Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 2 εγγραφές  [0-2]


  • άστατο & αστάτιο [ἄστατο] ά-στα-το ουσ. (ουδ.) {αστάτου}: ΧΗΜ. τεχνητό, ασταθές ραδιενεργό στοιχείο που ανήκει στα αλογόνα (σύμβ. At, Ζ 85): Το ~ προέρχεται από τον βομβαρδισμό του βισμουθίου με σωματίδια άλφα. [< γαλλ. astate, αγγλ. astatine, 1947]
  • άστατος , η, ο [ἄστατος] ά-στα-τος επίθ.: που υπόκειται εύκολα σε μεταβολές, που χαρακτηρίζεται από έλλειψη σταθερότητας ή ισορροπίας: ~ος: καιρός/ύπνος. ~η: ζωή/συμπεριφορά. ~ο: κλίμα/πρόγραμμα/ωράριο (= ακατάστατο). ~ες: διατροφικές συνήθειες.|| (για πρόσ.) ~ και αναποφάσιστος/δίγνωμος.|| (ως ουσ., λόγ.) Το ~ο του χαρακτήρα. Πβ. αλλοπρόσαλλος, ασταθής, ευμετάβλητος. Βλ. αν~. ΑΝΤ. σταθερός (1) ● επίρρ.: άστατα [< μτγν. ἄστατος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.