άνθρακας [ἄνθρακας] άν-θρα-κας ουσ. (αρσ.) {-α (λόγ.) -ος} 1. ΧΗΜ. αμέταλλο στοιχείο (σύμβ. C, Ζ 6), ευρέως διαδεδομένο στη φύση, το οποίο υπάρχει σε αλλοτροπική μορφή ως διαμάντι και γραφίτης και έχει την ικανότητα να σχηματίζει μεγάλη ποικιλία οργανικών ενώσεων· κάρβουνο: οργανικός ~ (: που προέρχεται από ζώο ή φυτό, βλ. γλυκίδια, λιπίδια, υδατάνθρακες). Λευκός ~ (: το νερό ως πηγή ενέργειας). Κρυσταλλικός ~. Χημεία του ~α (= η οργανική). Ομάδα του ~α. Ο κύκλος του ~α. Άτομο/ισότοπο/μόριο ~α. Κοιτάσματα ορυκτών ~άκων.|| Όταν ένα κομμάτι ~α καίγεται, απομένει η στάχτη. || υπ(ερ)οξείδιο του ~. Βλ. γαι~, λιθ~, ξυλ~, οπτ~, τετραχλωρ~, υδατ~, υδρογον~, φθορ~, χλωροφθορ~, φουλερένιο.2. ΙΑΤΡ. μολυσματική ασθένεια, συνήθ. δερματική, που προκαλείται από το βακτηρίδιο του άνθρακα (επιστ. ονομασ. Bacillus anthracis) και μεταδίδεται στον άνθρωπο από τα ζώα· επικίνδυνο βιολογικό όπλο σε μορφή σπόρων βακίλου: γαστρεντερικός/δερματικός/πνευμονικός ~. Βλ. ψευδ~.|| Επίθεση/μόλυνση με ~α.3. ΓΕΩΠ. ασθένεια που προκαλείται από μύκητες και προσβάλλει τα αγγειόσπερμα φυτά. ● ΣΥΜΠΛ.: ενεργός άνθρακας & ενεργοποιημένος άνθρακας: ΧΗΜ. είδος άνθρακα σε μορφή σκόνης ή κόκκων με ποικίλες εφαρμογές, συνήθ. για καθαρισμό υδάτων ή ως αντίδοτο σε ορισμένες δηλητηριάσεις: φίλτρα ~ού ~α. [< αγγλ. activated carbon, 1921] , μονοξείδιο του άνθρακα: ΧΗΜ. άχρωμο, άοσμο και πολύ τοξικό αέριο (CO), που παράγεται από την ατελή καύση οποιουδήποτε υλικού το οποίο περιέχει άνθρακα (ιδ. βενζίνης, κάρβουνου, φυσικού αερίου, πετρελαίου, πλαστικού)., φυτικός άνθρακας: ΧΗΜ. χρωστική ουσία που παράγεται από την καύση ξύλων και διάφορων καρπών. Βλ. ζωικός άνθρακας., διοξείδιο του άνθρακα βλ. διοξείδιο, ζωικός άνθρακας βλ. ζωικός1, τόνος ισοδύναμου άνθρακα (ΤΙΑ) βλ. τόνος2 ● ΦΡ.: άνθρακες/(άνθρακας) ο θησαυρός (μτφ.): για διάψευση (μεγάλων) ελπίδων. Πβ. μάπα το καρπούζι., χρονολόγηση με άνθρακα-14: χημική ανάλυση για τον προσδιορισμό της ηλικίας οργανικών υλικών ή αρχαίων αντικειμένων, που βασίζεται στην περιεκτικότητά τους στο ραδιενεργό ισότοπο του άνθρακα. Βλ. ραδιοχρονολόγηση. [< αγγλ. carbon dating/date, 1951] [< 1: μεσν. άνθρακας < αρχ. ἄνθραξ, γαλλ. carbone, αγγλ. carbon 2,3: γαλλ. charbon, αγγλ. anthrax]
ανθρακασβέστιο [ἀνθρακασβέστιο] αν-θρα-κα-σβέ-στι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. ένωση (σύμβ. CαC2) που παρασκευάζεται με θέρμανση άνθρακα και ασβεστίου· με υδρόλυσή της παράγεται το ακετυλένιο. Βλ. ανθρακικό ασβέστιο. [< γαλλ. carbure de calcium]
διοξείδιοδι-ο-ξεί-δι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. οξείδιο που περιέχει στο μόριό του δύο άτομα οξυγόνου. ● ΣΥΜΠΛ.: διοξείδιο του αζώτου: ένα από τα οξείδια του αζώτου (σύμβ. NO2), μη εύφλεκτο, τοξικό αέριο, το οποίο αποτελεί συστατικό του φωτοχημικού νέφους που ρυπαίνει τις σύγχρονες πόλεις., διοξείδιο του άνθρακα: άχρωμο, άοσμο αέριο (CO2) που αποβάλλεται κατά την αναπνοή και απορροφάται από τα φυτά κατά τη φωτοσύνθεση., διοξείδιο του θείου: τοξικό και διαβρωτικό αέριο (SO2), το κυριότερο προϊόν της καύσης ουσιών που περιέχουν θείο. [< γαλλ. dioxyde, αγγλ. dioxide]
ζωικός1
ζωικός1, ή, ό ζω-ι-κός επίθ. (λόγ.): που έχει σχέση με τα ζώα ή προέρχεται από αυτά, σε αντιδιαστολή είτε με τον φυτικό κόσμο είτε με τον άνθρωπο: ~ός: ιστός/πληθυσµός. ~ή: παραγωγή/τροφή (= ζωοτροφή)/φύση. ~ό: βασίλειο (: το σύνολο των ζώων. Πβ. πανίδα)/κεφάλαιο (: κυρ. αιγοπρόβατα, βοοειδή, χοίροι)/λίπος. ~οί: πόροι. ~ές: πηγές πρωτεΐνης. ~ά: απολιθώματα/λιπαρά/χαρακτηριστικά. Προϊόντα ~ής προέλευσης. ~ά: προϊόντα και υποπροϊόντα. Βλ. καινο~, μεσο~, παλαιο~, πρωτο~.|| (ΓΕΩΠ.) ~οί εχθροί (: ζώα επιβλαβή για τις καλλιέργειες και τα φυτά). ● ΣΥΜΠΛ.: ζωικός άνθρακας: που παράγεται από την απανθράκωση ζωικών ουσιών (π.χ. οστά). Βλ. φυτικός άνθρακας., ζωικό μοντέλο βλ. μοντέλο [< αρχ. ζωϊκός, αγγλ. zoic]
ραδιοχρονολόγηση
ραδιοχρονολόγησηρα-δι-ο-χρο-νο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.) (επιστ.): χρονολόγηση υλικού με βάση τον ρυθμό διάσπασης ραδιοϊσότοπων που περιέχονται σε αυτό: ~ αρχαιολογικού δείγματος/οργανικών καταλοίπων/πετρωμάτων. Βλ. γεωχρονολόγηση, χρονολόγηση με άνθρακα-14. [< αγγλ. radiometric dating, 1968, radiochronology, γαλλ. radiochronologie]
τόνος2
τόνος2τό-νος ουσ. (αρσ.) 1. ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης της μάζας που ισοδυναμεί με χίλια κιλά: φορτηγά έως ... ~ους (: δυναμικότητα οχήματος σε βάρος φορτίου).2. (μτφ.-προφ.-επιτατ.) για τεράστια ποσότητα: Μαγείρεψε έναν ~ο μακαρόνια. Έχω έναν ~ο σημειώσεις να διαβάσω. Πβ. ένα κάρο.3. ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης της χωρητικότητας ενός πλοίου. Βλ. κόρος2. ● ΣΥΜΠΛ.: τόνος ισοδύναμου άνθρακα (ΤΙΑ): ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης που σχετίζεται με τη θερμική ενέργεια που παράγεται από έναν τόνο άνθρακα. [< γαλλ. tonne équivalent charbon (tec)] , τόνος ισοδύναμου πετρελαίου (ΤΙΠ): ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα ενέργειας που ισοδυναμεί με την ποσότητα θερμότητας που παράγεται από την καύση ενός τόνου αργού πετρελαίου. [< γαλλ. tonne équivalent pétrole (tep)] , χιλιομετρικός τόνος: ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα υπολογισμού της τιμής μεταφοράς ενός τόνου εμπορευμάτων ανά σιδηροδρομική γραμμή (μεταφορά ενός τόνου φορτίου για ένα χιλιόμετρο)., μετρικός τόνος βλ. μετρικός ● ΦΡ.: έχει χυθεί/χύθηκε πολύ μελάνι/πολλή μελάνη βλ. χύνω [< γαλλ. tonne]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.