γονιδιακός, ή, ό γο-νι-δι-α-κός επίθ.: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τα γονίδια: ~ός: έλεγχος. ~ή: ανάλυση/αποτύπωση/θεραπεία (= γονιδιοθεραπεία)/μετάλλαξη. ~ά: φάρμακα (πβ. ευγονική). Πβ. γενετ-, κληρονομ-ικός. Βλ. δια~, πολυ~. ● επίρρ.: γονιδιακά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: ~ καθοριζόμενα χαρακτηριστικά. ● ΣΥΜΠΛ.: γονιδιακή έκφραση & έκφραση γονιδίων/του γονιδίου: ΒΙΟΛ. μεταγραφή της πληροφορίας που περιέχεται στο DNA σε μόρια αγγελιοφόρου RNA (mRNA), τα οποία στη συνέχεια μεταφράζονται σε πρωτεΐνες, με τις οποίες ελέγχεται η δομή και η λειτουργία των κυττάρων και κατ΄επέκτ. του οργανισμού. [< αγγλ. gene expression] , γονιδιακό ντόπινγκ: μέθοδος ντόπινγκ βασισμένη στη χρήση γονιδίων που έχουν τη δυνατότητα να αλλάξουν τη γενετική δομή των αθλητών, ώστε το σώμα τους να παράγει ορμόνες που μπορούν να βελτιώσουν τις επιδόσεις τους., γενετικός/γονιδιακός χάρτης βλ. γενετικός, γονιδιακή/γενετική δεξαμενή βλ. δεξαμενή [< αγγλ. genic, 1922, γαλλ. génique, 1936]
ελευθερία[ἐλευθερία] ε-λευ-θε-ρί-α ουσ. (θηλ.) {ελευθεριών} & (λαϊκό-λογοτ.) λευτεριά & ελευτεριά: η ιδιότητα του ελεύθερου· η απουσία ελέγχου, περιορισμών, δεσμεύσεων: απόλυτη/δημιουργική/εσωτερική/ηθική/πλήρης ~. Η ~ της δράσης/εργασίας/ιδιοκτησίας. Το ιδανικό/η κατάκτηση/η προάσπιση/η προστασία/η στέρηση/η υπονόμευση/το ύψιστο αγαθό/το φρόνημα της ~ας. Σεβασμός της ~ας των άλλων. Έχω την ~ (: το δικαίωμα) να ... Χιλιάδες άνθρωποι έχουν θυσιαστεί στο όνομα της ~ας. Αφαιρώ/στερώ την ~ από κάποιον (πβ. φυλακίζω, υποδουλώνω). Δίνω την ~ σε κάποιον. Ανακτώ την ~ μου (= απελευθερώνομαι). Βλ. ημι~.|| (για έθνος, κράτος, τόπο: η απουσία ξένης κατοχής ή επικυριαρχίας) Εθνική/πολιτική ~. Αγώνας για την ~ της πατρίδας. ~ ή θάνατος (: το σύνθημα της Ελληνικής Επανάστασης του 1821). ΑΝΤ. αν~, δουλεία, σκλαβιά. ● ελευθερίες (οι): τα διάφορα είδη ελευθερίας που συνήθ. κατοχυρώνονται συνταγματικά: ατομικές/δημοκρατικές/θρησκευτικές/λαϊκές/στοιχειώδεις/συλλογικές ~. Κοινοτικές ~ (: οι τέσσερις βασικές ~, δηλ. η ελεύθερη κυκλοφορία κεφαλαίων/εμπορευμάτων/προσώπων/υπηρεσιών). Άσκηση/καταστρατήγηση των ~ών. ~ και ανθρώπινα δικαιώματα. ● ΣΥΜΠΛ.: βαθμός/βαθμοί ελευθερίας 1. ΦΥΣ. καθεμία από τις παραμέτρους που πρέπει να ληφθούν υπόψη για τον ακριβή προσδιορισμό της κίνησης ενός μηχανικού συστήματος ή των αλλαγών που υφίσταται ένα θερμοδυναμικό σύστημα. 2. ΣΤΑΤΙΣΤ. καθεμία από τις ανεξάρτητες τυχαίες μεταβλητές σε στατιστική μέτρηση ή κατανομή συχνοτήτων., γενετήσια ελευθερία: ΝΟΜ. το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της ελεύθερης επιλογής ερωτικού συντρόφου (χωρίς εξαναγκασμό, οικονομικά ανταλλάγματα ή άλλου είδους εξαρτήσεις): εγκλήματα κατά της ~ας ~ας (βλ. ασέλγεια, βιασμός, σεξουαλική κακοποίηση, σωματεμπορία)., ελευθερία (της) γνώμης/(της) έκφρασης/(των) ιδεών/(του) λόγου: το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα κάποιου να εκφράζει τις απόψεις, τις ιδέες ή τις σκέψεις του δημοσίως, χωρίς να εμποδίζεται ή να τιμωρείται. Βλ. ισηγορία, παρρησία., ελευθερία (της) εγκατάστασης/(της) μετακίνησης/(της) μετανάστευσης: το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του πολίτη να αλλάζει κατά βούληση χώρο διαμονής και εργασίας είτε μέσα στην ίδια του τη χώρα είτε έξω από αυτή(ν)., ελευθερία (της) θρησκευτικής συνείδησης: το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της επιλογής, διατήρησης, εγκατάλειψης ή αλλαγής συγκεκριμένης θρησκείας, καθώς και επιλογής ή απόρριψης της αθεΐας. Βλ. ανεξιθρησκία., ελευθερία (της) λατρείας: το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της άσκησης των λατρευτικών καθηκόντων., ελευθερία (της) πληροφόρησης: το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της ανεμπόδιστης διάδοσης ή αναζήτησης πληροφοριών., ελευθερία (της) σκέψης/(της) συνείδησης: το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα κάθε ανθρώπου να έχει τις δικές του απόψεις ανεξάρτητα από τις θέσεις των άλλων., ελευθερία του πνεύματος/πνευματική ελευθερία: η απουσία κάθε παράγοντα που εμποδίζει ή περιορίζει την ανάπτυξη της σκέψης και την έκφραση., ελευθερία/άνεση κινήσεων/κινήσεως: ευχέρεια κινήσεων: απόλυτη ~ ~. Το ασύρματο τηλέφωνο προσφέρει μεγαλύτερη ~ ~ σε σχέση με το σταθερό.|| Χώρος εργασίας που προσφέρει ~ ~., η ελευθερία του Τύπου: ελευθεροτυπία., ακαδημαϊκή ελευθερία βλ. ακαδημαϊκός, ελευθερία της αδιαφορίας βλ. αδιαφορία, ελευθερία της βούλησης βλ. βούληση, η ελευθερία/το δικαίωμα του συνδικαλίζεσθαι βλ. συνδικαλίζομαι, η ελευθερία/το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι βλ. συνεταιρίζομαι, οικονομική ελευθερία βλ. οικονομικός, πολιτικά δικαιώματα βλ. δικαίωμα, προσωπική ελευθερία βλ. προσωπικός, συνδικαλιστική ελευθερία βλ. συνδικαλιστικός, το δικαίωμα/η ελευθερία του συνέρχεσθαι βλ. συνέρχομαι, φυσική ελευθερία βλ. φυσικός [< αρχ. ἐλευθερία, γαλλ. liberté, αγγλ. liberty]
ιδιωτισμός[ἰδιωτισμός] ι-δι-ω-τι-σμός ουσ. (αρσ.) (σπάν.): ΓΛΩΣΣ. στερεότυπη/παγιωμένη φράση ή έκφραση. ΣΥΝ. ιδιωματισμός (2) [< αρχ. ἰδιωτισμός, γαλλ. idiotisme, αγγλ. idiotism]
στερεότυπος, η, ο στε-ρε-ό-τυ-πος επίθ. 1. (μτφ.) που παρουσιάζεται με την ίδια μορφή, που επαναλαμβάνεται σχεδόν μηχανικά, χωρίς μεταβολές, παραλλαγές: ~ος: επίλογος/ήχος (πβ. μονότονος)/λόγος/μύθος/τρόπος. ~η: αντίδραση/απάντηση/άποψη/διαδικασία/επανάληψη/ερώτηση/μορφή. ~ες: αντιλήψεις/συμπεριφορές. ~ο: κείμενο (ευχών)/μοντέλο. Αναπαράγουν/ανατρέπουν τη ~η εικόνα της γυναίκας, όπως αυτή προβάλλεται από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. ΣΥΝ. στερεοτυπικός ΑΝΤ. πρωτότυπος 2. ΦΙΛΟΛ. (για κείμενο, ιδ. αρχ. ελλην. ή λατ.) που έχει τυπωθεί χωρίς ερμηνευτικά σχόλια ή περικοπές: ~η: έκδοση. 3. ΤΥΠΟΓΡ. που τυπώθηκε με τη μέθοδο της στερεοτυπίας. Βλ. -τυπος2. ● Ουσ.: στερεότυπο (το) {στερεοτύπ-ου} 1. {κυρ. στον πληθ.} (μτφ.) προκατασκευασμένη, απλουστευτική και υπεργενικευμένη σύλληψη, σχετική με τα τυπικά χαρακτηριστικά μιας ομάδας ατόμων, μιας κατάστασης, της πραγματικότητας και κατ' επέκτ. συμπεριφορά που βασίζεται σε αυτή: ανδρικό/γυναικείο/διαχρονικό/ιδεολογικό ~. Εθνικιστικά ~α και εθνικοί μύθοι. Κοινωνικά ~α και προκαταλήψεις/ρατσισμός. Διαμόρφωση ~ων. Αναπαράγω/ανατρέπω/γκρεμίζω/δημιουργώ/διαψεύδω/καταρρίπτω τα ~α. Ξεφεύγω από τα ~α. Ένα ~ επικρατεί/ισχύει/κυριαρχεί. Το μυαλό τους λειτουργεί με ~α. Αναπαραγωγή/κατάρριψη ~ων. Πβ. κλισέ. 2. ΤΥΠΟΓΡ. η τυπογραφική πλάκα που χρησιμοποιείται στη μέθοδο της στερεοτυπίας. ΣΥΝ. κλισέ (2) [< αγγλ. stereotype, 1922, γαλλ. stéréotype, 1954] ● ΣΥΜΠΛ.: στερεότυπη/παγιωμένη φράση/έκφραση & ιδιωματική έκφραση: ΓΛΩΣΣ. σταθερός συνδυασμός λέξεων ή τύπων τους με ειδική σημασία που δεν συνάγεται από αυτή της καθεμίας χωριστά: π.χ. με ανοιχτές αγκάλες, έφαγε τη ζωή με το κουτάλι. Βλ. λογότυπο, σύμπλοκο. ΣΥΝ. ιδιωματισμός (2), ιδιωτισμός [< γαλλ. stéréotypé, γερμ. stereotyp, αγγλ. stereotypic(al)]
συμβολοσειράσυμ-βο-λο-σει-ρά ουσ. (θηλ.): ΠΛΗΡΟΦ. ακολουθία χαρακτήρων που χρησιμοποιούνται σε πρόγραμμα ως ενιαία μονάδα. Βλ. αλφαριθμητικό. ● ΣΥΜΠΛ.: κενή συμβολοσειρά: με μηδενικό αριθμό χαρακτήρων. [< αγγλ. string, 1956]
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ