Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • άρθρωση [ἄρθρωση] άρ-θρω-ση ουσ. (θηλ.) 1. τρόπος σύνδεσης των τμημάτων ενός συνόλου (συνήθ. των οστών) και συνεκδ. η ίδια η σύνδεση ή το σημείο στο οποίο ενώνονται: (ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ.) ποδοκνημική ~. ~ αγκώνα/αστραγάλου/γνάθου/γονάτου/ισχίου/καρπού/ώμου. ~ώσεις δακτύλων/ποδιών/σπονδυλικής στήλης/χεριών. Πόνος/τραυματισμός στις ~ώσεις. Πάθηση/φλεγμονή των ~ώσεων. Πβ. κλείδωση. Βλ. εξ~, ψευδ~.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) (Περι)στροφική/πρισματική ~. ~ μπροστινής ανάρτησης. Σπαστή ~ συσκευής. Εσωτερική ~ κατοικίας.|| (μτφ.) Η ~ των σκηνών του θεατρικού έργου. Πβ. αρμός, συναρμογή. Βλ. δι~, συν~. 2. ΓΛΩΣΣ. εκφορά και εκφώνηση φθόγγων, συλλαβών και λέξεων, με συγκεκριμένη διάταξη και κινήσεις των φωνητικών οργάνων και γενικότ. ο τρόπος προφοράς: άριστη/καθαρή/σωστή ~. ~ συμφώνων/φωνηέντων. Μηχανισμός/προβλήματα/τρόπος ~ης. Εξαίρετη ~ ηθοποιού. 3. διατύπωση, έκφραση: ~ αιτήματος/πολιτικού λόγου. ● ΣΥΜΠΛ.: διπλή άρθρωση: ΓΛΩΣΣ. η διπλή συγκρότηση της ανθρώπινης γλώσσας από μονάδες ήχου με νόημα (πρώτη άρθρωση: μονήματα, μορφήματα), που αναλύονται σε μονάδες ήχου χωρίς νόημα (δεύτερη άρθρωση: φωνήματα): Η ~ ~ χαρακτηρίζει αποκλειστικά την ανθρώπινη ομιλία. [< μτγν. ἄρθρωσις, γαλλ. articulation]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.