άνοια [ἄνοια] ά-νοι-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. βαθμιαία και συνήθ. μη αναστρέψιμη απώλεια των διανοητικών ικανοτήτων: αγγειακή (: ως αποτέλεσμα αγγειακών εγκεφαλικών επεισοδίων)/αλκοολική/μετωποκροταφική/πρώιμη ~. Πβ. μωρία. ● ΣΥΜΠΛ.: γεροντική άνοια: απώλεια των νοητικών λειτουργιών λόγω βλάβης του κεντρικού νευρικού συστήματος στα ηλικιωμένα άτομα. Βλ. μαλάκυνση (του) εγκεφάλου, (νόσος του) Αλτσχάιμερ. [< γαλλ. démence sénile] [< αρχ. ἄνοια ‘ανοησία, τρέλα, μανία’, γαλλ. démence]
μαλάκυνση
μαλάκυνσημα-λά-κυν-ση ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) αποχαύνωση, αποβλάκωση: Έχει πάθει ~ (= έχει χαζέψει) από την πολλή τηλεόραση.2. ΙΑΤΡ. παθολογική αλλοίωση οργάνου ή ιστού: ~ χόνδρου (= χονδρο~). Βλ. οστεομαλακία. ● ΣΥΜΠΛ.: μαλάκυνση (του) εγκεφάλου/εγκεφαλική μαλάκυνση: ΙΑΤΡ. εκφυλισμός συγκεκριμένης περιοχής του εγκεφάλου ύστερα από θρόμβωση ή εμβολή της αρτηρίας που την αιματώνει, με δυσμενείς επιδράσεις στις νοητικές λειτουργίες. Πβ. Αλτσχάιμερ, γεροντική άνοια. [< μτγν. μαλάκυνσις, γαλλ. ramollissement]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.