άποψη [ἄποψη] ά-πο-ψη ουσ. (θηλ.) 1. τρόπος αντίληψης θέματος, γεγονότος, κατάστασης· γνώμη, κρίση: αιρετική/ακραία/αμφιλεγόμενη/αντίθετη/αντικειμενική/δημόσια/διαμορφωμένη/διαφορετική/ενδιαφέρουσα/προσωπική/συνολική/σφαιρική/τεκμηριωμένη/υποκειμενική ~. Η επικρατέστερη/(επι)κρατούσα/κυρίαρχη ~. Αντικρουόμενες απόψεις. Διαμόρφωση/υιοθέτηση (μιας) ~ης. Έχω την ~ ότι ... (πβ. αίσθηση, εντύπωση). Εσύ δεν έχεις ~; Τι ~ έχεις για ...; Ποια είναι η ~ή σου για ...; Κείμενο με ~. Απόψεις (= ιδέες) για το σπίτι. Ανταλλαγή/αντιπαράθεση/ελευθερία/σύγκλιση/σύνθεση/ταύτιση απόψεων. Κατά μία ~/την ~ή μου ... Η ~ή (= θέση) μου είναι ότι ... Αν έτσι νομίζεις, ~ή σου! Είναι θέμα ~ης. Απορρίπτω/διατυπώνω/εκφέρω/επιβάλλω/κρίνω μια ~. Εμμένω σε μία ~. Έχω διαφορετική ~ (= διαφωνώ). Συμφωνώ με την ~ ότι ... Γράφω/εκφράζω/καταθέτω/λέω/υποστηρίζω την ~ή μου για ...2. θεώρηση, σκοπιά, εκτίμηση: Έδωσε μια ολοκληρωμένη ~ της κατάστασης. Πβ. διάσταση, πλευρά.3. θέα, εικόνα σημείου, τόπου από απόσταση: γενική/εξωτερική/εσωτερική/καθολική/μερική/πανοραμική ~ της πόλης. Πβ. ορίζοντας.4. ΓΛΩΣΣ. ποιόν ενεργείας: ρηματική ~. ● απόψεις (οι): θέσεις, πεποιθήσεις: Ακούω/αποδέχομαι/ασπάζομαι/ενστερνίζομαι/συμμερίζομαι τις ~ κάποιου. Βασανίστηκε/διώχθηκε για τις ~ του. ● ΦΡ.: από κάθε άποψη & (λόγ.) από πάσης απόψεως: ως προς όλα τα σημεία, όλες τις διαστάσεις ενός πράγματος ή μιας κατάστασης: Η ταινία ήταν καταπληκτική ~ ~!, από την άποψη/από ... άποψη/από απόψεως & από άποψης: (για συγκεκριμένη οπτική γωνία) σχετικά με, με βάση: Βρίσκεται σε δυσμενή κατάσταση από την ~ της υγείας του. Από επιστημονική/κοινωνική/οικονομική/πολιτική/φιλοσοφική ~ (: σκοπιά). Από αυτή την/από μια ~ έχεις δίκιο, από την άλλη όμως ... Είναι σωστό από πολλές απόψεις. Είναι τέλειο από κάθε ~/(λόγ.) από πάσης απόψεως (ΣΥΝ. σε κάθε περίπτωση). Σημαντικά θέματα από απόψεως επικαιρότητας. [< γαλλ. du point de vue de ...] , είμαι της άποψης & (λόγ.) της απόψεως: υποστηρίζω την άποψη, θεωρώ, πιστεύω, νομίζω: ~ ~ ότι με την προσπάθεια πετυχαίνεις πολλά πράγματα.|| Και εγώ είμαι αυτής της ~ (= συμφωνώ). [< γαλλ. je suis d'avis] [< αρχ. ἄποψις ‘το να κοιτάζει κανείς από μακριά, θέα’, γαλλ. point de vue]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.