άγευστος , η, ο [ἄγευστος] ά-γευ-στος επίθ. 1. (κυρ. για φαγητά, τρόφιμα, ποτά) που δεν έχει (ωραία) γεύση: ~η: σούπα (ΣΥΝ. άνοστη, ΑΝΤ. νόστιμη).|| (ΧΗΜ.) Το υδρογόνο είναι ~ο αέριο. ΑΝΤ. γευστικός (1), εύγευστος 2. (μτφ.) που δεν έχει ενδιαφέρον, ανιαρός: ~ος: άνθρωπος. ~η: εκπομπή. ~ο: αστείο. Η ερμηνεία της ήταν ~η, χωρίς νεύρο.3. (+ γεν.) (μτφ., για πρόσ.) που δεν έχει εμπειρία ή γνώση κάποιου πράγματος: ~ παιδείας. Βλ. άπειρος. ● επίρρ.: άγευστα (μτφ.): ανιαρά, πληκτικά. ● ΦΡ.: άχρωμος, άοσμος και άγευστος βλ. άχρωμος [< 1: αρχ. ἄγευστος]
άχρωμος
άχρωμος, η, ο [ἄχρωμος] ά-χρω-μος επίθ. 1. που δεν έχει χρώμα, συνήθ. έντονο ή διακριτό: ~ο: αέριο/βερνίκι/υγρό.|| ~ο: πρόσωπο (= χλομό, ωχρό). Βλ. -χρωμος.2. (μτφ.) που δεν έχει κάποιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό (ζωντάνια, ενδιαφέρον), ουδέτερος: ~η: ζωή (: μονότονη)/παρουσία/φωνή (= άτονη). ~ο: κείμενο. ~α: μάτια (= ανέκφραστα). Πβ. επίπεδος. ● ΦΡ.: άχρωμος, άοσμος και άγευστος (μτφ.-εμφατ.): για κάποιον ή κάτι εντελώς αδιάφορο, ανιαρό ή και ανούσιο: Η ερμηνεία του ήταν ~η, ~η και ~η. [< 1: μεσν. άχρωμος 2: γαλλ. incolore]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.