άρθρωση [ἄρθρωση] άρ-θρω-ση ουσ. (θηλ.) 1. τρόπος σύνδεσης των τμημάτων ενός συνόλου (συνήθ. των οστών) και συνεκδ. η ίδια η σύνδεση ή το σημείο στο οποίο ενώνονται: (ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ.) ποδοκνημική ~. ~ αγκώνα/αστραγάλου/γνάθου/γονάτου/ισχίου/καρπού/ώμου. ~ώσεις δακτύλων/ποδιών/σπονδυλικής στήλης/χεριών. Πόνος/τραυματισμός στις ~ώσεις. Πάθηση/φλεγμονή των ~ώσεων. Πβ. κλείδωση. Βλ. εξ~, ψευδ~.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) (Περι)στροφική/πρισματική ~. ~ μπροστινής ανάρτησης. Σπαστή ~ συσκευής. Εσωτερική ~ κατοικίας.|| (μτφ.) Η ~ των σκηνών του θεατρικού έργου. Πβ. αρμός, συναρμογή. Βλ. δι~, συν~.2. ΓΛΩΣΣ. εκφορά και εκφώνηση φθόγγων, συλλαβών και λέξεων, με συγκεκριμένη διάταξη και κινήσεις των φωνητικών οργάνων και γενικότ. ο τρόπος προφοράς: άριστη/καθαρή/σωστή ~. ~ συμφώνων/φωνηέντων. Μηχανισμός/προβλήματα/τρόπος ~ης. Εξαίρετη ~ ηθοποιού.3. διατύπωση, έκφραση: ~ αιτήματος/πολιτικού λόγου. ● ΣΥΜΠΛ.: διπλή άρθρωση: ΓΛΩΣΣ. η διπλή συγκρότηση της ανθρώπινης γλώσσας από μονάδες ήχου με νόημα (πρώτη άρθρωση: μονήματα, μορφήματα), που αναλύονται σε μονάδες ήχου χωρίς νόημα (δεύτερη άρθρωση: φωνήματα): Η ~ ~ χαρακτηρίζει αποκλειστικά την ανθρώπινη ομιλία. [< μτγν. ἄρθρωσις, γαλλ. articulation]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.