Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • άνοια [ἄνοια] ά-νοι-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. βαθμιαία και συνήθ. μη αναστρέψιμη απώλεια των διανοητικών ικανοτήτων: αγγειακή (: ως αποτέλεσμα αγγειακών εγκεφαλικών επεισοδίων)/αλκοολική/μετωποκροταφική/πρώιμη ~. Πβ. μωρία. ● ΣΥΜΠΛ.: γεροντική άνοια: απώλεια των νοητικών λειτουργιών λόγω βλάβης του κεντρικού νευρικού συστήματος στα ηλικιωμένα άτομα. Βλ. μαλάκυνση (του) εγκεφάλου, (νόσος του) Αλτσχάιμερ. [< γαλλ. démence sénile] [< αρχ. ἄνοια ‘ανοησία, τρέλα, μανία’, γαλλ. démence]

μαλάκυνση

μαλάκυνσημα-λά-κυν-ση ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) αποχαύνωση, αποβλάκωση: Έχει πάθει ~ (= έχει χαζέψει) από την πολλή τηλεόραση. 2. ΙΑΤΡ. παθολογική αλλοίωση οργάνου ή ιστού: ~ χόνδρου (= χονδρο~). Βλ. οστεομαλακία. ● ΣΥΜΠΛ.: μαλάκυνση (του) εγκεφάλου/εγκεφαλική μαλάκυνση: ΙΑΤΡ. εκφυλισμός συγκεκριμένης περιοχής του εγκεφάλου ύστερα από θρόμβωση ή εμβολή της αρτηρίας που την αιματώνει, με δυσμενείς επιδράσεις στις νοητικές λειτουργίες. Πβ. Αλτσχάιμερ, γεροντική άνοια. [< μτγν. μαλάκυνσις, γαλλ. ramollissement]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.