έλξη [ἕλξη] έλ-ξη ουσ. (θηλ.) 1. ΦΥΣ. {σπάν. στον πληθ.} δύναμη, κάτω από την επίδραση της οποίας τα αντικείμενα τείνουν να κινούνται το ένα προς το άλλο, με αποτέλεσμα τη μείωση της μεταξύ τους απόστασης: ηλεκτρική/ηλεκτροστατική/μαγνητική/μοριακή ~. Η βαρυτική ~ της Γης/Σελήνης. Ο νόμος της παγκόσμιας ~ης του Νεύτωνα. Ασκείται ~ μεταξύ των ουράνιων σωμάτων. Βλ. παλίρροια. ΑΝΤ. άπωση (1) 2. (μτφ.) έντονο ενδιαφέρον που δημιουργεί κάποιος ή κάτι σε κάποιον· γοητεία: ακαταμάχητη/ανεξήγητη/μοιραία/πνευματική/σαρκική/σεξουαλική/ψυχική ~. (εμφατ.) Ασκεί ~ και γοητεία. Η (φυσική) ~ αρσενικού και θηλυκού. Η ~ των αντιθέτων (πβ. τα ετερώνυμα έλκονται). Μεταξύ τους αναπτύχθηκε έντονη ~. Αισθάνονται αμοιβαία ερωτική ~ (πβ. χημεία). Νιώθω ~ για κάποιον. Πβ. ελκυστικότητα, μαγεία. Βλ. μαγνήτης.|| Οι τέχνες τής ασκούσαν πάντα μια ακατανίκητη/μυστηριώδη ~. ΑΝΤ. απέχθεια, αποστροφή13. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του έλκω· τράβηγμα: ~ οχήματος/πλοίου (= ρυμούλκηση). ΑΝΤ. σπρώξιμο, ώθηση.|| (ΙΑΤΡ.) Κρανιακή ~. ~ της κάτω γνάθου.4. ΓΛΩΣΣ. σχήμα κατά το οποίο όρος πρότασης συμφωνεί γραμματικά προς όρο άλλης πρότασης (της ίδιας περιόδου), εξαιτίας της συντακτικής επίδρασης που υφίσταται από αυτόν. π.χ. ευχαριστώ όλους όσους, αντί όλους όσοι (~ του αναφορικού). ● έλξεις (οι) 1. ΓΥΜΝ. άσκηση ανύψωσης του σώματος με τα χέρια από οριζόντια δοκό ή κρίκους: κατακόρυφες/πλευρικές/σπονδυλικές ~. ~ σε μονόζυγο. Κάνω ~εις. Βλ. κάμψεις.2. (στη βυζαντινή μουσική) σημεία αλλοίωσης. [< 1: αγγλ. pull-ups, 1960] ● ΣΥΜΠΛ.: πόλος έλξης: τόπος ή χώρος που προσελκύει κάποιον ή κάτι: Η περιοχή λειτουργεί ως πολιτιστικός/τουριστικός ~ ~. Η χώρα μετατράπηκε σε ~ο ~ο για επενδύσεις/τις ξένες τράπεζες. Το ίδρυμα έχει αναδειχτεί σε ~ο ~ έρευνας/πολλών επιστημόνων. Πβ. ατραξιόν. [< γαλλ. pôle d'attraction, αγγλ. attraction pole] [< αρχ. ἕλξις, γαλλ.-αγγλ. attraction]
μαγνήτης
μαγνήτηςμα-γνή-της ουσ. (αρσ.) {μαγνητών} 1. ΦΥΣ. στερεό σώμα που έλκει ορισμένα μέταλλα (σίδηρο, νικέλιο, κοβάλτιο ή κράματά τους): πεταλοειδής/ραβδόμορφος ~. Βόρειος/νότιος πόλος ~η. Μόνιμοι/παροδικοί/φυσικοί/τεχνητοί ~ες. Βλ. ηλεκτρο~, μαγνητίτης.2. (μτφ.) τόπος, κατάσταση ή πρόσωπο που προσελκύει το ενδιαφέρον: ~ τα εμπορικά κέντρα για τους καταναλωτές. Το ευνοϊκό φορολογικό καθεστώς αποτελεί ~η για τους επενδυτές. (ως παραθετικό σύνθ.) Γυναίκα-~. Προσφορές-~. Πβ. πόλος έλξης. [< 1: μτγν. μαγνήτης (λίθος), αγγλ. magnet 2: γαλλ. aimant]
παλίρροια
παλίρροιαπα-λίρ-ροι-α ουσ. (θηλ.): ΩΚΕΑΝ. φυσικό φαινόμενο περιοδικής αυξομείωσης της στάθμης της θάλασσας, λόγω της έλξης που ασκούν στην υδρόσφαιρα η Σελήνη και ο Ήλιος: το εύρος/οι φάσεις της ~ας. Βλ. άμπωτη, πλήμμη, πλημμυρίδα, ρηχία, -ρροια. [< αρχ. παλίρροια]
We use cookies and similar technologies to improve your experience on our website.