Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 22 εγγραφές  [0-20]


  • αλληλοεξυπηρέτηση [ἀλληλοεξυπηρέτηση] αλ-λη-λο-ε-ξυ-πη-ρέ-τη-ση ουσ. (θηλ.): αμοιβαία εξυπηρέτηση: ~ συμφερόντων. Συνεργασία και ~ μεταξύ οργανισμών και φορέων. Δίκτυο γνωριμιών/σύστημα διαπλοκής και ~ης. Κομματικές ~ήσεις.
  • αλληλοεξυπηρετούνται [ἀλληλοεξυπηρετοῦνται] αλ-λη-λο-ε-ξυ-πη-ρε-τού-νται ρ.: εξυπηρετεί ο ένας τον άλλο: Τα γραφεία της επιχείρησης συνεργάζονται και ~.
  • αυτοεξυπηρέτηση [αὐτοεξυπηρέτηση] αυ-το-ε-ξυ-πη-ρέ-τη-ση ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αυτοεξυπηρετούμαι: ~ ασθενούς/ατόμων με κινητικές δυσκολίες/ηλικιωμένων/παιδιών. ~ στις καθημερινές δραστηριότητες. Αδυναμία/(αν)ικανότητα για ~. ~ και ανεξαρτησία/αυτονομία. 2. σύστημα πώλησης προϊόντων ή λειτουργίας εμπορικής επιχείρησης κατά το οποίο οι πελάτες εξυπηρετούνται μόνοι τους: εστιατόρια ~ης. ΣΥΝ. σελφ σέρβις [< 2: αγγλ. self-service, 1913]
  • αυτοεξυπηρετούμαι [αὐτοεξυπηρετοῦμαι] αυ-το-ε-ξυ-πη-ρε-τού-μαι ρ. (αμτβ.) {αυτοεξυπηρετείσαι ...| -ήθηκα, -ηθεί, -ούμενος} 1. φροντίζω τον εαυτό μου και ικανοποιώ τις φυσικές μου ανάγκες, χωρίς τη μεσολάβηση ή τη βοήθεια άλλου: Ο ασθενής δεν είναι σε θέση να ~είται πλήρως. Τα παιδιά με νοητική υστέρηση μαθαίνουν να ~ούνται. Ήταν κατάκοιτη και δεν μπορούσε να ~ηθεί. Μερικώς/μη ~ούμενοι ηλικιωμένοι. 2. (για πελάτη) εξυπηρετούμαι σε εμπορική επιχείρηση χωρίς τη βοήθεια υπαλλήλου.
  • αφυπηρετήσας , ασα, αν [ἀφυπηρετήσας] α-φυ-πη-ρε-τή-σας επίθ. {κυρ. στο αρσ.} (επίσ.): (για πρόσ.) που αφυπηρέτησε: Εν ενεργεία και ~αντες αξιωματικοί.|| (ως ουσ.) Εκδήλωση προς τιμήν των ~άντων (ενν. υπαλλήλων). Βλ. -ας, -ασα, -αν. ● βλ. αφυπηρετώ
  • αφυπηρέτηση [ἀφυπηρέτηση] α-φυ-πη-ρέ-τη-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): η ενέργεια και το αποτέλεσμα του αφυπηρετώ: οικειοθελής/υποχρεωτική ~. ~ σε ηλικία εξήντα ετών. Πβ. συνταξιοδότηση.|| ~ αξιωματικών. ~ από τις τάξεις των Ενόπλων Δυνάμεων. Πβ. αποστράτευση.
  • αφυπηρετώ [ἀφυπηρετῶ] α-φυ-πη-ρε-τώ ρ. (αμτβ.) {αφυπηρετ-εί, (λόγ.) μτχ. -ών | αφυπηρέτ-ησε, -ήσει, (λόγ.) μτχ. -ήσας} (επίσ.) 1. αποσύρομαι συνήθ. από δημόσια θέση, συνταξιοδοτούμαι: ~ησε από την υπηρεσία κανονικά/πρόωρα.|| ~ούντες: υπάλληλοι. 2. (σπάν.) απολύομαι από τον στρατό, αποστρατεύομαι. ● βλ. αφυπηρετήσας
  • εξυπηρέτηση [ἐξυπηρέτηση] ε-ξυ-πη-ρέ-τη-ση ουσ. (θηλ.) 1. παροχή ή προσφορά υπηρεσιών· οι ίδιες οι παρεχόμενες υπηρεσίες: άμεση/ηλεκτρονική/ταχεία/τηλεφωνική (= τηλ~) ~ πελατών. Βιβλιοθήκη για την ~ των σπουδαστών. Παραλαβή εισιτηρίων από προκαθορισμένα σημεία ~ης.|| Πλήθος τουριστικών ~ήσεων (π.χ. εστιατόρια, καταστήματα, ξενοδοχεία). 2. κάλυψη, ικανοποίηση (ελλείψεων, επιδιώξεων): πνευματικό κέντρο για την ~ των αναγκών των ενοριτών. ~ στόχων δηµοσίου συµφέροντος (πβ. επίτευξη). Πβ. εκπλήρωση. 3. (αρνητ. συνυποδ.) διευκόλυνση ή ειδικότ. χάρη που γίνεται επιλεκτικά ή παράτυπα και προσφέρεται ως αντάλλαγμα: ~ συμφερόντων. Ζητώ/θέλω/κάνω μια ~ (πβ. ευκολία). Ρουσφετολογικές προσλήψεις για την ~ της εκλογικής πελατείας. Διακρίσεις και ~ήσεις ημετέρων. Βλ. αλληλο~. ● ΣΥΜΠΛ.: Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών (ακρ. ΚΕΠ): καθεμία από τις υπηρεσίες που υπάρχουν σε κάθε δήμο και στις οποίες οι πολίτες μπορούν να πληροφορηθούν για όλα τα θέματα της Δημόσιας Διοίκησης και να προωθήσουν προς διεκπεραίωση υποθέσεις τους, που σχετίζονται με φορείς του Δημοσίου. Πβ. υπηρεσία μιας στάσης. [< μτγν. ἐξυπηρέτησις, γαλλ. service]
  • εξυπηρετήσιμος , η, ο [ἐξυπηρετήσιμος] ε-ξυ-πη-ρε-τή-σι-μος επίθ. (λόγ.): (για χρέος) που μπορεί να εξοφληθεί: ~α: δάνεια. Πβ. βιώσιμος.
  • εξυπηρετητής [ἐξυπηρετητής] ε-ξυ-πη-ρε-τη-τής ουσ. (αρσ.) & εξυπηρέτης: ΠΛΗΡΟΦ. διακομιστής. ΣΥΝ. σέρβερ
  • εξυπηρετικός , ή, ό [ἐξυπηρετικός] ε-ξυ-πη-ρε-τι-κός επίθ. 1. που εξυπηρετεί, διευκολύνει, βολεύει: ~ή: συγκοινωνία. Πλήρες και ~ό κατάστημα. Αεροδρόμιο άνετο και ~ό. Ωράριο ~ό για τους καταναλωτές. Πβ. βολ-, διευκολυντ-ικός. ΑΝΤ. άβολος (1) 2. (για πρόσ.) πρόθυμος ή διατεθειμένος να εξυπηρετήσει: ~ός: υπάλληλος. ~ή: πωλήτρια. ~ά: γκαρσόνια. Φιλικό και ~ό προσωπικό. Πβ. περιποιητικός. ● επίρρ.: εξυπηρετικά [< γαλλ. serviable]
  • εξυπηρετικότητα [ἐξυπηρετικότητα] ε-ξυ-πη-ρε-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του εξυπηρετικού: ~ των εργαζομένων/του προσωπικού. Πβ. περιποιητικότητα, προθυμία. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. serviabilité]
  • εξυπηρετώ [ἐξυπηρετῶ] ε-ξυ-πη-ρε-τώ ρ. (μτβ.) {εξυπηρετείς ... | εξυπηρέτ-ησα, -ούμαι, -ήθηκα, -ημένος, -ούμενος, -ώντας} 1. παρέχω ή προσφέρω υπηρεσίες: Γραμμές λεωφορείων που ~ούν την περιοχή. (σε κατάστημα) Ενώ συνήθως έχει ουρά, τώρα ~ηθήκαμε αμέσως. ~είστε; (: ερώτηση που απευθύνει υπάλληλος καταστήματος σε πελάτη). 2. καλύπτω, ικανοποιώ (ελλείψεις, στόχους): Δεν ~ καμιά σκοπιμότηταμ (πβ. υπηρετώ). Εργαστήριο που ~εί εκπαιδευτικές και ερευνητικές ανάγκες. Συμφωνία με την οποία ~ούνται τα εθνικά συμφέροντα. Δεν ~είται το δάνειο. Βλ. αυτοεξυπηρετούμαι.εξυπηρετεί: βολεύει, διευκολύνει, χρησιμεύει: Σε τίποτε δεν ~ να σου αποκαλύψω το μυστικό. Να επιλέξεις ό,τι σε ~ καλύτερα. Πβ. συμφέρει. [< αρχ. ἐξυπηρετῶ ‘προσφέρω βοήθεια’]
  • συνυπηρέτηση συ-νυ-πη-ρέ-τη-ση ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του συνυπηρετώ: υποχρεωτική ~. Αίτηση/βεβαίωση/δικαίωμα/μονάδες/μόρια ~ης. ~ εκπαιδευτικών/στρατιωτικών/συζύγων/(δημοσίων) υπαλλήλων. Απόσπαση/μετάθεση για ~. Βλ. εντοπιότητα.
  • συνυπηρετώ [συνυπηρετῶ] συ-νυ-πη-ρε-τώ ρ. (αμτβ.) {-είς ..., μτχ. συνυπηρετούντες | συνυπηρέτ-ησε}: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. εργάζομαι συνήθ. ως δημόσιος υπάλληλος ή εκπληρώνω τη στρατιωτική μου θητεία μαζί με άλλον ή άλλους: ~ούν στο ίδιο σχολείο/στρατόπεδο. ~ με τη σύζυγό μου. [< πβ. αρχ. συνυπηρετῶ ‘βοηθώ μαζί’]
  • τηλεξυπηρέτηση τη-λε-ξυ-πη-ρέ-τη-ση ουσ. (θηλ.): ΤΗΛΕΠ. τηλεφωνική ή ηλεκτρονική εξυπηρέτηση του κοινού: κέντρο ~ης δημοτών/καταναλωτών. Τράπεζα με (εικοσιτετράωρη) υπηρεσία αυτόματης ~ης. [< αγγλ. teleservice]
  • υπηρέτης [ὑπηρέτης] υ-πη-ρέ-της ουσ. (αρσ.) 1. άνδρας που προσφέρει βοηθητική εργασία σε σπίτι έναντι μισθού: αφοσιωμένος/πιστός/προσωπικός ~. Οικιακοί ~ες. Πβ. υπηρεσία. Βλ. κύριος.|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ ελαφρού οπλισμού (: ειδικότητα του Πεζικού). 2. (μτφ.) αυτός που ενεργεί με αφοσίωση και ανιδιοτέλεια για το γενικό καλό, για την προώθηση μιας αξίας ή την εκπλήρωση ενός σκοπού: ~ της αλήθειας/της δικαιοσύνης. Ακούραστος/γνήσιος/σεμνός ~ του λόγου/της τέχνης.|| (κατ' επέκτ.) Το κράτος ως ~ του λαού/των πολιτών.|| ~ του Θεού. 3. (μτφ.-μειωτ., για πρόσωπο ή θεσμό) αυτός που είναι χειραγωγούμενος: ~ του ιμπεριαλισμού/των συμφερόντων του κεφαλαίου. 4. ΠΛΗΡΟΦ. διακομιστής. ● ΣΥΜΠΛ.: οι λειτουργοί/υπηρέτες της Θέμιδος/Θέμιδας βλ. Θέμιδα [< 1: αρχ. ὑπηρέτης ‘κωπηλάτης, εργάτης, βοηθός’ 4: αγγλ. server, 1972]
  • υπηρέτηση [ὑπηρέτηση] υ-πη-ρέ-τη-ση ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) προσφορά υπηρεσιών, εργασία για την προώθηση αξίας, θεσμού ή σκοπού ή για την εξυπηρέτηση προσώπου: ~ της αλήθειας/των αναγκών (της αγοράς/κοινωνίας)/του δημοσίου συμφέροντος/των εθνικών θεμάτων/των στόχων. 2. εκπλήρωση: ~ της (στρατιωτικής) θητείας. Βλ. συν~. [< αρχ. ὑπηρέτησις]
  • υπηρετικός , ή, ό [ὑπηρετικός] υ-πη-ρε-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται σε υπηρέτη ή αρμόζει σε αυτόν: ~ή: στολή.|| (αρνητ. συνυποδ.) ~ή: συμπεριφορά (= δουλοπρεπής). ● ΣΥΜΠΛ.: υπηρετικό προσωπικό: το σύνολο των υπηρετών και υπηρετριών σε ένα σπίτι. [< αρχ. ὑπηρετικός, γαλλ. gens de service]
  • υπηρέτρια [ὑπηρέτρια] υ-πη-ρέ-τρι-α ουσ. (θηλ.): γυναίκα που προσφέρει βοηθητική εργασία σε σπίτι έναντι μισθού: νεαρή/πιστή ~ σε αρχοντικό. Πβ. παραδουλεύτρα, υπηρεσία. ΣΥΝ. οικιακή βοηθός ● Υποκ.: υπηρετριούλα (η) ● βλ. υπηρέτης [< μτγν. ὑπηρέτρια]

-ας

-ας1. {συνήθ. χωρ. πληθ.} επίθημα αρσενικών ουσιαστικών που χρησιμοποιούνται ως παρωνύμια και δηλώνουν ομοιότητα ή ιδιότητα: κολοκύθ~.|| (επιτατ.) Κεφάλ~. 2. κατάληξη ανισοσύλλαβων ουδέτερων ουσιαστικών: κρέ~/πέρ~/τέρ~.

αυτοεξυπηρετούμαι

αυτοεξυπηρετούμαι[αὐτοεξυπηρετοῦμαι] αυ-το-ε-ξυ-πη-ρε-τού-μαι ρ. (αμτβ.) {αυτοεξυπηρετείσαι ...| -ήθηκα, -ηθεί, -ούμενος} 1. φροντίζω τον εαυτό μου και ικανοποιώ τις φυσικές μου ανάγκες, χωρίς τη μεσολάβηση ή τη βοήθεια άλλου: Ο ασθενής δεν είναι σε θέση να ~είται πλήρως. Τα παιδιά με νοητική υστέρηση μαθαίνουν να ~ούνται. Ήταν κατάκοιτη και δεν μπορούσε να ~ηθεί. Μερικώς/μη ~ούμενοι ηλικιωμένοι. 2. (για πελάτη) εξυπηρετούμαι σε εμπορική επιχείρηση χωρίς τη βοήθεια υπαλλήλου.

αφυπηρετήσας

αφυπηρετήσας, ασα, αν [ἀφυπηρετήσας] α-φυ-πη-ρε-τή-σας επίθ. {κυρ. στο αρσ.} (επίσ.): (για πρόσ.) που αφυπηρέτησε: Εν ενεργεία και ~αντες αξιωματικοί.|| (ως ουσ.) Εκδήλωση προς τιμήν των ~άντων (ενν. υπαλλήλων). Βλ. -ας, -ασα, -αν. ● βλ. αφυπηρετώ

αφυπηρετώ

αφυπηρετώ[ἀφυπηρετῶ] α-φυ-πη-ρε-τώ ρ. (αμτβ.) {αφυπηρετ-εί, (λόγ.) μτχ. -ών | αφυπηρέτ-ησε, -ήσει, (λόγ.) μτχ. -ήσας} (επίσ.) 1. αποσύρομαι συνήθ. από δημόσια θέση, συνταξιοδοτούμαι: ~ησε από την υπηρεσία κανονικά/πρόωρα.|| ~ούντες: υπάλληλοι. 2. (σπάν.) απολύομαι από τον στρατό, αποστρατεύομαι. ● βλ. αφυπηρετήσας

εντοπιότητα

εντοπιότητα[ἐντοπιότητα] ε-ντο-πι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. το να είναι ένας δημόσιος υπάλληλος δημότης ή μόνιμος κάτοικος της περιοχής όπου υπηρετεί ή θα κληθεί να υπηρετήσει: το κριτήριο της ~ας. Μοριοδότηση της ~ας. Βλ. συνυπηρέτηση. 2. (σπάν.-λόγ.) η ιδιότητα του εντόπιου. Πβ. αυτοχθονία. Βλ. τοπικισμός, -ότητα. ● ΣΥΜΠΛ.: κώλυμα εντοπιότητας: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. απαγόρευση σε ορισμένες κατηγορίες δημοσίων υπαλλήλων να υπηρετούν στην περιοχή από την οποία κατάγονται ή στην οποία είναι μόνιμα εγκατεστημένοι. [< γαλλ. localité]

Θέμιδα

ΘέμιδαΘέ-μι-δα ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) Θέμις {Θέμιδ-ος} 1. (μτφ.) δικαιοσύνη: ο ζυγός/το σπαθί της ~ος (: τα σύμβολά της). 2. ΜΥΘ. αρχαία ελληνική θεά της δικαιοσύνης η οποία ήταν υπεύθυνη για την τήρηση της ηθικής τάξης σε θεούς και ανθρώπους. ● ΣΥΜΠΛ.: Θέμιδος μέλαθρον: το κτίριο του Αρείου Πάγου., οι λειτουργοί/υπηρέτες της Θέμιδος/Θέμιδας: όσοι ασκούν νομικό επάγγελμα, δικηγόροι και κυρ. δικαστές. Πβ. δικαστική εξουσία., ο ναός της Δικαιοσύνης/της Θέμιδος βλ. δικαιοσύνη ● ΦΡ.: η δικαιοσύνη είναι τυφλή βλ. τυφλός [< αρχ. Θέμις, αγγλ. Themis]

κύριος

κύριοςκύ-ρι-ος ουσ. (αρσ.) {κυρί-ου | -ων, -ους} 1. ως ευγενική αναφορά ή προσφώνηση άντρα: (για κάποιον του οποίου αγνοούμε το όνομα) Ένας γοητευτικός/ευγενέστατος/ηλικιωμένος/νεαρός ~. Σας ζητάει ένας ~. Ο ~ της φωτογραφίας της φάνηκε γνωστός. Ρωτήστε τον ~ο δίπλα. Ο εν λόγω ~ θέλησε να μείνει ανώνυμος. (στο τηλέφωνο) Με ποιον ~ο μιλάω;|| Αγαπητέ/φίλτατε ~ε ... Αξιότιμοι ~οι ... Κυρίες και ~οι ...|| (με ρ. στο γ' πρόσ., συνήθ. για πελάτη) Για δες τι θέλει ο ~. Τι θα πάρουν οι ~οι;|| (συνοδεύει επώνυμο ή/και όνομα, ιδιότητα) Ο ~ Αντρέας. (ως συντομ. κ.) Ο κ. Πετρόπουλος. (ως συντομ. κ.κ.) Οι κ.κ. Βασιλείου και Ρένεσης. Ο ~ καθηγητής/πρόεδρος ... Μάλιστα, ~ε δικαστά. 2. (λόγ.) εξουσιαστής, κυρίαρχος: ~ του κόσμου (= ο Θεός). Έγινε ο ~ του νησιού/της πόλης (πβ. αφέντης). Κάθε άνθρωπος είναι ~ της μοίρας/τύχης του. Παρέμειναν ~οι της κατάστασης/του παιχνιδιού μέχρι τέλους. Πβ. άρχοντας, βασιλιάς. 3. ΝΟΜ. κάτοχος, ιδιοκτήτης: ο ~ του ακινήτου/της επιχείρησης/των μετοχών. Βλ. συγ~. 4. άνδρας με αξιοπρέπεια, ήθος και σοβαρότητα: Είναι ~ με τα/σε όλα του. Ήταν ένας πραγματικός ~ του ελληνικού θεάτρου. Πβ. ιππότης, τζέντλεμαν. 5. προσηγορία ή προσφώνηση δασκάλου ή καθηγητή μέσης εκπαίδευσης, κυρ. από μαθητές: Με σήκωσε ο ~ στον πίνακα. ~ε, να ρωτήσω κάτι; 6. σύζυγος, οικοδεσπότης ή αφεντικό: (κυρ. παλαιότ.) Ο ~ της κυρίας. Πβ. άνδρας.|| Πότε επιστρέφει ο ~ του σπιτιού;|| (από το υπηρετικό προσωπικό) Ο ~ απουσιάζει. ● ΣΥΜΠΛ.: συμφωνία κυρίων: που δεν βασίζεται σε επίσημο έγγραφο, αλλά στον λόγο των συμβαλλόμενων: Υπάρχει ~ ~ ανάμεσα στις δύο πλευρές ότι ... [< αγγλ. gentlemen's/ gentleman's agreement, γαλλ. ~ ~, 1930] , ψιλός κύριος βλ. ψιλός ● ΦΡ.: κύριος/κυρία του εαυτού μου: ανεξάρτητος/η ή ικανός/ή να διατηρώ τον αυτοέλεγχό μου. ● βλ. κυρία [< 1,5,6: μτγν. κύριος, γαλλ. monsieur, ιταλ. signore 2,3: αρχ. κύριος 4: αγγλ. gentleman]

-ότητα

-ότητα(λόγ.) επίθημα αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνουν 1. κατάσταση ή χαρακτηριστικό: αυστηρ~/γνησι~/προνοητικ~. Βλ. -ύτητα.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Oσι~/παναγι~. Αγι~/ιερ~ (ΣΥΝ. -οσύνη). 2. (περιληπτ., παράγ. από ουσ.) σύνολο ατόμων με κοινή ιδιότητα: αδελφ~/ανθρωπ~. [< αρχ. -ότης]

υπηρέτης

υπηρέτης[ὑπηρέτης] υ-πη-ρέ-της ουσ. (αρσ.) 1. άνδρας που προσφέρει βοηθητική εργασία σε σπίτι έναντι μισθού: αφοσιωμένος/πιστός/προσωπικός ~. Οικιακοί ~ες. Πβ. υπηρεσία. Βλ. κύριος.|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ ελαφρού οπλισμού (: ειδικότητα του Πεζικού). 2. (μτφ.) αυτός που ενεργεί με αφοσίωση και ανιδιοτέλεια για το γενικό καλό, για την προώθηση μιας αξίας ή την εκπλήρωση ενός σκοπού: ~ της αλήθειας/της δικαιοσύνης. Ακούραστος/γνήσιος/σεμνός ~ του λόγου/της τέχνης.|| (κατ' επέκτ.) Το κράτος ως ~ του λαού/των πολιτών.|| ~ του Θεού. 3. (μτφ.-μειωτ., για πρόσωπο ή θεσμό) αυτός που είναι χειραγωγούμενος: ~ του ιμπεριαλισμού/των συμφερόντων του κεφαλαίου. 4. ΠΛΗΡΟΦ. διακομιστής. ● ΣΥΜΠΛ.: οι λειτουργοί/υπηρέτες της Θέμιδος/Θέμιδας βλ. Θέμιδα [< 1: αρχ. ὑπηρέτης ‘κωπηλάτης, εργάτης, βοηθός’ 4: αγγλ. server, 1972]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.