Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • Αβορίγινες [Ἀβορίγινες] Α-βο-ρί-γι-νες ουσ. (αρσ.) (οι): ΕΘΝΟΛ. αυτόχθονες της Αυστραλίας: Οι γλώσσες/ο πολιτισμός/η τέχνη/οι φυλές των ~ων. Βλ. Ινδιάνος. [< γαλλ. aborigènes, πβ. μτγν. Ἀβοριγῖνες ‘οι πριν από τους Ρωμαίους κάτοικοι της Ιταλίας’]

Ινδιάνος

Ινδιάνος [Ἰνδιάνος] Ιν-δι-ά-νος ουσ. (αρσ.) , Ινδιάνα (η): ιθαγενής της αμερικανικής ηπείρου· ερυθρόδερμος. [< γαλλ. Indien]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.