-ας1. {συνήθ. χωρ. πληθ.} επίθημα αρσενικών ουσιαστικών που χρησιμοποιούνται ως παρωνύμια και δηλώνουν ομοιότητα ή ιδιότητα: κολοκύθ~.|| (επιτατ.) Κεφάλ~. 2. κατάληξη ανισοσύλλαβων ουδέτερων ουσιαστικών: κρέ~/πέρ~/τέρ~.
αυτοεξυπηρετούμαι[αὐτοεξυπηρετοῦμαι] αυ-το-ε-ξυ-πη-ρε-τού-μαι ρ. (αμτβ.) {αυτοεξυπηρετείσαι ...| -ήθηκα, -ηθεί, -ούμενος} 1. φροντίζω τον εαυτό μου και ικανοποιώ τις φυσικές μου ανάγκες, χωρίς τη μεσολάβηση ή τη βοήθεια άλλου: Ο ασθενής δεν είναι σε θέση να ~είται πλήρως. Τα παιδιά με νοητική υστέρηση μαθαίνουν να ~ούνται. Ήταν κατάκοιτη και δεν μπορούσε να ~ηθεί. Μερικώς/μη ~ούμενοι ηλικιωμένοι. 2. (για πελάτη) εξυπηρετούμαι σε εμπορική επιχείρηση χωρίς τη βοήθεια υπαλλήλου.
αφυπηρετήσας, ασα, αν [ἀφυπηρετήσας] α-φυ-πη-ρε-τή-σας επίθ. {κυρ. στο αρσ.} (επίσ.): (για πρόσ.) που αφυπηρέτησε: Εν ενεργεία και ~αντες αξιωματικοί.|| (ως ουσ.) Εκδήλωση προς τιμήν των ~άντων (ενν. υπαλλήλων). Βλ. -ας, -ασα, -αν. ● βλ. αφυπηρετώ
αφυπηρετώ[ἀφυπηρετῶ] α-φυ-πη-ρε-τώ ρ. (αμτβ.) {αφυπηρετ-εί, (λόγ.) μτχ. -ών | αφυπηρέτ-ησε, -ήσει, (λόγ.) μτχ. -ήσας} (επίσ.) 1. αποσύρομαι συνήθ. από δημόσια θέση, συνταξιοδοτούμαι: ~ησε από την υπηρεσία κανονικά/πρόωρα.|| ~ούντες: υπάλληλοι. 2. (σπάν.) απολύομαι από τον στρατό, αποστρατεύομαι. ● βλ. αφυπηρετήσας
εντοπιότητα[ἐντοπιότητα] ε-ντο-πι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. το να είναι ένας δημόσιος υπάλληλος δημότης ή μόνιμος κάτοικος της περιοχής όπου υπηρετεί ή θα κληθεί να υπηρετήσει: το κριτήριο της ~ας. Μοριοδότηση της ~ας. Βλ. συνυπηρέτηση. 2. (σπάν.-λόγ.) η ιδιότητα του εντόπιου. Πβ. αυτοχθονία. Βλ. τοπικισμός, -ότητα. ● ΣΥΜΠΛ.: κώλυμα εντοπιότητας: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. απαγόρευση σε ορισμένες κατηγορίες δημοσίων υπαλλήλων να υπηρετούν στην περιοχή από την οποία κατάγονται ή στην οποία είναι μόνιμα εγκατεστημένοι. [< γαλλ. localité]
ΘέμιδαΘέ-μι-δα ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) Θέμις {Θέμιδ-ος} 1. (μτφ.) δικαιοσύνη: ο ζυγός/το σπαθί της ~ος (: τα σύμβολά της). 2. ΜΥΘ. αρχαία ελληνική θεά της δικαιοσύνης η οποία ήταν υπεύθυνη για την τήρηση της ηθικής τάξης σε θεούς και ανθρώπους. ● ΣΥΜΠΛ.: Θέμιδος μέλαθρον: το κτίριο του Αρείου Πάγου., οι λειτουργοί/υπηρέτες της Θέμιδος/Θέμιδας: όσοι ασκούν νομικό επάγγελμα, δικηγόροι και κυρ. δικαστές. Πβ. δικαστική εξουσία., ο ναός της Δικαιοσύνης/της Θέμιδος βλ. δικαιοσύνη ● ΦΡ.: η δικαιοσύνη είναι τυφλή βλ. τυφλός [< αρχ. Θέμις, αγγλ. Themis]
κύριοςκύ-ρι-ος ουσ. (αρσ.) {κυρί-ου | -ων, -ους} 1. ως ευγενική αναφορά ή προσφώνηση άντρα: (για κάποιον του οποίου αγνοούμε το όνομα) Ένας γοητευτικός/ευγενέστατος/ηλικιωμένος/νεαρός ~. Σας ζητάει ένας ~. Ο ~ της φωτογραφίας της φάνηκε γνωστός. Ρωτήστε τον ~ο δίπλα. Ο εν λόγω ~ θέλησε να μείνει ανώνυμος. (στο τηλέφωνο) Με ποιον ~ο μιλάω;|| Αγαπητέ/φίλτατε ~ε ... Αξιότιμοι ~οι ... Κυρίες και ~οι ...|| (με ρ. στο γ' πρόσ., συνήθ. για πελάτη) Για δες τι θέλει ο ~. Τι θα πάρουν οι ~οι;|| (συνοδεύει επώνυμο ή/και όνομα, ιδιότητα) Ο ~ Αντρέας. (ως συντομ. κ.) Ο κ. Πετρόπουλος. (ως συντομ. κ.κ.) Οι κ.κ. Βασιλείου και Ρένεσης. Ο ~ καθηγητής/πρόεδρος ... Μάλιστα, ~ε δικαστά. 2. (λόγ.) εξουσιαστής, κυρίαρχος: ~ του κόσμου (= ο Θεός). Έγινε ο ~ του νησιού/της πόλης (πβ. αφέντης). Κάθε άνθρωπος είναι ~ της μοίρας/τύχης του. Παρέμειναν ~οι της κατάστασης/του παιχνιδιού μέχρι τέλους. Πβ. άρχοντας, βασιλιάς. 3. ΝΟΜ. κάτοχος, ιδιοκτήτης: ο ~ του ακινήτου/της επιχείρησης/των μετοχών. Βλ. συγ~. 4. άνδρας με αξιοπρέπεια, ήθος και σοβαρότητα: Είναι ~ με τα/σε όλα του. Ήταν ένας πραγματικός ~ του ελληνικού θεάτρου. Πβ. ιππότης, τζέντλεμαν. 5. προσηγορία ή προσφώνηση δασκάλου ή καθηγητή μέσης εκπαίδευσης, κυρ. από μαθητές: Με σήκωσε ο ~ στον πίνακα. ~ε, να ρωτήσω κάτι; 6. σύζυγος, οικοδεσπότης ή αφεντικό: (κυρ. παλαιότ.) Ο ~ της κυρίας. Πβ. άνδρας.|| Πότε επιστρέφει ο ~ του σπιτιού;|| (από το υπηρετικό προσωπικό) Ο ~ απουσιάζει. ● ΣΥΜΠΛ.: συμφωνία κυρίων: που δεν βασίζεται σε επίσημο έγγραφο, αλλά στον λόγο των συμβαλλόμενων: Υπάρχει ~ ~ ανάμεσα στις δύο πλευρές ότι ... [< αγγλ. gentlemen's/ gentleman's agreement, γαλλ. ~ ~, 1930] , ψιλός κύριος βλ. ψιλός ● ΦΡ.: κύριος/κυρία του εαυτού μου: ανεξάρτητος/η ή ικανός/ή να διατηρώ τον αυτοέλεγχό μου. ● βλ. κυρία [< 1,5,6: μτγν. κύριος, γαλλ. monsieur, ιταλ. signore 2,3: αρχ. κύριος 4: αγγλ. gentleman]
-ότητα(λόγ.) επίθημα αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνουν 1. κατάσταση ή χαρακτηριστικό: αυστηρ~/γνησι~/προνοητικ~. Βλ. -ύτητα.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Oσι~/παναγι~. Αγι~/ιερ~ (ΣΥΝ. -οσύνη). 2. (περιληπτ., παράγ. από ουσ.) σύνολο ατόμων με κοινή ιδιότητα: αδελφ~/ανθρωπ~. [< αρχ. -ότης]
υπηρέτης[ὑπηρέτης] υ-πη-ρέ-της ουσ. (αρσ.) 1. άνδρας που προσφέρει βοηθητική εργασία σε σπίτι έναντι μισθού: αφοσιωμένος/πιστός/προσωπικός ~. Οικιακοί ~ες. Πβ. υπηρεσία. Βλ. κύριος.|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ ελαφρού οπλισμού (: ειδικότητα του Πεζικού). 2. (μτφ.) αυτός που ενεργεί με αφοσίωση και ανιδιοτέλεια για το γενικό καλό, για την προώθηση μιας αξίας ή την εκπλήρωση ενός σκοπού: ~ της αλήθειας/της δικαιοσύνης. Ακούραστος/γνήσιος/σεμνός ~ του λόγου/της τέχνης.|| (κατ' επέκτ.) Το κράτος ως ~ του λαού/των πολιτών.|| ~ του Θεού. 3. (μτφ.-μειωτ., για πρόσωπο ή θεσμό) αυτός που είναι χειραγωγούμενος: ~ του ιμπεριαλισμού/των συμφερόντων του κεφαλαίου. 4. ΠΛΗΡΟΦ. διακομιστής. ● ΣΥΜΠΛ.: οι λειτουργοί/υπηρέτες της Θέμιδος/Θέμιδας βλ. Θέμιδα [< 1: αρχ. ὑπηρέτης ‘κωπηλάτης, εργάτης, βοηθός’ 4: αγγλ. server, 1972]
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ