Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 2 εγγραφές  [0-2]


  • ακαριαίος , α, ο [ἀκαριαῖος] α-κα-ρι-αί-ος επίθ. (λόγ.): που συντελείται ή γίνεται σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, άμεσος: ~ος: έρωτας (= κεραυνοβόλος)/θάνατος (πβ. αιφνίδιος, ξαφνικός)/πυροβολισμός. ~α: αλλαγή/δράση/έκρηξη/επέμβαση/κινητοποίηση/μεταβολή. ~ο: πλήγμα/φιτίλι (: που προκαλεί άμεση έκρηξη). Βλ. -ιαίος. ΣΥΝ. αστραπιαίος, στιγμιαίος (1) ● επίρρ.: ακαριαία & (σπάν.-λόγ.) ακαριαίως: Σκοτώθηκε ~. [< αρχ. ἀκαριαῖος]
  • ακαρίαση [ἀκαρίαση] α-κα-ρί-α-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μολυσματική νόσος που προκαλείται από ακάρεα: τραχειακή ~. ~ αμπελιών/μελισσών. Πβ. ψώρα. Βλ. -ίαση. [< γαλλ. acariose, αγγλ. acariasis]

-ιαίος

-ιαίος, α, ο λόγιο επίθημα για την παραγωγή επιθέτων κυρ. από ουσιαστικά∙ δηλώνει 1. διάρκεια ή επανάληψη σε τακτά χρονικά διαστήματα: στιγμ~/ωρ~.|| Eβδομαδ~/μην~. 2. μέρος του σώματος: κροταφ~ (= κροταφικός)/μετωπ~ (λοβός). Μηρ-ιαίο (οστό). Γλουτ-ιαίοι (μύες). 3. τρόπο: βαθμ~/κατακλυσμ~. 4. μέγεθος ή ποσότητα: γιγαντ~ (πβ. -ιος)/κολοσσ~/σπιθαμ~.|| Εκατοστ~/ποσοστ~.

-ίαση

-ίαση: επίθημα ιατρικών όρων για δήλωση πάθησης ή νόσου: μολυβδ~/μυδρ~/μυκητ~/ψωρ~. Βλ. -ία, -ίτιδα, -πάθεια, -ωση2.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.