Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • άσφαιρος , η, ο [ἄσφαιρος] ά-σφαι-ρος επίθ. 1. που δεν περιέχει σφαίρα ή σφαίρες: ~ο: όπλο.|| (κατ' επέκτ.) ~η: βολή. Βλ. -σφαιρος. ΑΝΤ. ένσφαιρος (1) 2. (μτφ.) που δεν πετυχαίνει τον στόχο του: ~η: κριτική. ~ες: καταγγελίες. Πβ. άκαπνος, αναποτελεσματικός, ατελέσφορος. 3. (μτφ.-προφ.) στείρος. ● ΣΥΜΠΛ.: άσφαιρα (πυρά) 1. πυρά με φυσίγγια που δεν περιέχουν γόμωση: εκπαίδευση στρατιωτών/πυροβολισμοί με ~ ~. 2. (μτφ.) επιθέσεις που δεν βρίσκουν τον στόχο τους: ~ ~ κατά του πληθωρισμού. Απειλές/κατηγορίες που είναι ~ ~. Ανταλλάσσουν/ρίχνουν ~ ~.

-σφαιρος

-σφαιρος, η, ο: β' συνθετικό που δηλώνει όπλο με συγκεκριμένο συνήθ. αριθμό σφαιρών: (κυρ. στο ουδ.) εξά-σφαιρο.|| (ουσιαστικοπ.) Ά-σφαιρα (ενν. πυρά).