Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 2 εγγραφές  [1-2]


  • Άγγλος, Αγγλίδα [Ἄγγλος] Άγ-γλος επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στην Αγγλία ή κατάγεται από αυτή ή έχει αποκτήσει την αγγλική υπηκοότητα: ~ος: λόρδος. (ΙΣΤ.) ~ος: αρμοστής. Πβ. Βρετανός, Εγγλέζος. Βλ. Ουαλός, Σκωτσέζος. ● Υποκ.: αγγλάκι (το) (προφ.-συνήθ. ειρων.), αγγλιδούλα (η) (προφ.-οικ.) ● ΦΡ.: Άγγλος/Εγγλέζος στο/στα ραντεβού (του): για να δηλωθεί ότι κάποιος είναι απόλυτα συνεπής, ακριβής στην ώρα του.
  • αγγλοσαξονικός , ή, ό [ἀγγλοσαξονικός] αγ-γλο-σα-ξο-νι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τους Αγγλοσάξονες: ~ό: (ΟΙΚΟΝ.) μοντέλο/χιούμορ (= φλεγματικό). ● Ουσ.: αγγλοσαξονική (η) & αγγλοσαξονικά (τα): η αρχαία αγγλική γλώσσα. [< γαλλ. anglo-saxon]