Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 25 εγγραφές  [0-20]


  • άφρο [ἄφρο] ά-φρο επίθ./ουσ. {άκλ.} 1. για σγουρά, πυκνά και φουντωτά μαλλιά σε στρογγυλεμένο σχήμα: ~ κόμμωση/λουκ/περούκα. Πβ. αφάνα. 2. ΜΟΥΣ. που αξιοποιεί στοιχεία της αφρικανικής παραδοσιακής μουσικής: ~ τζαζ. [< αμερικ. afro, 1968, γαλλ. ~, 1972]
  • αφρο- : λεξικό πρόθημα λέξεων με αναφορά στην Αφρική ή τους Αφρικανούς: ~βραζιλιάνικος/~λάτιν.
  • αφρο- & αφρό- : α' συνθετικό λέξεων με αναφορά στον αφρό, το επάνω μέρος ή μτφ. το εκλεκτό τμήμα ενός συνόλου: αφρο-ντούς. Αφρό-γαλα.|| ~ψαρο.|| Αφρό-κρεμα.
  • αφροαμερικανικός , ή, ό [ἀφροαμερικανικός] α-φρο-α-με-ρι-κα-νι-κός επίθ. & αφροαμερικάνικος, η, ο: που αναφέρεται στους Αφροαμερικανούς. [< αγγλ. Afro-American, γαλλ. afro-américain, 1933]
  • Αφροαμερικανός, Αφροαμερικανίδα [Ἀφροαμερικανός] Α-φρο-α-με-ρι-κα-νός ουσ. (αρσ. + θηλ.) & Αφροαμερικανή & Αφροαμερικάνος, Αφροαμερικάνα: Αμερικανός, Αμερικανίδα που έχει αφρικανική καταγωγή. [< αγγλ. Afro-American]
  • αφρόγαλα [ἀφρόγαλα] α-φρό-γα-λα ουσ. (ουδ.) {χωρ. άλλους τ.} & αφρόγαλο 1. αφρός ή κρέμα από χτυπημένο γάλα: καπουτσίνο με ~ ή σαντιγί. 2. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ανθόγαλα. ΣΥΝ. καϊμάκι (2), κρέμα (γάλακτος) [< μτγν. ἀφρόγαλα ‘αφρισμένο ή αφρώδες γάλα’]
  • αφροδισιακός , ή, ό [ἀφροδισιακός] α-φρο-δι-σι-α-κός επίθ. 1. που αυξάνει την ερωτική επιθυμία και βελτιώνει τις σεξουαλικές επιδόσεις: ~ά: βότανα/τρόφιμα.|| ~ή: δράση. Τροφές με ~ές ιδιότητες. Πβ. διεγερτ-, ερεθιστ-ικός. 2. (σπάν.) αφροδίσιος. ● Ουσ.: αφροδισιακό (το): η αντίστοιχη ουσία, κυρ. τροφή: ισχυρό/φυσικό ~. Γνωστά/διαδεδομένα ~ά.|| (μτφ.) Η εξουσία ως ~. [< μτγν. ἀφροδισιακός, γαλλ. aphrodisiaque, αγγλ. aphrodisiac]
  • αφροδισιολογία [ἀφροδισιολογία] α-φρο-δι-σι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Α): ΙΑΤΡ. κλάδος με αντικείμενο τη μελέτη και θεραπεία των σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων. Βλ. -λογία. [< γερμ. Venerologie]
  • αφροδισιολόγος [ἀφροδισιολόγος] α-φρο-δι-σι-ο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΙΑΤΡ. γιατρός που έχει ειδικευτεί στην αφροδισιολογία: δερματολόγος-~. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. vénér(é)ologiste, αγγλ. venereologist]
  • αφροδίσιος , α, ο [ἀφροδίσιος] α-φρο-δί-σι-ος επίθ.: ΙΑΤΡ. που οφείλεται στη σεξουαλική επαφή ή μεταδίδεται με αυτή. ● ΣΥΜΠΛ.: αφροδίσια νοσήματα & (προφ.) αφροδίσια: τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα. Βλ. AIDS, βλεννόρροια, έρπης των γεννητικών οργάνων, κονδυλώματα, σύφιλη, τριχομονάδωση. [< αρχ. αφροδίσιος ‘σχετικός με τον έρωτα’, τὰ ἀφροδίσια ‘οι ερωτικές ηδονές’, γαλλ. vénérien]
  • Αφροδίτη [Ἀφροδίτη] Α-φρο-δί-τη ουσ. (θηλ.) 1. ΑΣΤΡΟΝ. ο δεύτερος από τον Ήλιο πλανήτης του ηλιακού συστήματος, ο οποίος βρίσκεται ανάμεσα στον Ερμή και τη Γη. (ΑΣΤΡΟΛ.) Η ~ στον Αιγόκερω. ΣΥΝ. Έσπερος 2. (μετωνυμ.) εξαιρετικά όμορφη γυναίκα. ● ΣΥΜΠΛ.: το όρος της Αφροδίτης: ΑΝΑΤ. το γυναικείο εφήβαιο. [< γαλλ. mont de Vénus] [< αρχ. Ἀφροδίτη]
  • αφρόδιχτα [ἀφρόδιχτα] α-φρό-δι-χτα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. αφρόδιχτο}: ειδικά δίχτυα για ψάρεμα κυρ. αφρόψαρων.
  • αφροκεντρισμός [ἀφροκεντρισμός] α-φρο-κε-ντρι-σμός ουσ. (αρσ.) {χωρίς πληθ.}: θεωρία η οποία υποστηρίζει ότι η αφρικανική ήπειρος έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη του ανθρώπινου γένους και του πολιτισμού. Βλ. ευρωκεντρισμός. [< αγγλ. afrocentrism, 1962, ιταλ. afrocentrismo, 1978]
  • αφρόκρεμα [ἀφρόκρεμα] α-φρό-κρε-μα ουσ. (θηλ.): το πιο εκλεκτό τμήμα ενός συνόλου, ελίτ: η ~ του επιστημονικού/καλλιτεχνικού κόσμου. ΣΥΝ. ανθός (2), ανφάν γκατέ (1), αφρός (5) [< γαλλ. crème (de la crème)]
  • αφρολέξ [ἀφρολέξ] α-φρο-λέξ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: αφρώδες και πορώδες ελαστικό με ποικίλες χρήσεις: μαξιλάρια από ~. Βλ. -έξ, φελιζόλ. [< εμπορ. ονομασ.]
  • αφρόλουτρο [ἀφρόλουτρο] α-φρό-λου-τρο ουσ. (ουδ.) 1. σαπούνι σε ρευστή μορφή για τον καθαρισμό και την περιποίηση του σώματος: αρωματικό/χαλαρωτικό ~. ~ με ενυδατική δράση. ~-σαμπουάν. Πβ. αφροντούς. 2. μπάνιο με το ανάλογο προϊόν σε γεμάτη μπανιέρα: ~ με αιθέρια έλαια. Βλ. -λουτρο. [< αγγλ. bubble bath, 1949]
  • άφρονας βλ. άφρων
  • αφροντισιά [ἀφροντισιά] α-φρο-ντι-σιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-λογοτ.): έλλειψη φροντίδας, μέριμνας. ΣΥΝ. αδιαφορία (1), αμέλεια (1) [< μεσν. αφροντισία]
  • αφρόντιστος , η, ο [ἀφρόντιστος] α-φρό-ντι-στος επίθ.: που δεν τον έχουν περιποιηθεί, επιμεληθεί ή προσέξει: ~η: εμφάνιση. ~α και αχτένιστα μαλλιά. ΣΥΝ. απεριποίητος, ατημέλητος, άφτιαχτος (2) ΑΝΤ. επιμελημένος, προσεγμένος, φροντισμένος ● επίρρ.: αφρόντιστα [< αρχ. ἀφρόντιστος]
  • αφροντούς [ἀφροντούς] α-φρο-ντούς ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & αφροντούζ: σαπούνι σε υγρή συνήθ. μορφή για τον καθαρισμό του σώματος: ~ σε μορφή τζελ. Πβ. αφρόλουτρο. [< αγγλ. shower gel, 1970]

άφρων

άφρων, ων, ον [ἄφρων] ά-φρων επίθ. (λόγ.) & άφρονας: που χαρακτηρίζεται από έλλειψη φρόνησης, σύνεσης· απερίσκεπτος. Βλ. -φρων. ΣΥΝ. άμυαλος, ασύνετος, μωρός ΑΝΤ. έμφρων, εχέφρων, συνετός, σώφρων ● επίρρ.: αφρόνως (αρχαιοπρ.) [< αρχ. ἄφρων]

-έξ

-έξ: επίθημα σε άκλιτα ουσιαστικά, κυρ. είδη προϊόντων ή εμπορικές ονομασίες: αφρολ~/λαστ~/σπορτ~.|| Bετ-/πυρ~.

ευρωκεντρισμός

ευρωκεντρισμός[εὐρωκεντρισμός] ευ-ρω-κε-ντρι-σμός ουσ. (αρσ.): ιδεολογία που εστιάζει στην Ευρώπη ή/και στους Ευρωπαίους και ιδ. τάση ερμηνείας των πάντων σύμφωνα με τις ευρωπαϊκές αξίες και εμπειρίες. Βλ. αφρο-, εθνο-, ελληνο-κεντρισμός, ευρω-παϊσμός, -σκεπτικισμός. [< ιταλ. eurocentrismo, 1967, αγγλ. eurocentrism, 1974, γαλλ. eurocentrisme, 1977]

-λογία

-λογίαεπίθημα θηλυκών ουσιαστικών που αναφέρεται σε 1. επιστημονικό κλάδο ή τομέα: βιο~/γλωσσο~/επιστημο~/θεο~/κοινωνιο~/ορυκτο~/παθο~/πετρο~/φιλο~/ψυχο~. Βλ. -ικός. 2. λόγο, λόγια: ακριβο~/αντι~/απο~/δικαιο~/ηθικο~.|| (αρνητ. συνυποδ.) Αερο~/εκλογο~/καταστροφο~/κενο~/πολυ~. Αισχρο~ (βλ. -λόγος)/δαιμονο~/κινδυνο~.|| (ομιλία) Δευτερο~. 3. σύνολο συγκεντρωμένων στοιχείων, αρχών, κανόνων: (περιληπτ.) θεματο~ (πβ. -γραφία). Νομο~.|| (συλλογή) Aνθο~ (βλ. -λόγιο).|| Δεοντο~/μεθοδο~. 4. προσδιορισμό, καθορισμό ή στο αποτέλεσμά τους: βαθμο~ (πβ. βαθμολόγηση)/δοσο~/χρονο~. Βλ. -λογώ.

-λόγος

-λόγοςεπίθημα αρσενικών και θηλυκών ουσιαστικών με αναφορά σε 1. ειδικό επιστήμονα ή επαγγελματία: (o/η) αρχαιο~/αστικο~/βιο~/θεο~/παθο~. Εκλογο~.|| Ηλεκτρο~. Βλ. -γράφος. 2. πρόσωπο που συνηθίζει να τοποθετείται ή να εκφράζεται με συγκεκριμένο τρόπο: (αρνητ. συνυποδ.) καταστροφο~/κινδυνο~.|| Ευφυο~. Καυχησιο~/λασπο~/χυδαιο~. 3. (σπάν.) άτομο που συλλέγει ό,τι δηλώνει η πρωτότυπη λέξη: ανθο~/σταχυο~. 4. (σπανιότ.-μόνο στο αρσ.) εργαλείο: βιδο~.

-λουτρο

-λουτρο: β' συνθετικό ουδέτερων ουσιαστικών με αναφορά σε λουτρό, συνήθ. ιαματικό: αμμό~/ατμό~/βοτανό~/θερμό~/λασπό~. Ποδό~.|| Αφρό~.|| (μτφ.) Oφθαλμό-λουτρο.

AIDS

AIDSβλ. έιτζ

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.