Αναζήτηση
Χρηστικό λεξικό

- άφρο [ἄφρο] ά-φρο επίθ./ουσ. {άκλ.} 1. για σγουρά, πυκνά και φουντωτά μαλλιά σε στρογγυλεμένο σχήμα: ~ κόμμωση/λουκ/περούκα. Πβ. αφάνα. 2. ΜΟΥΣ. που αξιοποιεί στοιχεία της αφρικανικής παραδοσιακής μουσικής: ~ τζαζ. [< αμερικ. afro, 1968, γαλλ. ~, 1972]
- αφρο- : λεξικό πρόθημα λέξεων με αναφορά στην Αφρική ή τους Αφρικανούς: ~βραζιλιάνικος/~λάτιν.
- αφρο- & αφρό- : α' συνθετικό λέξεων με αναφορά στον αφρό, το επάνω μέρος ή μτφ. το εκλεκτό τμήμα ενός συνόλου: αφρο-ντούς. Αφρό-γαλα.|| ~ψαρο.|| Αφρό-κρεμα.
- αφροαμερικανικός , ή, ό [ἀφροαμερικανικός] α-φρο-α-με-ρι-κα-νι-κός επίθ. & αφροαμερικάνικος, η, ο: που αναφέρεται στους Αφροαμερικανούς. [< αγγλ. Afro-American, γαλλ. afro-américain, 1933]
- Αφροαμερικανός, Αφροαμερικανίδα [Ἀφροαμερικανός] Α-φρο-α-με-ρι-κα-νός ουσ. (αρσ. + θηλ.) & Αφροαμερικανή & Αφροαμερικάνος, Αφροαμερικάνα: Αμερικανός, Αμερικανίδα που έχει αφρικανική καταγωγή. [< αγγλ. Afro-American]
- αφρόγαλα [ἀφρόγαλα] α-φρό-γα-λα ουσ. (ουδ.) {χωρ. άλλους τ.} & αφρόγαλο 1. αφρός ή κρέμα από χτυπημένο γάλα: καπουτσίνο με ~ ή σαντιγί. 2. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ανθόγαλα. ΣΥΝ. καϊμάκι (2), κρέμα (γάλακτος) [< μτγν. ἀφρόγαλα ‘αφρισμένο ή αφρώδες γάλα’]
- αφροδισιακός , ή, ό [ἀφροδισιακός] α-φρο-δι-σι-α-κός επίθ. 1. που αυξάνει την ερωτική επιθυμία και βελτιώνει τις σεξουαλικές επιδόσεις: ~ά: βότανα/τρόφιμα.|| ~ή: δράση. Τροφές με ~ές ιδιότητες. Πβ. διεγερτ-, ερεθιστ-ικός. 2. (σπάν.) αφροδίσιος. ● Ουσ.: αφροδισιακό (το): η αντίστοιχη ουσία, κυρ. τροφή: ισχυρό/φυσικό ~. Γνωστά/διαδεδομένα ~ά.|| (μτφ.) Η εξουσία ως ~. [< μτγν. ἀφροδισιακός, γαλλ. aphrodisiaque, αγγλ. aphrodisiac]
- αφροδισιολογία [ἀφροδισιολογία] α-φρο-δι-σι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Α): ΙΑΤΡ. κλάδος με αντικείμενο τη μελέτη και θεραπεία των σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων. Βλ. -λογία. [< γερμ. Venerologie]
- αφροδισιολόγος [ἀφροδισιολόγος] α-φρο-δι-σι-ο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΙΑΤΡ. γιατρός που έχει ειδικευτεί στην αφροδισιολογία: δερματολόγος-~. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. vénér(é)ologiste, αγγλ. venereologist]
- αφροδίσιος , α, ο [ἀφροδίσιος] α-φρο-δί-σι-ος επίθ.: ΙΑΤΡ. που οφείλεται στη σεξουαλική επαφή ή μεταδίδεται με αυτή. ● ΣΥΜΠΛ.: αφροδίσια νοσήματα & (προφ.) αφροδίσια: τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα. Βλ. AIDS, βλεννόρροια, έρπης των γεννητικών οργάνων, κονδυλώματα, σύφιλη, τριχομονάδωση. [< αρχ. αφροδίσιος ‘σχετικός με τον έρωτα’, τὰ ἀφροδίσια ‘οι ερωτικές ηδονές’, γαλλ. vénérien]
- Αφροδίτη [Ἀφροδίτη] Α-φρο-δί-τη ουσ. (θηλ.) 1. ΑΣΤΡΟΝ. ο δεύτερος από τον Ήλιο πλανήτης του ηλιακού συστήματος, ο οποίος βρίσκεται ανάμεσα στον Ερμή και τη Γη. (ΑΣΤΡΟΛ.) Η ~ στον Αιγόκερω. ΣΥΝ. Έσπερος 2. (μετωνυμ.) εξαιρετικά όμορφη γυναίκα. ● ΣΥΜΠΛ.: το όρος της Αφροδίτης: ΑΝΑΤ. το γυναικείο εφήβαιο. [< γαλλ. mont de Vénus] [< αρχ. Ἀφροδίτη]
- αφρόδιχτα [ἀφρόδιχτα] α-φρό-δι-χτα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. αφρόδιχτο}: ειδικά δίχτυα για ψάρεμα κυρ. αφρόψαρων.
- αφροκεντρισμός [ἀφροκεντρισμός] α-φρο-κε-ντρι-σμός ουσ. (αρσ.) {χωρίς πληθ.}: θεωρία η οποία υποστηρίζει ότι η αφρικανική ήπειρος έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη του ανθρώπινου γένους και του πολιτισμού. Βλ. ευρωκεντρισμός. [< αγγλ. afrocentrism, 1962, ιταλ. afrocentrismo, 1978]
- αφρόκρεμα [ἀφρόκρεμα] α-φρό-κρε-μα ουσ. (θηλ.): το πιο εκλεκτό τμήμα ενός συνόλου, ελίτ: η ~ του επιστημονικού/καλλιτεχνικού κόσμου. ΣΥΝ. ανθός (2), ανφάν γκατέ (1), αφρός (5) [< γαλλ. crème (de la crème)]
- αφρολέξ [ἀφρολέξ] α-φρο-λέξ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: αφρώδες και πορώδες ελαστικό με ποικίλες χρήσεις: μαξιλάρια από ~. Βλ. -έξ, φελιζόλ. [< εμπορ. ονομασ.]
- αφρόλουτρο [ἀφρόλουτρο] α-φρό-λου-τρο ουσ. (ουδ.) 1. σαπούνι σε ρευστή μορφή για τον καθαρισμό και την περιποίηση του σώματος: αρωματικό/χαλαρωτικό ~. ~ με ενυδατική δράση. ~-σαμπουάν. Πβ. αφροντούς. 2. μπάνιο με το ανάλογο προϊόν σε γεμάτη μπανιέρα: ~ με αιθέρια έλαια. Βλ. -λουτρο. [< αγγλ. bubble bath, 1949]
- άφρονας βλ. άφρων
- αφροντισιά [ἀφροντισιά] α-φρο-ντι-σιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-λογοτ.): έλλειψη φροντίδας, μέριμνας. ΣΥΝ. αδιαφορία (1), αμέλεια (1) [< μεσν. αφροντισία]
- αφρόντιστος , η, ο [ἀφρόντιστος] α-φρό-ντι-στος επίθ.: που δεν τον έχουν περιποιηθεί, επιμεληθεί ή προσέξει: ~η: εμφάνιση. ~α και αχτένιστα μαλλιά. ΣΥΝ. απεριποίητος, ατημέλητος, άφτιαχτος (2) ΑΝΤ. επιμελημένος, προσεγμένος, φροντισμένος ● επίρρ.: αφρόντιστα [< αρχ. ἀφρόντιστος]
- αφροντούς [ἀφροντούς] α-φρο-ντούς ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & αφροντούζ: σαπούνι σε υγρή συνήθ. μορφή για τον καθαρισμό του σώματος: ~ σε μορφή τζελ. Πβ. αφρόλουτρο. [< αγγλ. shower gel, 1970]
άφρων
άφρων, ων, ον [ἄφρων] ά-φρων επίθ. (λόγ.) & άφρονας: που χαρακτηρίζεται από έλλειψη φρόνησης, σύνεσης· απερίσκεπτος. Βλ. -φρων. ΣΥΝ. άμυαλος, ασύνετος, μωρός ΑΝΤ. έμφρων, εχέφρων, συνετός, σώφρων ● επίρρ.: αφρόνως (αρχαιοπρ.) [< αρχ. ἄφρων]
-έξ
-έξ: επίθημα σε άκλιτα ουσιαστικά, κυρ. είδη προϊόντων ή εμπορικές ονομασίες: αφρολ~/λαστ~/σπορτ~.|| Bετ-/πυρ~.
ευρωκεντρισμός
ευρωκεντρισμός[εὐρωκεντρισμός] ευ-ρω-κε-ντρι-σμός ουσ. (αρσ.): ιδεολογία που εστιάζει στην Ευρώπη ή/και στους Ευρωπαίους και ιδ. τάση ερμηνείας των πάντων σύμφωνα με τις ευρωπαϊκές αξίες και εμπειρίες. Βλ. αφρο-, εθνο-, ελληνο-κεντρισμός, ευρω-παϊσμός, -σκεπτικισμός. [< ιταλ. eurocentrismo, 1967, αγγλ. eurocentrism, 1974, γαλλ. eurocentrisme, 1977]
-λογία
-λογίαεπίθημα θηλυκών ουσιαστικών που αναφέρεται σε 1. επιστημονικό κλάδο ή τομέα: βιο~/γλωσσο~/επιστημο~/θεο~/κοινωνιο~/ορυκτο~/παθο~/πετρο~/φιλο~/ψυχο~. Βλ. -ικός. 2. λόγο, λόγια: ακριβο~/αντι~/απο~/δικαιο~/ηθικο~.|| (αρνητ. συνυποδ.) Αερο~/εκλογο~/καταστροφο~/κενο~/πολυ~. Αισχρο~ (βλ. -λόγος)/δαιμονο~/κινδυνο~.|| (ομιλία) Δευτερο~. 3. σύνολο συγκεντρωμένων στοιχείων, αρχών, κανόνων: (περιληπτ.) θεματο~ (πβ. -γραφία). Νομο~.|| (συλλογή) Aνθο~ (βλ. -λόγιο).|| Δεοντο~/μεθοδο~. 4. προσδιορισμό, καθορισμό ή στο αποτέλεσμά τους: βαθμο~ (πβ. βαθμολόγηση)/δοσο~/χρονο~. Βλ. -λογώ.
-λόγος
-λόγοςεπίθημα αρσενικών και θηλυκών ουσιαστικών με αναφορά σε 1. ειδικό επιστήμονα ή επαγγελματία: (o/η) αρχαιο~/αστικο~/βιο~/θεο~/παθο~. Εκλογο~.|| Ηλεκτρο~. Βλ. -γράφος. 2. πρόσωπο που συνηθίζει να τοποθετείται ή να εκφράζεται με συγκεκριμένο τρόπο: (αρνητ. συνυποδ.) καταστροφο~/κινδυνο~.|| Ευφυο~. Καυχησιο~/λασπο~/χυδαιο~. 3. (σπάν.) άτομο που συλλέγει ό,τι δηλώνει η πρωτότυπη λέξη: ανθο~/σταχυο~. 4. (σπανιότ.-μόνο στο αρσ.) εργαλείο: βιδο~.
-λουτρο
-λουτρο: β' συνθετικό ουδέτερων ουσιαστικών με αναφορά σε λουτρό, συνήθ. ιαματικό: αμμό~/ατμό~/βοτανό~/θερμό~/λασπό~. Ποδό~.|| Αφρό~.|| (μτφ.) Oφθαλμό-λουτρο.
AIDS
AIDSβλ. έιτζ