Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • άβαφος & άβαφτος , η, ο [ἄβαφος] ά-βα-φος επίθ. 1. που δεν έχει βαφτεί, χρωματιστεί: ~ος: τοίχος. ~η: επιφάνεια/πόρτα. ~ο: δέρµα/ξύλο/σπίτι/ύφασμα. ~α: κάγκελα/μαλλιά. Πβ. αμπογιάτιστος, αχρωμάτιστος. ΑΝΤ. βαμμένος. 2. αμακιγιάριστος: ~ο: πρόσωπο. ~η, αχτένιστη και απεριποίητη. Πβ. αφτιασίδωτος. ΑΝΤ. μακιγιαρισμένος, φτιασιδωμένος. 3. (στη μεταλλουργία) για μέταλλο που δεν έχει ψυχθεί απότομα μετά την πυράκτωσή του, για να γίνει πιο ανθεκτικό. [< μεσν. άβαφος]