Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • Έλληνας, Ελληνίδα [Ἕλληνας] Έλ-λη-νας επίθ./ουσ. {(λόγ. αρσ.) Έλλην, γεν. -ος}: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στην Ελλάδα ή κατάγεται από αυτή ή έχει αποκτήσει την ελληνική υπηκοότητα: οι αρχαίοι ~ες. Οι σύγχρονοι ~ες (= Νεοέλληνες). Οι ~ες της διασποράς/του εξωτερικού (βλ. ομογένεια). (ΙΣΤ.) Το γένος των Ελλήνων. Πβ. Γραικός, Ρωμιός.|| (ως επίθ.) ~ες: πολίτες. Βλ. ανθ~, μισ~, συν~, φιλ~. ● ΦΡ.: ίτε παίδες Ελλήνων (αρχαιοπρ.): εμπρός παιδιά των Ελλήνων· ως προτροπή, ενθάρρυνση για την επίτευξη υψηλού στόχου, συνήθ. εθνικής σημασίας., του Έλληνος/του Έλληνα ο τράχηλος ζυγό(ν) δεν υποφέρει/δεν υπομένει: οι Έλληνες δεν υποτάσσονται. [< αρχ. Ἕλλην, μεσν. Έλληνας, γαλλ. Hellène, αγγλ. Hellene]