Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • άφθονος , η, ο [ἄφθονος] ά-φθο-νος επίθ.: που υπάρχει σε μεγάλη ποσότητα, μεγαλύτερη από την αναγκαία: ~ος: χρόνος/χώρος. ~η: βλάστηση. ~ο: φως (= άπλετο). ~α: προϊόντα. Πίνετε ~ο νερό. Πβ. μπόλικος, περίσσιος, πληθωρικός, υπεραρκετός. Βλ. υπερ~. ΑΝΤ. λίγος (1), λιγοστός ● επίρρ.: άφθονα & (λόγ.) -όνως [< αρχ. ἄφθονος]