Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • έλος [ἕλος] έ-λος ουσ. (ουδ.) {έλους | έλη, ελών}: ΓΕΩΛ. υγρότοπος που καλύπτεται από ρηχά λιμνάζοντα νερά: ~ γεμάτο βούρλα/κουνούπια. Αλμυρά/παραθαλάσσια/παράκτια/υφάλμυρα έλη. Έλη γλυκού νερού. Αποξήρανση ελών. Πβ. βούρκος, τέλμα, τέναγος, τυρφώνας. ΣΥΝ. βάλτος (1) [< αρχ. ἕλος]