Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • άκαρπος , η, ο [ἄκαρπος] ά-καρ-πος επίθ. ΑΝΤ. καρπερός 1. (μτφ.) που δεν έχει αποτέλεσμα, ανεπιτυχής: ~ος: διάλογος. ~η: αναζήτηση/συνάντηση. ~ο: εγχείρημα/ημίχρονο. ~ες: διαπραγματεύσεις/έρευνες/προσπάθειες/συνομιλίες. ~α: σχέδια. Πβ. ανώφελος. ΣΥΝ. άγονος (1), αναποτελεσματικός, ατελέσφορος, στείρος (2) ΑΝΤ. αποτελεσματικός (1) 2. που δεν παράγει καρπούς: ~η: γη. ~ο: αμπέλι/δέντρο.|| ~η: χρονιά. ΣΥΝ. άγονος (2) ΑΝΤ. γόνιμος (1), εύφορος, καρποφόρος (1) 3. (μτφ.) που δεν μπορεί να τεκνοποιήσει: ~ο: ζευγάρι. ΣΥΝ. άτεκνος, στείρος (1) [< αρχ. ἄκαρπος, γαλλ. infructueux]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.