Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • άκαρπος , η, ο [ἄκαρπος] ά-καρ-πος επίθ. ΑΝΤ. καρπερός 1. (μτφ.) που δεν έχει αποτέλεσμα, ανεπιτυχής: ~ος: διάλογος. ~η: αναζήτηση/συνάντηση. ~ο: εγχείρημα/ημίχρονο. ~ες: διαπραγματεύσεις/έρευνες/προσπάθειες/συνομιλίες. ~α: σχέδια. Πβ. ανώφελος. ΣΥΝ. άγονος (1), αναποτελεσματικός, ατελέσφορος, στείρος (2) ΑΝΤ. αποτελεσματικός (1) 2. που δεν παράγει καρπούς: ~η: γη. ~ο: αμπέλι/δέντρο.|| ~η: χρονιά. ΣΥΝ. άγονος (2) ΑΝΤ. γόνιμος (1), εύφορος, καρποφόρος (1) 3. (μτφ.) που δεν μπορεί να τεκνοποιήσει: ~ο: ζευγάρι. ΣΥΝ. άτεκνος, στείρος (1) [< αρχ. ἄκαρπος, γαλλ. infructueux]