Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • άγλυκος , η, ο [ἄγλυκος] ά-γλυ-κος επίθ.: που δεν είναι πολύ ή καθόλου γλυκός: ~ος: καφές (: χωρίς ζάχαρη)/χυμός. ~η: σοκολάτα. ~ο: κέικ/σιρόπι. ~α: γλυκά/πορτοκάλια/σταφύλια. ΑΝΤ. γλυκός (1)

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.