Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 2 εγγραφές  [0-2]


  • άνθρακας [ἄνθρακας] άν-θρα-κας ουσ. (αρσ.) {-α (λόγ.) -ος} 1. ΧΗΜ. αμέταλλο στοιχείο (σύμβ. C, Ζ 6), ευρέως διαδεδομένο στη φύση, το οποίο υπάρχει σε αλλοτροπική μορφή ως διαμάντι και γραφίτης και έχει την ικανότητα να σχηματίζει μεγάλη ποικιλία οργανικών ενώσεων· κάρβουνο: οργανικός ~ (: που προέρχεται από ζώο ή φυτό, βλ. γλυκίδια, λιπίδια, υδατάνθρακες). Λευκός ~ (: το νερό ως πηγή ενέργειας). Κρυσταλλικός ~. Χημεία του ~α (= η οργανική). Ομάδα του ~α. Ο κύκλος του ~α. Άτομο/ισότοπο/μόριο ~α. Κοιτάσματα ορυκτών ~άκων.|| Όταν ένα κομμάτι ~α καίγεται, απομένει η στάχτη. || υπ(ερ)οξείδιο του ~. Βλ. γαι~, λιθ~, ξυλ~, οπτ~, τετραχλωρ~, υδατ~, υδρογον~, φθορ~, χλωροφθορ~, φουλερένιο. 2. ΙΑΤΡ. μολυσματική ασθένεια, συνήθ. δερματική, που προκαλείται από το βακτηρίδιο του άνθρακα (επιστ. ονομασ. Bacillus anthracis) και μεταδίδεται στον άνθρωπο από τα ζώα· επικίνδυνο βιολογικό όπλο σε μορφή σπόρων βακίλου: γαστρεντερικός/δερματικός/πνευμονικός ~. Βλ. ψευδ~.|| Επίθεση/μόλυνση με ~α. 3. ΓΕΩΠ. ασθένεια που προκαλείται από μύκητες και προσβάλλει τα αγγειόσπερμα φυτά. ● ΣΥΜΠΛ.: ενεργός άνθρακας & ενεργοποιημένος άνθρακας: ΧΗΜ. είδος άνθρακα σε μορφή σκόνης ή κόκκων με ποικίλες εφαρμογές, συνήθ. για καθαρισμό υδάτων ή ως αντίδοτο σε ορισμένες δηλητηριάσεις: φίλτρα ~ού ~α. [< αγγλ. activated carbon, 1921] , μονοξείδιο του άνθρακα: ΧΗΜ. άχρωμο, άοσμο και πολύ τοξικό αέριο (CO), που παράγεται από την ατελή καύση οποιουδήποτε υλικού το οποίο περιέχει άνθρακα (ιδ. βενζίνης, κάρβουνου, φυσικού αερίου, πετρελαίου, πλαστικού)., φυτικός άνθρακας: ΧΗΜ. χρωστική ουσία που παράγεται από την καύση ξύλων και διάφορων καρπών. Βλ. ζωικός άνθρακας., διοξείδιο του άνθρακα βλ. διοξείδιο, ζωικός άνθρακας βλ. ζωικός1, τόνος ισοδύναμου άνθρακα (ΤΙΑ) βλ. τόνος2 ● ΦΡ.: άνθρακες/(άνθρακας) ο θησαυρός (μτφ.): για διάψευση (μεγάλων) ελπίδων. Πβ. μάπα το καρπούζι., χρονολόγηση με άνθρακα-14: χημική ανάλυση για τον προσδιορισμό της ηλικίας οργανικών υλικών ή αρχαίων αντικειμένων, που βασίζεται στην περιεκτικότητά τους στο ραδιενεργό ισότοπο του άνθρακα. Βλ. ραδιοχρονολόγηση. [< αγγλ. carbon dating/date, 1951] [< 1: μεσν. άνθρακας < αρχ. ἄνθραξ, γαλλ. carbone, αγγλ. carbon 2,3: γαλλ. charbon, αγγλ. anthrax]
  • ανθρακασβέστιο [ἀνθρακασβέστιο] αν-θρα-κα-σβέ-στι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. ένωση (σύμβ. CαC2) που παρασκευάζεται με θέρμανση άνθρακα και ασβεστίου· με υδρόλυσή της παράγεται το ακετυλένιο. Βλ. ανθρακικό ασβέστιο. [< γαλλ. carbure de calcium]

γλυκίδια

γλυκίδιαγλυ-κί-δι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {γλυκιδί-ων, σπάν. στον εν. γλυκίδιο}: ΒΙΟΧ. υδατάνθρακες. Βλ. -ίδια, άμυλο, δεξτρίνη, κυτταρίνη, σάκχαρο. [< διεθν. glycide]

διοξείδιο

διοξείδιοδι-ο-ξεί-δι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. οξείδιο που περιέχει στο μόριό του δύο άτομα οξυγόνου. ● ΣΥΜΠΛ.: διοξείδιο του αζώτου: ένα από τα οξείδια του αζώτου (σύμβ. NO2), μη εύφλεκτο, τοξικό αέριο, το οποίο αποτελεί συστατικό του φωτοχημικού νέφους που ρυπαίνει τις σύγχρονες πόλεις., διοξείδιο του άνθρακα: άχρωμο, άοσμο αέριο (CO2) που αποβάλλεται κατά την αναπνοή και απορροφάται από τα φυτά κατά τη φωτοσύνθεση., διοξείδιο του θείου: τοξικό και διαβρωτικό αέριο (SO2), το κυριότερο προϊόν της καύσης ουσιών που περιέχουν θείο. [< γαλλ. dioxyde, αγγλ. dioxide]

ζωικός1

ζωικός1, ή, ό ζω-ι-κός επίθ. (λόγ.): που έχει σχέση με τα ζώα ή προέρχεται από αυτά, σε αντιδιαστολή είτε με τον φυτικό κόσμο είτε με τον άνθρωπο: ~ός: ιστός/πληθυσµός. ~ή: παραγωγή/τροφή (= ζωοτροφή)/φύση. ~ό: βασίλειο (: το σύνολο των ζώων. Πβ. πανίδα)/κεφάλαιο (: κυρ. αιγοπρόβατα, βοοειδή, χοίροι)/λίπος. ~οί: πόροι. ~ές: πηγές πρωτεΐνης. ~ά: απολιθώματα/λιπαρά/χαρακτηριστικά. Προϊόντα ~ής προέλευσης. ~ά: προϊόντα και υποπροϊόντα. Βλ. καινο~, μεσο~, παλαιο~, πρωτο~.|| (ΓΕΩΠ.) ~οί εχθροί (: ζώα επιβλαβή για τις καλλιέργειες και τα φυτά). ● ΣΥΜΠΛ.: ζωικός άνθρακας: που παράγεται από την απανθράκωση ζωικών ουσιών (π.χ. οστά). Βλ. φυτικός άνθρακας., ζωικό μοντέλο βλ. μοντέλο [< αρχ. ζωϊκός, αγγλ. zoic]

ραδιοχρονολόγηση

ραδιοχρονολόγησηρα-δι-ο-χρο-νο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.) (επιστ.): χρονολόγηση υλικού με βάση τον ρυθμό διάσπασης ραδιοϊσότοπων που περιέχονται σε αυτό: ~ αρχαιολογικού δείγματος/οργανικών καταλοίπων/πετρωμάτων. Βλ. γεωχρονολόγηση, χρονολόγηση με άνθρακα-14. [< αγγλ. radiometric dating, 1968, radiochronology, γαλλ. radiochronologie]

τόνος2

τόνος2τό-νος ουσ. (αρσ.) 1. ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης της μάζας που ισοδυναμεί με χίλια κιλά: φορτηγά έως ... ~ους (: δυναμικότητα οχήματος σε βάρος φορτίου). 2. (μτφ.-προφ.-επιτατ.) για τεράστια ποσότητα: Μαγείρεψε έναν ~ο μακαρόνια. Έχω έναν ~ο σημειώσεις να διαβάσω. Πβ. ένα κάρο. 3. ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης της χωρητικότητας ενός πλοίου. Βλ. κόρος2. ● ΣΥΜΠΛ.: τόνος ισοδύναμου άνθρακα (ΤΙΑ): ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης που σχετίζεται με τη θερμική ενέργεια που παράγεται από έναν τόνο άνθρακα. [< γαλλ. tonne équivalent charbon (tec)] , τόνος ισοδύναμου πετρελαίου (ΤΙΠ): ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα ενέργειας που ισοδυναμεί με την ποσότητα θερμότητας που παράγεται από την καύση ενός τόνου αργού πετρελαίου. [< γαλλ. tonne équivalent pétrole (tep)] , χιλιομετρικός τόνος: ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα υπολογισμού της τιμής μεταφοράς ενός τόνου εμπορευμάτων ανά σιδηροδρομική γραμμή (μεταφορά ενός τόνου φορτίου για ένα χιλιόμετρο)., μετρικός τόνος βλ. μετρικός ● ΦΡ.: έχει χυθεί/χύθηκε πολύ μελάνι/πολλή μελάνη βλ. χύνω [< γαλλ. tonne]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.