. για οποιαδήποτε παρέκκλιση από τη γλωσσική νόρμα ή την πραγματικότητα: Τα ζώα στο έργο μιλούν ~ ~. [< γαλλ. licence poétique] , άδεια απουσίας βλ. απουσία, αναρρωτική άδεια βλ. αναρρωτικός, γονική άδεια βλ. γονικός, μηχανογραφική άδεια βλ. μηχανογραφικός ● ΦΡ.: έχω άδεια: μου αναγνωρίζεται δικαίωμα αδείας ή βρίσκομαι σε άδεια: Είμαι καινούργιος στη δουλειά και δεν ~ ~.|| Δεν βρίσκεται στο γραφείο, ~ει ~., με την άδειά σας: (ως ευγενική διατύπωση ή συχνά ειρων.) εφόσον μου το επιτρέπετε: Κύριε Πρόεδρε, θα ήθελα, ~ ~, να κάνω κάποιες παρατηρήσεις. Πβ. συγκατάθεση, συναίνεση., παίρνω άδεια από τη σημαία βλ. σημαία [< αρχ. ἄδεια, γαλλ. permission, permis, licence]

ανάληψη

ανάληψη[ἀνάληψη] α-νά-λη-ψη ουσ. (θηλ.) 1. ΟΙΚΟΝ. απόσυρση ποσού από (τραπεζικό) λογαριασμό: ~ χρημάτων. Έξοδα/όριο ~ης μετρητών. ~ήψεις με επιταγές. Αυτόματα μηχανήματα ~ήψεων (ΑΤΜ). Κάνω ~ (= σηκώνω λεφτά). Έγιναν/πραγματοποιήθηκαν ~ήψεις. Βλ. συναλλαγή.|| ~ κερδών από καζίνο (= εξαργύρωση). Βλ. υπερ~. ΑΝΤ. κατάθεση (1) 2. (επίσ.) αποδοχή της ευθύνης που ανατίθεται σε κάποιον: ~ αξιώματος/δαπανών/δεσμεύσεων/δικαστικής υπόθεσης (: από δικηγόρο)/δραστηριοτήτων/ελέγχου/εξόδων/εργασιών/πρωτοβουλιών/χορηγίας. (Επίσημη) ~ της εξουσίας/της ηγεσίας/της Προεδρίας από τον ... Τελετή παράδοσης-~ης Διοίκησης. Ειδοποίηση ~ης θέσεως. Αίτηση/διαδικασία/σύμβαση ~ης έργου. Ημερομηνία ~ης καθηκόντων (Δημάρχου).|| (ΟΙΚΟΝ.) ~/~ήψεις δανείων/πιστώσεων/υποχρεώσεων. 3. ΘΕΟΛ. (με κεφαλ. το αρχικό Α) η άνοδος του Κυρίου στους Ουρανούς σαράντα μέρες μετά την Ανάσταση και κατ' επέκτ. η κινητή εορτή, ο ιερός ναός ή το αντίστοιχο αγιογραφικό θέμα: Είναι της ~ήψεως. Ιερά Μονή ~ήψεως. Εικόνα της ~ήψεως του Χριστού.|| (σπανιότ.) Η ~ της Θεοτόκου (= μετάσταση). ● ΣΥΜΠΛ.: ανάληψη δράσης/δράσεων: κινητοποίηση, δραστηριοποίηση για την επίτευξη ενός σκοπού ή την εξάλειψη ενός φαινομένου: Απαιτείται άμεση/από κοινού/επείγουσα ~ ~ για την καταπολέμηση της ανεργίας/την προστασία του περιβάλλοντος.|| Έκκληση για ~ ~ κατά της εμπορίας ανθρώπων., ανάληψη κινδύνου/ρίσκου: ΟΙΚΟΝ. αποδοχή του κινδύνου αποτυχίας που συνοδεύει κάποια επένδυση ή στρατηγική απόφαση μιας επιχείρησης: ~ ~ για υψηλότερες αποδόσεις. Βλ. άνοιγμα. [< αγγλ. risk-taking, 1921] , ανάληψη υπηρεσίας: επίσημη αποδοχή οργανικής θέσης από δημόσιο υπάλληλο: Πρακτικό/πράξη ~ης ~. Παρουσίαση για ~ ~ (στην οικεία Διεύθυνση Εκπαίδευσης/στο σχολείο). Κάνω ~ ~. Καλούνται για ορκωμοσία και ~ ~ από ... έως ..., ανάληψη (της) ευθύνης/(των) ευθυνών βλ. ευθύνη, κάρτα αναλήψεων/μετρητών βλ. κάρτα [< 1: γαλλ. prélèvement 2: αρχ. ἀνάληψις 3: μτγν. ~]

αρχαιολογικός

αρχαιολογικός, ή, ό [ἀρχαιολογικός] αρ-χαι-ο-λο-γι-κός επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ. που σχετίζεται με την αρχαιολογία, τον αρχαιολόγο ή τα αρχαία μνημεία: ~ός: θησαυρός/νόµος/οδηγός/πλούτος/τουρισμός/χάρτης. ~ή: κληρονομιά/σκαπάνη/συλλογή. ~ές: ανασκαφές/έρευνες. ~ά: εκθέματα/ευρήματα. Η εν Αθήναις ~ή Εταιρεία. ~ό Μουσείο. Αγάλματα ανεκτίμητης ~ής αξίας. Περιοχή με μεγάλο ~ό ενδιαφέρον. ● επίρρ.: αρχαιολογικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: αρχαιολογική θέση/αρχαιολογικός τόπος: με αρχαιολογικά ευρήματα (π.χ. οικισμούς, κτίσματα, εργαλεία). Πβ. αρχαιολογικός χώρος., Αρχαιολογική Υπηρεσία: δημόσια υπηρεσία που υπάγεται στο Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού και είναι υπεύθυνη για την ανεύρεση και προστασία των αρχαιοτήτων. Πβ. αρχαιολογία. Βλ. Εφορεία Αρχαιοτήτων., αρχαιολογική σχολή βλ. σχολή, αρχαιολογικό πάρκο βλ. πάρκο, αρχαιολογικός χώρος βλ. χώρος [< μτγν. ἀρχαιολογικός ‘αυτός που μελευτά την αρχαιότητα’, γαλλ. archéologique, αγγλ. archaeological, γερμ. archäologischer]

αστυκτηνιατρικός

αστυκτηνιατρικός, ή, ό [ἀστυκτηνιατρικός] α-στυ-κτη-νι-α-τρι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον αστυκτηνίατρο και το έργο του: ~ή: έκθεση. ~ές: επιθεωρήσεις. ~ και αγορανομικός έλεγχος. ● ΣΥΜΠΛ.: αστυκτηνιατρική υπηρεσία: αρμόδια για τον υγειονομικό έλεγχο της ποιότητας τροφών που έχουν ζωική προέλευση: Σάπια κρέατα και ψάρια εντοπίστηκαν και κατασχέθηκαν από την ~ ~.

δελτίο

δελτίοδελ-τί-ο ουσ. (ουδ.) 1. μικρό έντυπο, συνήθ. καρτέλα, με καταγεγραμμένα στοιχεία: βιβλιογραφικό/ηλεκτρονικό/μηχανογραφικό/στατιστικό ~. Ετήσιο/μηνιαίο/συγκεντρωτικό ~. ~ απογραφής/αποστολής/ατομικών στοιχείων/παραγγελίας/παραλαβής/προόδου/συμμετοχής. ~ ΠΡΟ-ΠΟ. ~α κοινωνικού τουρισμού. Ατομικό ~ υγείας.|| (συνοπτική έκθεση Αρχής:) Ιατρικό ~. Έκδοση ~ου τεχνικού ελέγχου οχημάτων (βλ. ΚΤΕΟ). 2. (με κεφαλ. Δ) τίτλος άρθρων εφημερίδας και γενικότ. περιοδική έκδοση με μελέτες ειδικού περιεχομένου: εμπορικό/ενημερωτικό/οικονομικό ~. Το ~ του συλλόγου. ● ΣΥΜΠΛ.: δελτίο ειδήσεων: τηλεοπτική ή ραδιοφωνική παρουσίαση των πρόσφατων σημαντικών γεγονότων: αναλυτικό/απογευματινό/βραδινό/έκτακτο/κεντρικό/μεσημβρινό/πρωινό/σύντομο/τοπικό ~ ~.|| (προφ.) Το δελτίο των οχτώ. ΣΥΝ. ειδήσεις [< αγγλ. news bulletin, 1915] , δελτίο καιρού/μετεωρολογικό δελτίο: πρόγνωση της Μετεωρολογικής Υπηρεσίας: ~ ~ για τους αγρότες. [< γαλλ. bulletin météorologique] , δελτίο παροχής υπηρεσιών: ΟΙΚΟΝ. μπλοκ με σφραγισμένα στελέχη που εκδίδεται από ελεύθερους επαγγελματίες ή επιχειρήσεις για παροχή υπηρεσιών: Αμείβομαι/εργάζομαι με ~ ~. Κόβω ~ ~. Πβ. μπλοκάκι., δελτίο ταυτότητας: επίσημο έντυπο με το οποίο πιστοποιούνται τα στοιχεία του κατόχου του: αστυνομικό (= αστυνομική ταυτότητα)/υπηρεσιακό ~ ~. Βλ. ΑΔΤ. [< γαλλ. carte d'identité] , δελτίο τιμών: ΟΙΚΟΝ. έγγραφο που εκδίδεται από αρμόδια δημόσια υπηρεσία και περιέχει τις ενδεικτικές ή υποχρεωτικές τιμές για ορισμένες κατηγορίες προϊόντων: ημερήσιο ~ ~. ~ ~ συναλλάγματος/φαρμάκων., δελτίο Τύπου: σύντομο κείμενο, που εκδίδει και διανέμει στον Τύπο επίσημος φορέας ή συλλογικό όργανο, με το οποίο γνωστοποιείται ένα γεγονός και δίνονται οι απαραίτητες πληροφορίες για αυτό. Πβ. ανακοίνωση Τύπου. [< αγγλ. press release, 1958] , τεχνικό δελτίο (έργου): το οποίο υποβάλλεται προς έγκριση, παρέχοντας στοιχεία για τον τεχνικό προσδιορισμό ενός έργου (είδος, σκοπιμότητα, χρονοδιάγραμμα, κόστος, εμπλεκόμενοι φορείς)., δελτίο θυέλλης βλ. θύελλα ● ΦΡ.: με το δελτίο: σε πολύ μικρή ποσότητα, με οικονομία: ~ ~ τα καύσιμα/το νερό. Τα τρόφιμα μοιράζονταν ~ ~. [< αρχ. δελτίον, γαλλ. billet, bulletin, carnet]

διατάσσω

διατάσσωδι-α-τάσ-σω ρ. (μτβ.) {διέτα-ξα, διατά-ξει, διατά-χθηκα κ. -χτηκα, διατα-χθεί, δια(τε)τα-γμένος, διατάσσ-οντας} 1. (λόγ.) διατάζω. 2. {συνήθ. μεσοπαθ.} (λόγ.) τοποθετώ σε σειρά, ταξινομώ: βιβλιογραφία αλφαβητικά ~γμένη. ~γμένο ζεύγος αριθμών. Πβ. τακτοποιώ. Βλ. ανα~. ● ΣΥΜΠΛ.: διατεταγμένη υπηρεσία: που αναλαμβάνει κάποιος, συνήθ. δημόσιος λειτουργός ή φορέας, κατόπιν διαταγής: Βρίσκεται/είναι σε ~ ~. [< γαλλ. service commandé] ● ΦΡ.: αποφασίζομεν και διατάσσομεν βλ. αποφασίζω [< μτγν. διατάσσω]

δωμάτιο

δωμάτιοδω-μά-τι-ο ουσ. (ουδ.) {δωματί-ου | -ων}: εσωτερικός κύριος χώρος (διαμερίσματος, σπιτιού, κτίσματος, ξενοδοχείου) που χωρίζεται από τους υπόλοιπους: βοηθητικό/βορινό/γωνιακό/επιπλωμένο/παιδικό ~. ~ επισκεπτών/εργασίας/ύπνου (= υπνο~)/υποδοχής (βλ. σαλόνι)/φιλοξενίας (πβ. ξενώνας). Κύρια ~α (: δεν υπολογίζονται σε αυτά το μπάνιο και η κουζίνα). Διαμέρισμα δύο (μεγάλων) ~ων/με δύο ~α (= δυάρι). Μένω στο ίδιο ~/μοιράζομαι το ~ό μου με κάποιον. Πβ. κάμαρα.|| Ακριβό/δίκλινο/μονόκλινο/τρίκλινο/φτηνό ~. ~ νοσοκομείου (πβ. θάλαμος). Κράτηση ~ου. Έκλεισε ~. Ενοικιάζονται ~α για φοιτητές. Βλ. κοιτώνας. ● Υποκ.: δωματιάκι (το) ● Μεγεθ.: δωματιάρα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: δωμάτιο ελέγχου: μικρός χώρος με εξοπλισμό κατάλληλο για επίβλεψη κυρ. της λειτουργίας συστήματος: ~ ~ εικόνας (: σε τηλεοπτικό σταθμό). Πβ. αίθουσα ελέγχου. [< αγγλ. control room, 1927] , ενοικιαζόμενα δωμάτια: κυρ. ως επιγραφή σε τόπους παραθερισμού., θερμοκρασία δωματίου: κανονική, μέση θερμοκρασία (20-25 βαθμοί Κελσίου): Προϊόντα/φάρμακα που διατηρούνται σε ~ ~. [< αγγλ. room temperature, 1924] , μουσική δωματίου: ΜΟΥΣ. σύνθεση για εκτέλεση σε μικρό χώρο από ολιγάριθμη ορχήστρα: ~ ~ με κουαρτέτο εγχόρδων. Βλ. τρίο σονάτα. [< ιταλ. musica da camera, γερμ. Kammermusik] , όπερα δωματίου: ΜΟΥΣ. που έχει σύντομη διάρκεια και παρουσιάζεται με μικρό αριθμό ερμηνευτών και μουσικών· το θέατρο στο οποίο παίζεται., ορχήστρα δωματίου: ΜΟΥΣ. μικρή ορχήστρα που εκτελεί κυρ. έργα μουσικής δωματίου. ΣΥΝ. καμεράτα [< γαλλ. orchestre de chambre, γερμ. Kammerorchester] , υπηρεσία δωματίου: παροχή υπηρεσιών στους πελάτες ξενοδοχείου στο δωμάτιό τους· συνεκδ. το προσωπικό που τους εξυπηρετεί και το αντίστοιχο αρμόδιο τμήμα: Η ~ ~ είναι διαθέσιμη όλο το εικοσιτετράωρο.|| Καλέστε την ~ ~ για άμεση εξυπηρέτηση. ΣΥΝ. ρουμ σέρβις [< αγγλ. room service, 1916] [< αρχ. δωμάτιον ‘μικρό σπίτι, κοιτώνας’, γαλλ. chambre, αγγλ. room]

εθελοντικός

εθελοντικός, ή, ό [ἐθελοντικός] ε-θε-λο-ντι-κός επίθ. 1. που γίνεται οικειοθελώς ή είναι αποτέλεσμα αυτόβουλης προσφοράς: ~ή: αιμοδοσία/αναδάσωση/βοήθεια/δράση/δραστηριότητα/ενέργεια/εργασία (= αφιλοκερδής)/προσπάθεια (= ανιδιοτελής)/προσφορά/συμμετοχή (βλ. προαιρετικός)/συνεργασία (πβ. αυτοπροαίρετος)/υπηρεσία. ~ό: έργο/κίνηµα. ~ές: εισφορές/πρωτοβουλίες. ~ά: μέτρα. Δράσεις ~ού χαρακτήρα.|| (NΟΜ.-ΟΙΚΟΝ.) ~ός: κώδικας συμπεριφοράς (: προσυμβατική ενημέρωση του καταναλωτή για στεγαστικό δάνειο).|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ή κατάταξη στις Ένοπλες Δυνάμεις. Πβ. εθελούσιος, εκούσιος, θεληματικός. ΑΝΤ. ακούσιος, αναγκαστικός, υποχρεωτικός (1) 2. που απαρτίζεται ή στελεχώνεται από εθελοντές: ~ός: (μη κερδοσκοπικός) οργανισμός. ~ή: ομάδα. ~ό: κλιμάκιο (πολιτικής προστασίας)/σώμα. ~ές: οργανώσεις. ● επίρρ.: εθελοντικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: Ευρωπαϊκή Εθελοντική Υπηρεσία (ακρ. ΕΕΥ): πρόγραμμα που χρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Ένωση μέσω της Γενικής Γραμματείας Νέας Γενιάς και δίνει την ευκαιρία σε νέους δεκαοκτώ ως είκοσι πέντε ετών να εργαστούν οικειοθελώς σε ξένη χώρα. [< αγγλ. European Voluntary Service (EVS)] ● ΦΡ.: σε εθελοντική βάση: εκούσια: εφαρμογή προγράμματος ~ ~. [< γαλλ. volontaire]

ενδοϋπηρεσιακός

ενδοϋπηρεσιακός, ή, ό [ἐνδοϋπηρεσιακός] εν-δο-ϋ-πη-ρε-σι-α-κός επίθ.: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. που συμβαίνει εντός υπηρεσίας: ~ή: κατάρτιση προσωπικού. ~ό: πρόγραμμα επιμόρφωσης. Πβ. εσωτερικός. ΑΝΤ. εξωυπηρεσιακός ● επίρρ.: ενδοϋπηρεσιακά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< αγγλ. intradepartmental, 1961]

καθολικός

καθολικός, ή, ό κα-θο-λι-κός επίθ. 1. που αφορά όλους συνολικά και χωρίς εξαίρεση, που είναι κοινός στους πάντες: ~ή: αντίδραση/απεργία/αποχή/επιδοκιμασία/πρόσβαση/προσπάθεια/συμμετοχή/συναίνεση/υποστήριξη. ~ό: αίτημα/σύστημα (ασφαλείας). ~ές: αξίες/αρχές. ~ά: δικαιώματα/κριτήρια. Γεγονός ~ής σημασίας. Μέτρο με ~ή ισχύ. Θέματα ~ού ενδιαφέροντος. Γνώμη με ~ό κύρος. Έτυχε ~ής αναγνώρισης/αποδοχής. Πβ. γεν-, συλλογ-, συνολ-, οικουμεν-ικός. Βλ. ειδ-, μερ-ικός.|| (ΦΙΛΟΣ.-ΓΛΩΣΣ.) ~ή: γλώσσα. ~οί: όροι (ΑΝΤ. επιμέρους). ~ές: αλήθειες/έννοιες/προτάσεις. ~ά: χαρακτηριστικά (= καθολικά). Η Φιλοσοφία ως ~ή επιστήμη.|| (ΜΑΘ.) ~ή: μεταβλητή. ~ό: σύνολο. 2. που επεκτείνεται σε όλους τους τομείς· ολοκληρωτικός, πλήρης: ~ός: έλεγχος. ~ή: (ΙΑΤΡ.) αμνησία (: αφορά και παλαιότερα και πρόσφατα γεγονότα)/απαγόρευση (του καπνίσματος)/διαφωνία/επικράτηση (= απόλυτη)/ήττα/θεώρηση (ενός φαινομένου)/κρίση (του πολιτισμού)/ρήξη/υπεροχή.|| ~ή: παιδεία (βλ. ουμανισμός). Άνθρωπος πολυμαθής, ~ό πνεύμα της εποχής του (βλ. πανεπιστήμων, παντογνώστης). 3. ΘΡΗΣΚ. (κ. με κεφαλ. το αρχικό Κ) που σχετίζεται με τον καθολικισμό: ~ός: ιερέας (βλ. αβάς)/ναός. ~ή: ιεραρχία. ~ό: δόγμα/μοναστήρι (βλ. αβαείο)/σχολείο. Η ~ή Εκκλησία. Βλ. ορθόδοξος, προτεσταντικός. ΣΥΝ. ρωμαιοκαθολικός ● Ουσ.: καθολικός, καθολική & (προφ.) καθολικιά (κ. με κεφαλ. το αρχικό Κ): χριστιανός που είναι μέλος της καθολικής Εκκλησίας: το Πάσχα των ~ών. Βλ. ορθόδοξος, προτεστάντης. ● επίρρ.: καθολικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: ~ αποδεκτός. ● ΣΥΜΠΛ.: καθολική υπηρεσία: έννοια που αναπτύχθηκε από τα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και έχει ως στόχο να εξασφαλίσει την παροχή υψηλής ποιότητας τηλεπικοινωνιακών και ταχυδρομικών υπηρεσιών σε όλους τους κατοίκους κάθε κράτους-μέλους, χωρίς διακρίσεις και σε προσιτή τιμή., καθολική γραμματική βλ. γραμματική, καθολική ψηφοφορία βλ. ψηφοφορία [< 1,2: αρχ.-μτγν. καθολικός, γαλλ. universel 3: μεσν. καθολικός]

μετεωρολογικός

μετεωρολογικός, ή, ό με-τε-ω-ρο-λο-γι-κός επίθ.: ΜΕΤΕΩΡ. που αναφέρεται στη μετεωρολογία και κατ' επέκτ. στον καιρό: ~ός: δορυφόρος/σταθμός. ~ές: παράμετροι (π.χ. θερμοκρασία, άνεμος, σχετική υγρασία, ατμοσφαιρική πίεση, νέφη)/παρατηρήσεις/προβλέψεις/προγνώσεις. ~ά: δεδομένα/μοντέλα/όργανα (βλ. ανεμό-, βαρό-, θερμό-, υγρό-μετρο)/φαινόμενα (= καιρικά, βλ. βροχή, καταιγίδα, χαλάζι, χιονόπτωση). Βλ. κλιματολογικός, υδρο~. ● ΣΥΜΠΛ.: (Εθνική) Μετεωρολογική Υπηρεσία (συντομ. ΕΜΥ): κρατική υπηρεσία με κύριο έργο την πρόγνωση του καιρού., μετεωρολογική βόμβα (μτφ.): βαρομετρικό χαμηλό που συνοδεύεται από σφοδρότατους ανέμους και ισχυρές βροχοπτώσεις. Βλ. κυκλώνας., μετεωρολογικός κλωβός: άσπρο ξύλινο κιβώτιο το οποίο στηρίζεται σε μεταλλική συνήθ. βάση, ύψους ενάμισι περίπου μέτρου από το έδαφος, και βρίσκεται εγκατεστημένο σε εξωτερικό χώρο, μέσα στο οποίο προφυλάσσονται από τον ήλιο και τη βροχή διάφορα μετεωρολογικά όργανα., μετεωρολογικός χάρτης: γεωγραφικός χάρτης μικρής κλίμακας στον οποίο σημειώνονται οι θέσεις και τα όρια των μετεωρολογικών σταθμών και περιοχών αντιστοίχως και αναγράφονται, με διεθνή σύμβολα και αριθμούς, οι εκάστοτε επικρατούσες καιρικές συνθήκες: ~ ~ της Ελλάδας., δελτίο καιρού/μετεωρολογικό δελτίο βλ. δελτίο [< αρχ. μετεωρολογικός, γαλλ. météorologique, αγγλ. meteorological]

μυστικός

μυστικός, ή, ό μυ-στι-κός επίθ. 1. που γίνεται ή υπάρχει χωρίς να είναι γνωστός ή να αποκαλύπτεται σε άλλους, κρυφός: ~ός: αριθμός/δεσμός/έρωτας/κωδικός (= πιν)/πόλεμος. ~ή: αποστολή/γλώσσα/διπλωματία/δράση/έκθεση/ιστορία/οργάνωση/συμφωνία/συνεννόηση. ~ό: δωμάτιο/μονοπάτι/όπλο/ταξίδι. ~ές: διαπραγματεύσεις/δυνάμεις/επαφές/πληροφορίες/συνομιλίες. ~ά: αρχεία/έγγραφα/κονδύλια/σχέδια. Διατηρεί/κρατά ~ή την προσωπική της ζωή. Ο τόπος της συνάντησης ήταν ~. Το ~ό (: βαθύτερο) νόημα του κειμένου. Οι συνεδριάσεις είναι ~ές. Πβ. απόκρυφος, απόρρητος, εμπιστευτικός, παρασκηνιακός.|| ~ός: πληροφοριοδότης. 2. που αναφέρεται στον μυστικισμό ή τα μυστήρια, μυστικιστικός: ~ή: γνώση/διδασκαλία/εμπειρία/ερμηνεία/κοινωνία/παράδοση/φιλοσοφία.|| (ΘΕΟΛ.) Το ~ό σώμα του Χριστού (= Εκκλησία).|| (για πρόσ.) ~ός: θεολόγος. ΣΥΝ. απόκρυφος (2) 3. (σπάν.-για πρόσ.) μυστικοπαθής ή εχέμυθος. ● Ουσ.: μυστικός (ο) 1. πρόσωπο που ασχολείται με τον μυστικισμό ή τη μυστηριακή πλευρά μιας θρησκείας, μυστικιστής: οι ~οί της Ανατολής/των σούφι/της χριστιανικής παράδοσης. 2. (προφ.) αστυνομικός ή πράκτορας που φορά πολιτικά ρούχα, για να μην γίνεται αντιληπτός. ● επίρρ.: μυστικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: μυστικές υπηρεσίες: κρατικές υπηρεσίες κατασκοπείας και αντικατασκοπείας: ελληνικές/ξένες/στρατιωτικές ~ ~. ~ ~ ασφαλείας/πληροφοριών., μυστική εταιρεία: οργάνωση που συγκροτείται για την εκπλήρωση ορισμένων σκοπών με απόρρητες μεθόδους, τα μυημένα μέλη της οποίας έχουν ορκιστεί να τηρούν απόλυτη μυστικότητα., κρυφή ατζέντα βλ. ατζέντα, μυστική ψηφοφορία βλ. ψηφοφορία, Μυστικός Δείπνος βλ. δείπνος, μυστικός πράκτορας βλ. πράκτορας ● ΦΡ.: κρατώ κάτι μυστικό/κρυφό βλ. κρατώ [< αρχ. μυστικός, γαλλ. secret, mystique, αγγλ. mystic]

πρωθυπουργός

πρωθυπουργόςπρω-θυ-πουρ-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.) {(σπάν.-προφ.) θηλ. πρωθυπουργίνα}: ΠΟΛΙΤ. ο/η επικεφαλής της κυβέρνησης και του υπουργικού συμβουλίου σε κράτη με κοινοβουλευτικό σύστημα: εν ενεργεία/νέος/πρώην/σοσιαλιστής/συντηρητικός/τέως/υποψήφιος/φιλελεύθερος ~. Γραφείο/δήλωση/διάγγελμα/επίσκεψη/μήνυμα/ομιλία/παρέμβαση/συνέντευξη τύπου/χαιρετισμός του ~ού. Ο ~ της Ελλάδας. Διακήρυξη/συνάντηση ~ών. Διετέλεσε ~. Ανοιχτή επιστολή/επίκαιρη ερώτηση/υπόμνημα προς τον ~ό. ΣΥΝ. Πρόεδρος της Κυβέρνησης/Κυβερνήσεως/του Υπουργικού Συμβουλίου ● ΣΥΜΠΛ.: η ώρα του πρωθυπουργού: μέσο με το οποίο ασκείται έλεγχος στην κυβέρνηση από τη Βουλή· ειδικότ. ορισμένη μέρα και ώρα κατά την οποία ο Πρόεδρος της Κυβέρνησης απαντά σε ερωτήσεις για την κυβερνητική πολιτική., υπηρεσιακός/υπηρεσιακή πρωθυπουργός: πρόσωπο, συνήθ. διακεκριμένη προσωπικότητα, που δεν ανήκει σε κάποιο κόμμα και διορίζεται, μετά την παραίτηση του πρωθυπουργού, μέχρι να σχηματιστεί νέα κυβέρνηση: Ανέλαβε ~ ~., υπουργός/υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ: πρόσωπο με θεσμικό ρόλο που παρέχει τις υπηρεσίες του στον Πρόεδρο της Κυβέρνησης: Υπουργός Επικρατείας παρά τω πρωθυπουργώ., εντολοδόχος πρωθυπουργός βλ. εντολοδόχος [< γαλλ. Premier ministre]

πυροσβεστικός

πυροσβεστικός, ή, ό πυ-ρο-σβε-στι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με την πυρόσβεση: ~ός: αφρός/εξοπλισμός/κρουνός (πβ. υδροστόμιο)/σωλήνας. ~ή: αντλία/κλίμακα/μάνικα. ~ό: αεροσκάφος (βλ. καναντέρ)/ελικόπτερο (βλ. σούπερ πούμα)/κλιμάκιο/προσωπικό/συγκρότημα. ~ές: δυνάμεις. ~ά: είδη (βλ. πυροσβεστήρας)/μέσα/πλοιάρια/συνεργεία/συστήματα. ~ Σταθμός. ~ή Ακαδημία. Το ~ό έργο των εθελοντών. Πβ. κατασβεστικός. 2. (μτφ.) που έχει ως στόχο να καταλαγιάσει τις εντάσεις, τις αντιπαραθέσεις: ~ός: ρόλος. ~ή: παρέμβαση (σε διαμάχη). ~ά: μέτρα. ΣΥΝ. κατευναστικός ● επίρρ.: πυροσβεστικά: στη σημ. 2: Η πρωτοβουλία του λειτούργησε ~. Επενέβη ~. ● ΣΥΜΠΛ.: Πυροσβεστική Υπηρεσία/Πυροσβεστικό Σώμα (ακρ. ΠΥ/ΠΣ) & (προφ.) Πυροσβεστική: Σώμα Ασφαλείας με αποστολή την προστασία της ζωής και της περιουσίας των πολιτών, του δασικού πλούτου και του φυσικού περιβάλλοντος από πυρκαγιές, θεομηνίες και άλλες καταστροφές: ο (Υπ)Αρχηγός/οι Υπηρεσίες του ~ού ~ατος.|| Η ~ ~ δέχτηκε πολλές κλήσεις για άντληση υδάτων από πλημμυρισμένα υπόγεια. Κάλεσαν την ~ για να σβήσει τη φωτιά/να τους απεγκλωβίσει. Βλ. δασοπυρόσβεση, πυροπροστασία. [< αγγλ. Fire Brigade/Service, γερμ. Feuerwehr] , πυροσβεστικό όχημα & (προφ.) πυροσβεστικό: ειδικό όχημα του Πυροσβεστικού Σώματος που χρησιμοποιείται κυρ. για την κατάσβεση φωτιάς ή πυρκαγιάς. Βλ. κλιμακο-, υδρο-φόρος., πυροσβεστική φωλιά βλ. φωλιά [< 1: γαλλ. de pompier]

στολή

στολήστο-λή ουσ. (θηλ.): ομοιόμορφη συνήθ. ενδυμασία που φοριέται από όσους υπηρετούν στις Ένοπλες Δυνάμεις και στα Σώματα Ασφαλείας ή από το προσωπικό ορισμένων επαγγελμάτων ή από μαθητευόμενους σχολείων, σχολών και από μέλη ομάδων για λόγους αναγνωρισιμότητας ή λειτουργικότητας: θερινή/στρατιωτική/χειμερινή ~. ~ αξιωματικού/αστυνομικού/(αστρο)ναύτη/πιλότου. (παλαιότ.) ~ εξόδου. (ΝΟΜ.) Αντιποίηση ~ής.|| Ιερατική ~.|| ~ εργασίας. Βλ. φόρμα.|| Αθλητική/μαθητική ~. Κατάργηση της ~ής. ~ δύτη/ιππασίας.|| Εθνική/παραδοσιακή/τοπική ~ (: χαρακτηριστική έθνους ή περιοχής). Πβ. αμφίεση, φορεσιά.|| Αποκριάτικη ~. ● ΣΥΜΠΛ.: μεγάλη στολή: ΣΤΡΑΤ. επίσημη ενδυμασία αξιωματικού., στολή υπηρεσίας & (παλαιότ.-προφ.) στολή αγγαρείας: ΣΤΡΑΤ. στολή παραλλαγής την οποία φορούν οι στρατιώτες κατά την εκτέλεση διαφόρων εργασιών. ● ΦΡ.: εν στολή (επίσ.): με στολή: βαθμοφόροι/στρατιωτικός ~ ~. [< αρχ. στολή ‘ενδυμασία, άμφιο’]

τηλεϊατρική

τηλεϊατρικήτη-λε-ϊ-α-τρι-κή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. -ΤΗΛΕΠ. παροχή ιατρικών υπηρεσιών από απόσταση, με χρήση ηλεκτρονικών τεχνολογιών και τηλεματικών εφαρμογών: δίκτυο/δορυφορικό σύστημα/λογισμικό/μηχανήματα/περιφερειακές μονάδες/πιλοτικό πρόγραμμα ~ής. Bλ. -ιατρική, τηλε-διάγνωση, -θεραπεία. [< αγγλ. telemedicine, 1968, γαλλ. télémedicine, 1985]

τηλεματική

τηλεματικήτη-λε-μα-τι-κή ουσ. (θηλ.): ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ. το σύνολο των εφαρμογών που βασίζονται στη συνδυασμένη χρήση ηλεκτρονικών και τηλεπικοινωνιακών τεχνολογιών· ο αντίστοιχος επιστημονικός κλάδος: ιατρική ~. Η ~ στην εκπαίδευση/στις μεταφορές/στην υγεία. Δίκτυα/συστήματα/υπηρεσίες ~ής. Πβ. τηλεπληροφορική. Βλ. Κοινωνία της Πληροφορίας. [< γαλλ. télématique, 1977 < télé(communication) + (infor)matique, αγγλ. telematics, 1978]

τηλεϋπηρεσίες

τηλεϋπηρεσίεςτη-λε-ϋ-πη-ρε-σί-ες ουσ. (θηλ.) (οι) {τηλεϋπηρεσι-ών}: ΤΗΛΕΠ. υπηρεσίες που παρέχονται μέσω τηλεπικοινωνιακού και ηλεκτρονικού δικτύου: ~ υγείας (βλ. τηλεϊατρική, τηλεπρόνοια)/υποστήριξης (= τηλεϋποστήριξη). ~ μέσω ίντερνετ. ~ για καταναλωτές (βλ. τηλεξυπηρέτηση). Προώθηση των ~ών στην κοινωνική ασφάλιση. Βλ. τηλεματική. [< αγγλ. teleservices]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.