Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • έκτρωση [ἔκτρωση] έ-κτρω-ση ουσ. (θηλ.): τεχνητή διακοπή της εγκυμοσύνης με επέμβαση ή άλλο μέσο, συνήθ. φαρμακευτικό: παράνομες ~ώσεις. Πολέμιοι των ~ώσεων. Έκανε ~ (= έριξε το παιδί). ΣΥΝ. άμβλωση ● ΣΥΜΠΛ.: αυτόματη έκτρωση: ΙΑΤΡ. αποβολή. [< αρχ. ἔκτρωσις ‘αποβολή εμβρύου’, γαλλ. avortement]