ακουστικός, ή, ό [ἀκουστικός] α-κου-στι-κός επίθ. 1. που αναφέρεται στην ακοή ή την ακουστική, που γίνεται μέσω της ακοής: ~ός: ενισχυτής/εξοπλισμός/συναγερμός. ~ή: αίσθηση/αναπηρία/διάδοση/εμπέδηση/ένταση/ευαισθησία/ικανότητα/ισχύς/μόνωση/ποιότητα/ωκεανογραφία. ~ό: βοήθημα (βαρηκοΐας)/λάθος/σύστημα στάθμευσης. ~οί: αισθητήρες. ~ές: αναμνήσεις/διαταραχές/εντυπώσεις/ιδιότητες (: θεάτρου, ναού, βλ. ακουστική)/μετρήσεις/παραισθήσεις/παραστάσεις. ~ά: ερεθίσματα/κύματα (βλ. ηχητικά ~)/όργανα/σήματα/φαινόμενα. Αντιθορυβική ~ή τεχνολογία. Οπτική και ~ή επαφή. Βλ. ηλεκτρο~.|| (ΑΝΑΤ.) ~ός: πόρος (: μεταφέρει τα ηχητικά κύματα στο τύμπανο και μαζί με το πτερύγιο αποτελεί το εξωτερικό αυτί). ~ό: κέντρο/νεύρο (: μεταδίδει τους ηλεκτρικούς παλμούς στον εγκέφαλο, για να αποκωδικοποιηθούν ως ήχοι)/οστάριο/πτερύγιο. (ΓΛΩΣΣ.) ~ή: φωνητική. 2. ΜΟΥΣ. (για μουσικό όργανο) που δεν είναι ηλεκτρικό ή (για μουσική) που προορίζεται να ακουστεί (και όχι να τραγουδηθεί): ~ό: μπάσο. ~οί: αυτοσχεδιασμοί. ~ές: εκτελέσεις/ενορχηστρώσεις. ● επίρρ.: ακουστικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: ακουστική άνεση: που παρέχεται μέσω των κατάλληλων επιπέδων ήχου: Λύσεις ακουστικής απορρόφησης που προσφέρουν τη μέγιστη ~ ~. [< αγγλ. acoustic comfort] , ακουστική αντίληψη: ΨΥΧΟΛ. ικανότητα αποκωδικοποίησης των ερεθισμάτων που λαμβάνονται από τα όργανα της ακοής: επαρκής/μειωμένη ~ ~. Βλ. οπτική αντίληψη. [< αγγλ. acoustic perception] , ακουστική συχνότητα: ΦΥΣ. η συχνότητα των ηχητικών κυμάτων που μπορούν να γίνουν αντιληπτά από τον άνθρωπο: εύρος/πλάτος ~ής ~ας. [< αγγλ. audio frequency, 1913] , ακουστική τεχνολογία & ακουστική: ΤΕΧΝΟΛ. ο τομέας που ασχολείται με τις τεχνικές που εξασφαλίζουν την καλή διάδοση του ήχου και τον έλεγχο θορύβων και αντηχήσεων: ~ ~ χώρων. Αρχιτεκτονική ακουστική. Περιβαλλοντική ~ και ηχορύπανση., ακουστικός τύπος: πρόσωπο που αντιλαμβάνεται και μαθαίνει ευκολότερα κάτι, όταν το ακούει: Βλ. οπτικός τύπος. [< γερμ. akustischer Typ] , ακουστική εικόνα βλ. εικόνα, ακουστική κιθάρα βλ. κιθάρα, ακουστική οικολογία βλ. οικολογία, ακουστική περιγραφή βλ. περιγραφή, ακουστικό/ηχητικό/ομιλούν βιβλίο βλ. βιβλίο [< αρχ. ἀκουστικός ‘που αφορά την ακρόαση ή είναι διτεθειμένος να ακούσει’, γαλλ. acoustique, αγγλ. acoustic]
ελευθερία[ἐλευθερία] ε-λευ-θε-ρί-α ουσ. (θηλ.) {ελευθεριών} & (λαϊκό-λογοτ.) λευτεριά & ελευτεριά: η ιδιότητα του ελεύθερου· η απουσία ελέγχου, περιορισμών, δεσμεύσεων: απόλυτη/δημιουργική/εσωτερική/ηθική/πλήρης ~. Η ~ της δράσης/εργασίας/ιδιοκτησίας. Το ιδανικό/η κατάκτηση/η προάσπιση/η προστασία/η στέρηση/η υπονόμευση/το ύψιστο αγαθό/το φρόνημα της ~ας. Σεβασμός της ~ας των άλλων. Έχω την ~ (: το δικαίωμα) να ... Χιλιάδες άνθρωποι έχουν θυσιαστεί στο όνομα της ~ας. Αφαιρώ/στερώ την ~ από κάποιον (πβ. φυλακίζω, υποδουλώνω). Δίνω την ~ σε κάποιον. Ανακτώ την ~ μου (= απελευθερώνομαι). Βλ. ημι~.|| (για έθνος, κράτος, τόπο: η απουσία ξένης κατοχής ή επικυριαρχίας) Εθνική/πολιτική ~. Αγώνας για την ~ της πατρίδας. ~ ή θάνατος (: το σύνθημα της Ελληνικής Επανάστασης του 1821). ΑΝΤ. αν~, δουλεία, σκλαβιά. ● ελευθερίες (οι): τα διάφορα είδη ελευθερίας που συνήθ. κατοχυρώνονται συνταγματικά: ατομικές/δημοκρατικές/θρησκευτικές/λαϊκές/στοιχειώδεις/συλλογικές ~. Κοινοτικές ~ (: οι τέσσερις βασικές ~, δηλ. η ελεύθερη κυκλοφορία κεφαλαίων/εμπορευμάτων/προσώπων/υπηρεσιών). Άσκηση/καταστρατήγηση των ~ών. ~ και ανθρώπινα δικαιώματα. ● ΣΥΜΠΛ.: βαθμός/βαθμοί ελευθερίας 1. ΦΥΣ. καθεμία από τις παραμέτρους που πρέπει να ληφθούν υπόψη για τον ακριβή προσδιορισμό της κίνησης ενός μηχανικού συστήματος ή των αλλαγών που υφίσταται ένα θερμοδυναμικό σύστημα. 2. ΣΤΑΤΙΣΤ. καθεμία από τις ανεξάρτητες τυχαίες μεταβλητές σε στατιστική μέτρηση ή κατανομή συχνοτήτων., γενετήσια ελευθερία: ΝΟΜ. το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της ελεύθερης επιλογής ερωτικού συντρόφου (χωρίς εξαναγκασμό, οικονομικά ανταλλάγματα ή άλλου είδους εξαρτήσεις): εγκλήματα κατά της ~ας ~ας (βλ. ασέλγεια, βιασμός, σεξουαλική κακοποίηση, σωματεμπορία)., ελευθερία (της) γνώμης/(της) έκφρασης/(των) ιδεών/(του) λόγου: το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα κάποιου να εκφράζει τις απόψεις, τις ιδέες ή τις σκέψεις του δημοσίως, χωρίς να εμποδίζεται ή να τιμωρείται. Βλ. ισηγορία, παρρησία., ελευθερία (της) εγκατάστασης/(της) μετακίνησης/(της) μετανάστευσης: το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του πολίτη να αλλάζει κατά βούληση χώρο διαμονής και εργασίας είτε μέσα στην ίδια του τη χώρα είτε έξω από αυτή(ν)., ελευθερία (της) θρησκευτικής συνείδησης: το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της επιλογής, διατήρησης, εγκατάλειψης ή αλλαγής συγκεκριμένης θρησκείας, καθώς και επιλογής ή απόρριψης της αθεΐας. Βλ. ανεξιθρησκία., ελευθερία (της) λατρείας: το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της άσκησης των λατρευτικών καθηκόντων., ελευθερία (της) πληροφόρησης: το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της ανεμπόδιστης διάδοσης ή αναζήτησης πληροφοριών., ελευθερία (της) σκέψης/(της) συνείδησης: το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα κάθε ανθρώπου να έχει τις δικές του απόψεις ανεξάρτητα από τις θέσεις των άλλων., ελευθερία του πνεύματος/πνευματική ελευθερία: η απουσία κάθε παράγοντα που εμποδίζει ή περιορίζει την ανάπτυξη της σκέψης και την έκφραση., ελευθερία/άνεση κινήσεων/κινήσεως: ευχέρεια κινήσεων: απόλυτη ~ ~. Το ασύρματο τηλέφωνο προσφέρει μεγαλύτερη ~ ~ σε σχέση με το σταθερό.|| Χώρος εργασίας που προσφέρει ~ ~., η ελευθερία του Τύπου: ελευθεροτυπία., ακαδημαϊκή ελευθερία βλ. ακαδημαϊκός, ελευθερία της αδιαφορίας βλ. αδιαφορία, ελευθερία της βούλησης βλ. βούληση, η ελευθερία/το δικαίωμα του συνδικαλίζεσθαι βλ. συνδικαλίζομαι, η ελευθερία/το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι βλ. συνεταιρίζομαι, οικονομική ελευθερία βλ. οικονομικός, πολιτικά δικαιώματα βλ. δικαίωμα, προσωπική ελευθερία βλ. προσωπικός, συνδικαλιστική ελευθερία βλ. συνδικαλιστικός, το δικαίωμα/η ελευθερία του συνέρχεσθαι βλ. συνέρχομαι, φυσική ελευθερία βλ. φυσικός [< αρχ. ἐλευθερία, γαλλ. liberté, αγγλ. liberty]
οπτικός, ή, ό [ὀπτικός] ο-πτι-κός επίθ. (επιστ.): που σχετίζεται με την όραση ή την οπτική: ~ός: έλεγχος. ~ή: αναπηρία/απόδοση/απόλαυση/εμπειρία/εμφάνιση/παρατήρηση/πρόσβαση/σήμανση/ταυτότητα (π.χ. προϊόντων, βλ. λογότυπο). ~ό: κείμενο (= εικόνα)/υλικό/φαινόμενο (π.χ. ουράνιο τόξο). ~ές: ιδιότητες/πληροφορίες. ~ά: βοηθήματα/ερεθίσματα/χαρακτηριστικά.|| (ΑΝΑΤ.) ~ός: φλοιός (του εγκεφάλου). ~ό: νεύρο (οφθαλμού). Βλ. οφθαλμικός.|| (ΟΠΤ.) ~ή: οξύτητα. ~ά: είδη (π.χ. γυαλιά, φακοί επαφής).|| (ΦΥΣ.-ΗΛΕΚΤΡΟΝ.) ~ό: καλώδιο/πρίσμα/φάσμα. ~ές: διατάξεις/μετρήσεις/συσκευές.|| (ΠΛΗΡΟΦ.-ΤΗΛΕΠ.) ~ός: προγραμματισμός. ~ό: δίκτυο/ποντίκι. ~ή ανάλυση σάρωσης.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ός: αισθητήρας/σωλήνας. ~ό: μικροσκόπιο/τηλεσκόπιο. ~οί: ανιχνευτές. ~ά: εφέ/όργανα (π.χ. διόπτρα). ~ό και ακουστικό σήμα (: οπτικοακουστικό). Βλ. ηλεκτρο~.|| (ΦΩΤΟΓΡ.) ~ός: σταθεροποιητής (εικόνας)/φακός. ● Ουσ.: οπτικά (τα): οπτικά είδη: εμπόριο/κατάστημα/συλλογή ~ών. ● επίρρ.: οπτικά & (λόγ.) -ώς [ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: οπτική άνεση: που παρέχεται μέσω των κατάλληλων επιπέδων φωτισμού: ~ ~ στο εσωτερικό κτιρίων. Λαμπτήρας που εγγυάται υψηλή ~ ~. Βλ. ακουστική, θερμική άνεση., οπτική αντίληψη: ΨΥΧΟΛ. η ικανότητα αποκωδικοποίησης των ερεθισμάτων που λαμβάνονται από τα όργανα της όρασης. Βλ. ακουστική αντίληψη. [< αγγλ. visual perception] , οπτική επαφή 1. το να είναι κάτι ή κάποιος εντός του οπτικού πεδίου προσώπου: απρόσκοπτη/καθαρή/παρατεταμένη/πρώτη/συνεχής ~ ~. Δατηρώ/έχω άμεση ~ ~ με τον χώρο. 2. ΤΗΛΕΠ. επικοινωνία μέσω οπτικών ινών: απευθείας ~ ~ μεταξύ συσκευών. Απόσταση/γραμμή/διάδοση/συνθήκες ~ής ~ής. Τα ασύρματα δίκτυα απαιτούν ~ ~ ανάμεσα σε πομπό και δέκτη., οπτική όχληση (επίσ.): που προκαλείται από θέαμα το οποίο προσβάλλει την αισθητική κάποιου: ~ ~ από τις οικοδομικές εργασίες., οπτικό ποίημα: ΛΟΓΟΤ. που συνδυάζει τον γραπτό λόγο με την εικόνα ή μεταδίδει οπτικά το νόημα με τον τρόπο διάταξής του., οπτικός θόρυβος: ΦΩΤΟΓΡ. διακυμάνσεις φωτεινότητας ή χρώματος σε εικόνες από σκάνερ ή ψηφιακή φωτογραφική μηχανή. Βλ. κόκκος. [< αγγλ. image noise] , οπτικός πολιτισμός: διεπιστημονικός κλάδος ο οποίος έχει ως αντικείμενο τη μελέτη των εικόνων, ιδ. όπως αυτές προβάλλονται από τα ψηφιακά μέσα και το διαδίκτυο, καθώς και των μεθοδολογικών-φιλοσοφικών εργαλείων ανάλυσής τους: ~ ~ και Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. [< αγγλ. visual culture] , οπτικός τύπος: πρόσωπο που αντιλαμβάνεται και μαθαίνει ευκολότερα κάτι, όταν το βλέπει. Βλ. ακουστικός τύπος. [< γερμ. optischer Typ] , οπτική απάτη βλ. απάτη, οπτική γωνία βλ. γωνία, οπτική εικόνα βλ. εικόνα, οπτική επικοινωνία βλ. επικοινωνία, οπτική ίνα βλ. ίνα, οπτική ποίηση βλ. ποίηση, οπτική πυκνότητα βλ. πυκνότητα, οπτικό ζουμ βλ. ζουμ, οπτικό πεδίο βλ. πεδίο, οπτικός αναγνώστης βλ. αναγνώστης, οπτικός γραμματισμός βλ. γραμματισμός, οπτικός δίσκος βλ. δίσκος, οπτικός θάλαμος βλ. θάλαμος [< αρχ. ὀπτικός, γαλλ. optique, αγγλ. optical, visual]
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ