Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • άνδρας & άντρας [ἄνδρας] άν-δρας ουσ. (αρσ.) {-α (λόγ.) ανδρ-ός | -ών} 1. ενήλικο άτομο αρσενικού φύλου, κατ' αντιδιαστολή προς το παιδί και τη γυναίκα: ανύπαντρος/γοητευτικός/δυναμικός/δυνατός/ελκυστικός/έξυπνος/επιτυχημένος/ευαίσθητος/ευγενικός/ηλικιωμένος (: γέρος)/κομψός/μελαμψός/μεσόκοπος/νέος (βλ. έφηβος)/παντρεμένος/ρομαντικός/χωρισμένος/ωραίος (= ομορφάντρας· ΑΝΤ. ασχημάντρας)/ώριμος ~. Ο μέσος/σύγχρονος ~. Ο ισχυρός ~ της επιχείρησης/ομάδας. (Σπουδαίος) πολιτικός ~ (πβ. προσωπικότητα). Ο ~ κουβαλητής. Φύλο: ~ (βλ. άρρεν). Δημόσιοι ~ες (: που κατέχουν δημόσιο αξίωμα). Ένδοξοι/επιφανείς ~ες. Αποφθέγματα/λόγια μεγάλων ~ών (= σημαντικών). ~ μεγάλης ηλικίας/μετρίου αναστήματος. Περιοδικά για τον ~α. Βρέθηκε το πτώμα αγνώστου ~ός. Έχεις γίνει (ολόκληρος/σωστός) ~ πια! Βλ. δανδής, δον ζουάν, ζιγκολό, ισχυρό φύλο, μάγκας, πλεϊμπόι, τζέντλεμαν, φαλλοκράτης.|| Το ήθος του ~ός. 2. {συνήθ. στον τ. άντρας} αυτός που παρουσιάζει εκείνα τα στοιχεία της συμπεριφοράς και της εμφάνισης (αρρενωπότητα, γενναιότητα, θάρρος, εντιμότητα, σωματική δύναμη) τα οποία σύμφωνα με την κοινωνική αντίληψη χαρακτηρίζουν ένα αρσενικό ενήλικο άτομο: Ανακηρύχθηκε/ψηφίστηκε ~ της χρονιάς. Ο ιδανικός/τέλειος ~. Είσαι και πολύ ~! Είναι ~ με τα όλα του. Το παίζει ~. Πρέπει να φανείς ~! Φέρσου σαν ~! Αν είσαι ~, έλα να λογαριαστούμε! Πβ. άντρακλας, παλικάρι.|| (προφ., για ομοφυλόφιλο:) Δεν είναι φανατικός ~. 3. πρόσωπο που διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην ερωτική ζωή μιας γυναίκας ως σύζυγος, αγαπημένος ή εραστής: πιστός ~. Βρήκε/γνώρισε τον ~α των ονείρων της. Είναι ο ~ της ζωής της. Πρώην ~ (= σύζυγος). Ο ~ της πέθανε (= είναι χήρα). Δεν έχει ~α (= είναι ανύπαντρη). Ο ~ της υπέβαλε αίτηση διαζυγίου. Απάτησε τον ~α της. Κακοποιείται από τον ~α της. Πήρε ~α νεότερό της. Την άφησε/παράτησε ο ~ της. Ο ~ της οικογένειας (= προστάτης)/του σπιτιού (βλ. οικογενειάρχης). Ο ~ της αδερφής/της κόρης μου (= ο γαμπρός μου).|| Δεν τον βλέπει σαν ~α (= εραστή), μόνο σαν φίλο.άνδρες & άντρες (οι) 1. μέλη ένοπλου συνήθ. σώματος: Στην επιχείρηση συμμετείχαν ~ των αστυνομικών δυνάμεων/των ΕΚΑΜ. Οι ~ της ειρηνευτικής δύναμης (πβ. κυανόκρανος)/των Σωμάτων Ασφαλείας. 2. ΑΘΛ. (κυρ. με κεφαλ. Α) η ανώτερη ηλικιακή κατηγορία κατάταξης αθλητών: Εθνική ~ών. ● Υποκ.: αντράκι (το) 1. (μειωτ.-ειρων.) άντρας. 2. αγόρι που παριστάνει τον άντρα. 3. (μτφ.) θαρραλέα, δυναμική γυναίκα., αντρούλης (ο): (χαϊδευτ.) σύζυγος. ● ΣΥΜΠΛ.: σκληρό αντράκι βλ. σκληρός ● ΦΡ.: άντρα θέλω, τώρα τον(ε) θέλω (προφ.-ειρων.): λέγεται συνήθ. για να αποδοκιμαστεί η απαίτηση κάποιου για άμεση εκπλήρωση επιθυμίας του., ενός ανδρός αρχή (λόγ.-αρνητ. συνυποδ.): σε περιπτώσεις που συγκεντρώνεται η εξουσία σε ένα μόνο άτομο. Βλ. προσωποκεντρικό/συγκεντρωτικό σύστημα., σαν άντρας προς άντρα: για να δηλωθεί ότι κάποιος χαρακτηρίζεται από ευθύτητα και ειλικρίνεια: Έλα να μιλήσουμε ~ ~. [< αγγλ. man-to-man, 1902] , η δε γυνή ίνα φοβήται τον άνδρα βλ. γυνή [< αρχ. ἀνήρ, αιτ. ἄνδρα, μεσν. άνδρας]

γυνή

γυνήγυ-νή ουσ. (θηλ.) {γυναικ-ός (εσφαλμ. γυνής)} (λόγ.): γυναίκα. Στις ● ΦΡ.: η δε γυνή ίνα φοβήται τον άνδρα: ΕΚΚΛΗΣ. (από το μυστήριο του γάμου) προτροπή να σέβεται και να τιμά η γυναίκα τον σύζυγό της., πυρ, γυνή και θάλασσα (μειωτ.): διατύπωση που εμφανίζει τη γυναίκα ως μία από τις μεγαλύτερες συμφορές., συν γυναιξί και τέκνοις (ΚΔ): (για άνδρα) μαζί με τη γυναίκα και τα παιδιά του· κατ' επέκτ. οικογενειακώς: Ήταν όλοι εκεί ~ ~. [< αρχ. γυνή]

δανδής

δανδήςδαν-δής ουσ. (αρσ.) {δανδ-ήδες} (παλαιότ.): άντρας με υπερβολική κομψότητα στο ντύσιμο και λεπτεπίλεπτους τρόπους: ~ και ωραιοπαθής. Γνωστός ~ των κοσμικών σαλονιών. Ντύνεται σαν ~ του 19ου αιώνα. ΣΥΝ. κομψευόμενος [< αγγλ.-γαλλ. dandy]

σκληρός

σκληρός, ή, ό σκλη-ρός επίθ. 1. που αλλάζει δύσκολα σχήμα· που δεν υποχωρεί εύκολα σε εξωτερική πίεση ή βάρος: ~ή: επένδυση/επιφάνεια/ξυλεία/οροφή. ~ό: έδαφος/κέλυφος/μέταλλο/όστρακο/υλικό.|| (συγκριτικά με κάτι άλλο πιο μαλακό) ~ή: βούρτσα/μπότα/φέτα. ~ό: ελατήριο/εξώφυλλο/κάλυμμα/κολάρο/κρέας/κρεβάτι/μαξιλάρι/χαρτί/ψωμί. ~οί: φακοί επαφής. Βλ. ημίσκληρος.|| (ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ.) ~ό: αλεύρι (: από ~ό σιτάρι). ΑΝΤ. μαλακός (1) 2. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από έλλειψη ευαισθησίας, ανάλγητος, αυστηρός, αμείλικτος: ~ός: εργοδότης/ηγεμόνας/προϊστάμενος/τιμωρός/τύραννος. ~ή: καρδιά (= από πέτρα)/κοινωνία. Πβ. άκαρδος, άπονος, σκληρόκαρδος.|| ~ός: κριτής/νόμος/όρος. ~ή: διαταγή/επιτήρηση/καταστολή/μεταχείριση. ~ό: βλέμμα/ύφος. Απαντά σε ~ούς τόνους στους επικριτές του. Είναι ~ απέναντι στον/με τον εαυτό του. ~οί στις κρίσεις τους. ΑΝΤ. επιεικής 3. (μτφ.) έντονος, οξύς, δριμύς, σφοδρός: ~ός: ήχος/φωτισμός/χειμώνας (= βαρύς). ~ή: γεύση/μουσική. ~ό: κλίμα/χρώμα. ~ές: γραμμές. ~ά: χαρακτηριστικά προσώπου (= αδρά).|| ~ός: ανταγωνισμός. ~ή: αναμέτρηση/αντιπαράθεση/αντιπολίτευση/απάντηση/γλώσσα/δήλωση/δράση/επίθεση/κριτική/πολεμική/σάτιρα (πβ. καυστική). ~ό: ανακοινωθέν. ~ά: λόγια.|| (ειδικότ.) ~ό: ποτό (: με υψηλή περιεκτικότητα σε αλκοόλ). ~ά: απορρυπαντικά/σαμπουάν/σαπούνια. ΑΝΤ. μαλακός (3) 4. (μτφ.) δυσβάσταχτος, οδυνηρός: ~ή: δοκιμασία/εποχή/ζωή/λιτότητα/ποινή. ~ό: καθήκον. ~οί: φόροι. ~ές: κυρώσεις/συνθήκες (διαβίωσης). ~ά: μέτρα. Πβ. απάνθρωπος, επαχθής.|| ~ός: πόλεμος (: αιματηρός)/χωρισμός. ~ή: αλήθεια/πραγματικότητα. Του έδωσε ένα ~ό μάθημα. Είναι ~ό να ... Πβ. επώδυνος. 5. (μτφ.) δυναμικός, άφοβος, ανθεκτικός και κατ' επέκτ. άκαμπτος, ανυποχώρητος: ~ός: χαρακτήρας. Άντρες ~οί, μαθημένοι στις κακουχίες. (ως ουσ.) Κάνουν τους ~ούς. Πβ. σκληραγωγημένος.|| (ειδικότ. στον ΑΘΛ.) ~ό: μαρκάρισμα/φάουλ. Πβ. βίαιος, δυνατός.|| ~ός: αντίπαλος/διαπραγματευτής/συνομιλητής. ~ή: αντίσταση/στάση. ~ές: διαπραγματεύσεις. ~οί στις διεκδικήσεις τους. Πβ. αδιάλλακτος. 6. (μτφ.) επίπονος, κοπιώδης, απαιτητικός: ~ός: αγώνας. ~ή: άσκηση/βιοπάλη/δίαιτα (= αυστηρή)/δουλειά/εκπαίδευση/νηστεία/προετοιμασία/προπόνηση/προσπάθεια. ~ό: πρόγραμμα/ωράριο. ΣΥΝ. κοπιαστικός ΑΝΤ. εύκολος (1) 7. που είναι άγριος και δυσάρεστος στην αφή: ~ό: δέρμα/τρίχωμα/ύφασμα. ~ά: μαλλιά. Πβ. τραχύς. ΑΝΤ. απαλός (1) 8. (μτφ.) (για την πορνογραφία) που προβάλλει με λεπτομέρεια σεξουαλικές πράξεις: ~ή: τσόντα. ~ό: πορνό. ΑΝΤ. μαλακός.|| ~ό: σεξ (= άγριο, έντονο). ● Υποκ.: σκληρούτσικος , η, ο ● επίρρ.: σκληρά ● ΣΥΜΠΛ.: σκληρά ναρκωτικά & βαριά ναρκωτικά: που προκαλούν μεγάλη εξάρτηση και είναι περισσότερο επικίνδυνα για την υγεία σε σχέση με τα μαλακά. Βλ. ηρωίνη, κοκαΐνη. [< αγγλ. hard drugs, 1967] , σκληρό αντράκι (συνήθ. ειρων.): για άντρα που παριστάνει τον δυναμικό, θαρραλέο: Μας το παίζει ~ ~., σκληρό νερό: με υψηλά επίπεδα ασβεστίου και μαγνησίου. ΑΝΤ. μαλακό νερό [< αγγλ. hard water] , σκληρό νόμισμα: ΟΙΚΟΝ. ισχυρό νόμισμα που παρουσιάζει σταθερότητα και ανοδικές τάσεις: έλλειμμα/συναλλαγές σε ~ ~. [< αγγλ. hard currency] , σκληρό πόκερ/παζάρι (μτφ.): διαπραγματεύσεις που χαρακτηρίζονται από αδιάλλακτη στάση: ~ ~ για αυξήσεις στους μισθούς των υπαλλήλων., σκληρός πυρήνας 1. κυρίαρχο τμήμα ενός συνόλου κυρ. ανθρώπων που δείχνει τη μεγαλύτερη προσήλωση στις αρχές που χαρακτηρίζουν το σύνολο: ο ~ ~ των διαδηλωτών/του κόμματος/του κράτους. 2. (κατ' επέκτ.) το βασικό μέρος, η ουσία: ο ~ ~ του προβλήματος. [< αγγλ. hard core, 1936] , σκληρή γραμμή βλ. γραμμή, σκληρό καρύδι βλ. καρύδι, σκληρό παιχνίδι βλ. παιχνίδι, σκληρό τυρί βλ. τυρί, σκληρό/χαρντ ροκ βλ. ροκ, σκληρός δίσκος βλ. δίσκος ● ΦΡ.: (δεινόν/σκληρόν) προς κέντρα λακτίζειν βλ. λακτίζω [< αρχ. σκληρός, αγγλ. hard]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.