Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • άμβωνας [ἄμβωνας] άμ-βω-νας ουσ. (αρσ.) & (λόγ.) άμβων: ΕΚΚΛΗΣ. ημικυκλικό ή πολυγωνικό βήμα στο εσωτερικό εκκλησίας που τοποθετείται ψηλά, συνήθ. σε κίονα της αριστερής κιονοστοιχίας με ελικοειδή σκάλα και προορίζεται για ανάγνωση του Ευαγγελίου ή για το κήρυγμα του θείου λόγου: ξύλινος/μαρμάρινος ~. ● ΦΡ.: από άμβωνος (λόγ.) 1. (μτφ.) με δογματικό, υπεροπτικό ή αλαζονικό τρόπο, αφ' υψηλού: ~ ~ παραινέσεις. Πβ. από καθέδρας. 2. (σπάν.) (για κήρυγμα, ομιλία) που γίνεται από τον άμβωνα: ~ ~ λόγοι. [< μτγν. ἄμβων]