Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • άθεος , η, ο [ἄθεος] ά-θε-ος επίθ./ουσ. {-ων (λόγ.) -έων} 1. που δεν πιστεύει στην ύπαρξη Θεού και γενικότ. οποιασδήποτε θεότητας: ~οι: διανοούμενοι/υλιστές/φιλόσοφοι. ~ εκ πεποιθήσεως. Πβ. αθεϊστής. Βλ. αγνωστικιστής, άπιστος, θεϊστής. ΑΝΤ. θρήσκος, πιστός (1) 2. {μόνο ως επίθ.} που αναφέρεται στην αθεΐα: ~η: εποχή. ~ες: αντιλήψεις. 3. (μειωτ.) που δεν πιστεύει στον Χριστό, αντίχριστος: τα αντιχριστιανικά κείμενα των ~ων. Βλ. άπιστος. [< αρχ. ἄθεος]

αγνωστικιστής

αγνωστικιστής[ἀγνωστικιστής] α-γνω-στι-κι-στής ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΣ. υποστηρικτής του αγνωστικισμού. Βλ. (α)θεϊστής, άθεος. [< γαλλ. agnostique, αγγλ. agnostic]

άπιστος

άπιστος, η, ο [ἄπιστος] ά-πι-στος επίθ. 1. (μειωτ.) που δεν πιστεύει σε κάποια θρησκεία και ειδικότ. που έχει διαφορετικό θρήσκευμα: (ως ουσ.) Πόλεμος εναντίον των απίστων. Πβ. αλλόθρησκος. Βλ. άθεος. ΑΝΤ. πιστός (1) 2. που διαπράττει απιστία: ~ος: άντρας/σύζυγος (πβ. μουρντάρης). ~η: γυναίκα. Της ήταν ~. Υπήρξε ~ στον γάμο/στη σχέση τους. Πβ. μοιχός.|| (μτφ.) ~η: καρδιά. 3. που δεν πείθεται εύκολα, δύσπιστος, καχύποπτος. ΑΝΤ. εύπιστος 4. (σπάν.) ανάξιος εμπιστοσύνης: ~ος: φίλος. ● επίρρ.: άπιστα & (λογ.) απίστως ● ΣΥΜΠΛ.: άπιστος Θωμάς βλ. Θωμάς [< αρχ. ἄπιστος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.