Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • άρρωστος , η, ο [ἄρρωστος] άρ-ρω-στος επίθ. 1. που έχει αρρωστήσει: διανοητικά/πνευματικά/σωματικά/ψυχικά ~. Βαριά/σοβαρά ~. ~ από/με γρίπη. Αισθάνομαι ~. Έπεσε ~ στο κρεβάτι (βλ. κρεβατωμένος). Στο πλευρό των ~ων παιδιών.|| ~ος: οργανισμός. ~ο: σώμα.|| ~ο: ζώο.|| ~ο: δέντρο. ΣΥΝ. ασθενής ΑΝΤ. γερός (1), υγιής (1) 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) αρρωστημένος: ~ος: νους. ~η: ατμόσφαιρα/εμμονή. Πβ. διαστροφικός, διεστραμμένος.|| ~ο: σύστημα. Πβ. νοσηρός. 3. (μτφ.-εμφατ.) που ασχολείται μανιωδώς με κάτι: Είναι ~ (= παθιασμένος, τρελός και παλαβός) με το ποδόσφαιρο. ● Ουσ.: άρρωστος, άρρωστη {αρσ. -ώστου} (ο/η): αυτός που δεν νιώθει καλά από φυσική ή ψυχολογική άποψη, ο μη υγιής: Η φροντίδα των ~ώστων. Ο γιατρός επισκέφθηκε τον ~ο. ● Υποκ.: αρρωστούλης , α, ικο, αρρωστούτσικος , η/ια, ο ● ΣΥΜΠΛ.: σύνδρομο του άρρωστου κτιρίου βλ. κτίριο. ● ΦΡ.: παρηγοριά στον άρρωστο (μέχρι/ώσπου να βγει η ψυχή του) βλ. παρηγοριά [< αρχ. ἄρρωστος]

κτίριο

κτίριοκτί-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {κτιρί-ου} & κτήριο: κτίσμα, συνήθ. μεγάλο και ψηλό, με έναν ή περισσότερους ορόφους, που προορίζεται για τη στέγαση αρκετών ατόμων ή γραφείων, υπηρεσίας, ιδρύματος, εταιρείας· συνεκδ. οι άνθρωποι που βρίσκονται σε αυτό: ανακαινισμένο/αναπαλαιωμένο/αυτόνομο/αυτοτελές/βιομηχανικό/επαγγελματικό/επιβλητικό/ιστορικό/μοντέρνο/νεοκλασικό/νεόκτιστο/σύγχρονο ~. Το ~ της Ακαδημίας Αθηνών/της Βουλής/των Δικαστηρίων. ~ καταστημάτων (= πολυκατάστημα)/κατοικιών (= πολυκατοικία). Ανέγερση/αποκατάσταση/θεμελίωση/κατάρρευση/κατασκευή ~ου. Η κάτοψη/η πρόσοψη/το σώμα/οι χώροι του ~ου. Δημόσια/εμπορικά/σχολικά ~α. ~ που κηρύχθηκε διατηρητέο. Πβ. οικοδόμημα. Βλ. εγκαταστάσεις, ξενοδοχείο, οικοδομή.|| Όλο το ~ (: ο κόσμος) πετάχτηκε έξω. ● ΣΥΜΠΛ.: σύνδρομο του άρρωστου κτιρίου: σειρά συμπτωμάτων, όπως έντονος πονοκέφαλος, εκνευρισμός, εξάντληση, ερεθισμός των ματιών, ως αποτέλεσμα της εσωτερικής ρύπανσης των κτιρίων. [< αγγλ. sick building syndrome, 1983] , [< μεσν. κτίριον < κτίζω (παρετυμ.), μτγν. εὐκτήριον (οίκημα) ή αρχ. οἰκητήριον ‘κατοικία’]

παρηγοριά

παρηγοριάπα-ρη-γο-ριά ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) παρηγορία & (λαϊκό) παρηγόρια: ανακούφιση από τον ψυχικό πόνο, συμπαράσταση στη θλίψη· συνεκδ. οποιοσδήποτε ή οτιδήποτε παρηγορεί: λόγια/μηνύματα ~ιάς (= παρηγορητικά). Αναζητώ/προσφέρω/ψάχνω ~. Μας έδωσε ~. Έχω κάποιον/κάτι για ~. Μετά τον θάνατο του άνδρα της, βρήκε ~ στα παιδιά της. Καταφεύγει στο φαγητό για ~.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Θεία/ουράνια ~. Πβ. απαντοχή, παραμυθία.|| (ειρων.) Βραβείο/νίκη (της) ~ιάς. Ο τελικός της ~ιάς (= ο μικρός τελικός).|| Είσαι μεγάλη ~ για μένα. Το διάβασμα είναι η μοναδική του ~. ● ΦΡ.: ο καφές της παρηγοριάς: που σερβίρεται ύστερα από μνημόσυνα και κηδείες και κατ'επέκτ. μετά από αποτυχία ή σοβαρό πλήγμα που υπέστη κάποιος: Ήπιαμε τον ~έ ~., παρηγοριά στον άρρωστο (μέχρι/ώσπου να βγει η ψυχή του) (παροιμ.): για κάτι που φαντάζει παρήγορο, αλλά στην ουσία είναι άσκοπο και ανώφελο: Εδώ που φτάσαμε, όλα μοιάζουν λύσεις ανάγκης, ~ ~. [< μεσν. παρηγοριά < αρχ. παρηγορία]