Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 2 εγγραφές  [0-2]


  • άβατο [ἄβατο] ά-βα-το ουσ. (ουδ.) 1. (μτφ.) καθετί στο οποίο κάποιος δεν έχει ελεύθερη πρόσβαση: Στα ~α ενός μυστήριου κόσμου. 2. ΕΚΚΛΗΣ. τμήμα του ναού ή ιερός χώρος όπου απαγορεύεται η είσοδος σε γυναίκες και γενικότ. σε αμύητους: ~ του ιερού. Παραβίαση του ~ου. Πβ. άδυτο. ΣΥΝ. Ιερό/Άγιο Βήμα ● ΣΥΜΠΛ.: το άβατο(ν) του Αγίου Όρους: θεσμός που δεν επιτρέπει την είσοδο των γυναικών στο Άγιο(ν) Όρος. [< ουσιαστικοπ. ουδ. του αρχ. επιθ. ἄβατος]
  • άβατος , η, ο [ἄβατος] ά-βα-τος επίθ.: που δεν μπορεί ή δεν επιτρέπεται να τον διαβεί κάποιος, να τον προσπελάσει: ~ος: δρόμος (ΣΥΝ. αδιάβατος, ΑΝΤ. βατός, προσπελάσιμος). ~η: παραλία/περιοχή. ~ες: κορφές (πβ. απάτητες). ~α: (παρθένα) δάση/μονοπάτια. Έρημο και ~ο τοπίο (πβ. απροσπέλαστο). Οι ~ες και απόκρημνες πλευρές του νησιού.|| ~η: Μονή. Xώρος ιερός, ~ και απαραβίαστος.|| (μτφ.) ~ες για πολλούς υποψηφίους οι πύλες των πανεπιστημίων. [< αρχ. ἄβατος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.