Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • άλωση [ἅλωση] ά-λω-ση ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -ώσεως} 1. κατάκτηση, κυρίευση: (παλαιότ.) η ~ του κάστρου. Πβ.. εκπόρθηση, κατάληψη, πτώση.|| (μτφ.) Οικονομική/πολιτική ~. Η ~ της αγοράς/των συνειδήσεων. Η κομματική ~ του δημόσιου τομέα/της Διοίκησης. Βλ. αλλοτρίωση, διάβρωση, κυριαρχία. 2. ΙΣΤ. (με κεφαλ. Α) η κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς Τούρκους το 1453: οι ιστορικοί της ~ώσεως. Η επέτειος/το χρονικό της ~ης. Θρήνοι για την ~. [< αρχ. ἅλωσις]

Δημοκοπια

Δημοκοπια[ἀλλοτρίωση] αλ-λο-τρί-ω-ση ουσ. (θηλ.) 1. κατάσταση κατά την οποία το άτομο αποξενώνεται από τον ίδιο του τον εαυτό και τον κόσμο και υποτάσσεται σε μια τάξη πραγμάτων, με αποτέλεσμα την αλλοίωση των χαρακτηριστικών της προσωπικότητάς του: ηθική/ιδεολογική/κοινωνική/οικονομική/πνευματική/πολιτική/πολιτισμική/ψυχική ~. ~ της εργασίας/του πολίτη/των σχέσεων. ~ του ανθρώπου από τον εαυτό του/τη φύση. Καπιταλισμός/παγκοσμιοποίηση/τεχνολογία και ~. ~ και έλλειψη επικοινωνίας/μοναξιά. Αντιστέκομαι στην/βιώνω την/εγκλωβίζομαι στην ~. Πβ. αποξένωση. 2. (γενικότ.) αλλοίωση, διαστρέβλωση, φθορά γνήσιων στοιχείων ή χαρακτηριστικών: ~ της γλώσσας/των θεσμών/της ταυτότητας ενός λαού/της τέχνης. ~ των αξιών στο όνομα του χρήματος. [< μτγν. ἀλλοτρίωσις, γαλλ. aliénation]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.