Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • Ιησουίτης [Ἰησουίτης] Ι-η-σου-ί-της ουσ. (αρσ.) {Ιησουιτών} 1. ΘΡΗΣΚ. μέλος του ρωμαιοκαθολικού μοναστικού τάγματος με την ονομασία "Εταιρεία του Ιησού" και (συνεκδ. στον πληθ.) το αντίστοιχο τάγμα. Βλ. φραγκισκανός, -ίτης1. 2. (μετωνυμ.) πρόσωπο που παριστάνει τον ευσεβή, αλλά είναι υποκριτής και δολοπλόκος. ΣΥΝ. ταρτούφος [< γαλλ. Jésuite, ιταλ. Gesuita]

φραγκισκανός

φραγκισκανόςφρα-γκι-σκα-νός ουσ. (αρσ.) (κ. με κεφαλ. Φ): ΘΡΗΣΚ. μέλος του ρωμαιοκαθολικού μοναστικού τάγματος του Αγίου Φραγκίσκου της Ασίζης· (συνεκδ.-στον πληθ.) το αντίστοιχο τάγμα: Μονή ~ών.|| (ως επίθ.) ~ός: μοναχός. ~ό: μοναστήρι. Βλ. ιησουίτης, καπουτσίνος. [< μεσν. λατ. Franciscanus]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.