Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • Χριστούγεννα Χρι-στού-γεν-να ουσ. (ουδ.) (τα) {Χριστουγένν-ων}: ΕΚΚΛΗΣ. η χριστιανική εορτή της γέννησης του Χριστού (στις 25 Δεκεμβρίου)· συνεκδ. η χριστουγεννιάτικη περίοδος, το δωδεκαήμερο: (ευχετ.) Ευλογημένα/ευτυχισμένα/καλά/χαρούμενα ~. Λευκά/χιονισμένα ~. Ανήμερα (τα) ~ (= του Χριστού). Την παραμονή των ~ων. Το αστέρι/τα γλυκά (βλ. κουραμπιές, μελομακάρονο)/οι διακοπές/τα δώρα/τα κάλαντα/η κουλούρα (βλ. χριστόψωμο)/η μαγεία/η νηστεία (βλ. Μικρή Αποκριά, Σαρακοστή, σαρανταήμερο)/η νύχτα/το πνεύμα/το ρεβεγιόν των ~ων. Οι καταβασίες/τα τροπάρια των ~ων. Πού θα πάτε/πώς θα περάσετε τα ~ (: τις άγιες μέρες, τις γιορτές των ~ων); Βλ. αλεξανδρινό, δεσποτική εορτή, καλικάντζαρος, Φώτα. ● ΣΥΜΠΛ.: χριστουγεννιάτικο δέντρο/δέντρο των Χριστουγέννων βλ. δέντρο ● ΦΡ.: κάθε Πάσχα και Χριστούγεννα βλ. Πάσχα [< μεσν. Χριστούγεννα]

αλεξανδρινό

αλεξανδρινό[ἀλεξανδρινό] α-λε-ξαν-δρι-νό ουσ. (ουδ.) & αλεξανδριανό: ΒΟΤ. καλλωπιστικό φυτό (επιστ. ονομασ. Euphorbia pulcherrima) με παχύ φύλλωμα και μεγάλα φύλλα, συνήθ. κόκκινα και σπανιότ. κίτρινα ή λευκά: το ~, το λουλούδι των Χριστουγέννων. ΣΥΝ. ποϊνσέτια

δέντρο

δέντροδέ-ντρο ουσ. (ουδ.) & (λόγ.) δένδρο 1. κάθε ξυλώδες, πολυετές φυτό με σταθερό κορμό, που σχηματίζει κλαδιά σε αρκετό ύψος από το έδαφος: αειθαλές/αιωνόβιο/κωνοφόρο/οπωροφόρο/τροπικό/φυλλοβόλο ~. Η κουφάλα/η σκιά/ο φλοιός/τα φύλλα ενός ~ου. Απολιθωμένα/καμένα ~α. Ασθένειες των ~ων. Καλλιεργώ/κλαδεύω/κόβω/ξεριζώνω/ποτίζω/φυτεύω ένα ~. Ανθίζει/μεγαλώνει ένα ~. ~ ελιάς. Θάμνοι και ~α. ~-μινιατούρα/νάνος (βλ. μπονσάι).|| (μτφ.) Το ~ της ειρήνης/ελευθερίας/(ΠΔ) ζωής (: που χαρίζει αθανασία). Βλ. ευκάλυπτος, καστανιά, κέδρος, μηλιά, οξιά, πεύκο, πορτοκαλιά, χαμόδεντρο. 2. δενδροδιάγραμμα. ● Υποκ.: δεντράκι (το): ΣΥΝ. δενδρύλλιο ● ΣΥΜΠΛ.: γενεαλογικό δέντρο: το σύνολο των προγόνων κάποιου ανθρώπου ή ζωικού είδους, καθώς και το διάγραμμα που τους εμφανίζει σε δενδρική δομή μέχρι κάποιο όριο στο παρελθόν: ~ ~ οικογένειας (= οικογενειακό δέντρο)/τριών γενεών/... χρόνων. Βλ. ρίζες.|| ~ ~ αιλουροειδών/θηλαστικών. ~ ~ καθαρόαιμου σκύλου (βλ. πεντιγκρί).|| (μτφ.) ~ ~ χειρογράφου. [< γαλλ. arbre généalogique] , το δέντρο της γνώσης (του καλού και του κακού) (ΠΔ): ΘΕΟΛ. το δέντρο με τον απαγορευμένο από τον Θεό καρπό, τον οποίο έφαγαν οι Πρωτόπλαστοι και εκδιώχθηκαν από τον Παράδεισο., χριστουγεννιάτικο δέντρο/δέντρο των Χριστουγέννων: έλατο με διακοσμητικά αντικείμενα ή/και φωτάκια που τοποθετείται σε ιδιωτικούς ή δημόσιους χώρους κατά την περίοδο των Χριστουγέννων: Στολίζω το ~ ~. [< γερμ. Weihnachtsbaum] , βρογχικό δέντρο βλ. βρογχικός, οικογενειακό δέντρο βλ. οικογενειακός ● ΦΡ.: βλέπει το δέντρο και χάνει το δάσος (μτφ.): για κάποιον που ασχολείται με τις λεπτομέρειες και όχι με την ουσία ενός θέματος. [< 1: μεσν. δέντρο(ν)]

κουραμπιές

κουραμπιέςκου-ρα-μπιές ουσ. (αρσ.) 1. ΖΑΧΑΡ. γλύκισμα που παρασκευάζεται κυρ. από αλεύρι και βούτυρο και πασπαλίζεται με ζάχαρη άχνη: σπιτικοί/χριστουγεννιάτικοι ~ιέδες. ~ιέδες αμυγδάλου. Βλ. μελομακάρονο, -ές. 2. μαλθακός άνδρας, βουτυρομπεμπές. ● Υποκ.: κουραμπιεδάκι (το) {συνήθ. στον πληθ.}: στη σημ. 1. [< τουρκ. kurabiye]

λεξικό

λεξικό

Πά-σχα ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΕΚΚΛΗΣ. η μεγαλύτερη χριστιανική γιορτή σε ανάμνηση της Ανάστασης του Χριστού, η οποία γιορτάζεται την πρώτη Κυριακή μετά την πανσέληνο που ακολουθεί την εαρινή ισημερία, η Κυριακή του Πάσχα· συνεκδ. το δεκαπενθήμερο από την Κυριακή των Βαΐων μέχρι την Κυριακή του Θωμά: ελληνικό/καθολικό/ορθόδοξο/παραδοσιακό ~. ~ στο χωριό. Το αρνί (βλ. οβελίας)/τα γλυκά (: κουλουράκια, τσουρέκι)/οι διακοπές/η εβδομάδα/τα έθιμα (π.χ. βάψιμο και τσούγκρισμα των αβγών)/η νηστεία (βλ. Μεγάλη Σαρακοστή) του ~. Η Δευτέρα/η Τρίτη/... του ~ (βλ. Διακαινήσιμος). (ευχετ.) Καλό ~! Πότε πέφτει (φέτος) το ~ (βλ. κινητή γιορτή); Πού θα κάνετε (= γιορτάσετε/περάσετε το) ~ (βλ. άγιες μέρες); Ξεκίνησε η έξοδος (των εκδρομέων) του ~. || Το Πάσχα του καλοκαιριού (: η εορτή της Κοίμησης της Θεοτόκου). Βλ. Μεγάλο/Μέγα Σάββατο. ΣΥΝ. Λαμπρή, Πασχαλιά2 2. ΘΡΗΣΚ. μεγάλη εβραϊκή γιορτή σε ανάμνηση της Εξόδου των Ιουδαίων από την Αίγυπτο και της διάβασης της Ερυθράς Θάλασσας. Βλ. άζυμος. ● ΦΡ.: κάθε Πάσχα και Χριστούγεννα (προφ.-ειρων.): σπάνια: Μας θυμάται ~ ~ (= αραιά και πού). [< μτγν. Πάσχα < αραμαϊκό pascha]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.