Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • ένταση [ἔνταση] έ-ντα-ση ουσ. (θηλ.) 1. το επίπεδο δύναμης, ενέργειας ή ισχύος με την οποία εμφανίζεται κάτι και κατ' επέκτ. η αύξησή της: δυνατή/ήπια/ισχυρή/υψηλή/χαμηλή ~. Η ~ της αγάπης/του ανέμου/της φωνής/της φωτιάς. Προπόνηση μέτριας ~ης. Οι απεργιακές κινητοποιήσεις συνεχίζονται με αμείωτη ~. Χαμηλώστε την ~ του κινητού. Βλ. προ~.|| (ΦΥΣ., ως μέγεθος μέτρησης:) Μαγνητική ~. ~ ακτινοβολίας/ηλεκτρικού πεδίου/του ήχου/φωτισμού/του φωτός. Σεισμική δόνηση ~άσεως πέντε βαθμών της κλίμακας Μερκάλι.|| Απαιτείται ~ της προσπάθειας (πβ. δυνάμωμα, ενίσχυση, έξαρση, επίταση). ~ των αντιδράσεων ενόψει ...|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ γνώσης/εργασίας/κεφαλαίου. 2. (μτφ.) αναστάτωση, ανησυχία, εκνευρισμός, συγκίνηση· γενικότ. έντονη συναισθηματική κατάσταση: νευρική/ψυχολογική ~. Η ~ της αναμονής/της δουλειάς. Έκλαιγε/έτρεμε από την ~ (πβ. ταραχή). Δημιουργήθηκε (μικρή) ~ . Βρίσκομαι/είμαι σε ~. Ζει με ~ τη ζωή της. Μετά από μια μέρα γεμάτη ~, θα χαλαρώσω ακούγοντας μουσική (πβ. άγχος, στρες). Ο τελικός είχε μεγάλη ~ (πβ. αγωνία). Ο γιατρός του συνέστησε να αποφεύγει τις ~άσεις. Πβ. νευρικότητα. Βλ. υπερ~. 3. (μτφ.) κατάσταση τεταμένων σχέσεων που μπορεί να οδηγήσει σε ρήξη ή σύγκρουση: αναζωπύρωση/εκτόνωση/κλιμάκωση της ~ης. Εστίες ~ης. Γεωπολιτικές/διεθνείς/κοινωνικές/πολιτικές/φυλετικές ~άσεις. Περίοδος/πηγή ~άσεων. Η ~ εκτονώθηκε/επιδεινώθηκε/κλιμακώθηκε/κορυφώνεται. Προκλήθηκε ~ μεταξύ των/στις (διπλωματικές) σχέσεις των δύο κρατών (πβ. όξυνση, ΑΝΤ. ύφεση). Καλλιεργούν ελεγχόμενη ~. Η υπόθεση δημιούργησε/πυροδότησε ~ στους κόλπους της κυβέρνησης. Οι συνομιλίες έγιναν σε κλίμα ~ης. Επικράτησε ~ (πβ. αναβρασμός, αναταραχή). 4. ΜΟΥΣ. ο βαθμός της δύναμης με την οποία εκτελούνται μουσικοί φθόγγοι, φράσεις ή ολόκληρα κομμάτια. 5. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. ελαφρά καμπυλότητα που χαρακτηρίζει τις πλευρές των ελληνικών κιόνων. ● ΣΥΜΠΛ.: επιχείρηση έντασης γνώσης βλ. επιχείρηση [< αρχ. ἔντασις ‘τέντωμα’, γαλλ. tension, intensité]

επιχείρηση

επιχείρηση[ἐπιχείρηση] ε-πι-χεί-ρη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΟΙΚΟΝ. μονάδα παραγωγής αγαθών ή παροχής εμπορικών υπηρεσιών που ιδρύεται και διοικείται από φυσικό ή νομικό πρόσωπο, συνήθ. με σκοπό το μεγαλύτερο δυνατό κέρδος: αγροτική/ατομική/βιομηχανική/βιοτεχνική/δημοτική/εκδοτική/ελεύθερη (: που λειτουργεί χωρίς να υπόκειται σε κρατικό παρεμβατισμό)/εμπορική/επικερδής/ζημιογόνα/ιδιωτική/(μη) κερδοσκοπική/κρατική/μεγάλη/μικτή (: ιδιωτικού και δημοσίου ενδιαφέροντος)/μεσαία/μικρή (= μικρο~)/ναυτιλιακή/οικογενειακή/οικοδομική/παραγωγική/πολυεθνική/προβληματική/συνεταιριστική/τοπική/τραπεζική (= τράπεζα) ~. ~ κοινής ωφελείας (βλ. ΔΕΚΟ). Άδεια/διαφήμιση/διευθυντής/δυναμικό/έδρα/εκπρόσωπος/επιτελείο/επωνυμία/ίδρυση/ισολογισμός/κόστος/λειτουργία/περιουσία/προσωπικό/σήμα/(διοικητικό) συμβούλιο/συνεργάτης/υπάλληλος/χρηματοδότηση ~ης. Ένωση/μηχανοργάνωση/οδηγός/όμιλος/στελέχωση/συγχώνευση/σύνδεσμος ~ήσεων. Τμήμα Τουριστικών ~ήσεων. Aσχολούμαι με ~ήσεις (πβ. μπίζνες). Πβ. εταιρεία, φίρμα. 2. σύνολο συστηματικών και ομαδικών προσπαθειών και ενεργειών για την επίτευξη ενός στόχου: αστυνομική/δύσκολη/επικίνδυνη (βλ. περιπέτεια) ~. Αποτυχία/επιτυχία/οργάνωση/σχεδιασμός/συντονισμός ~ης. Ολονύκτια ~ διάσωσης (εγκλωβισμένων, ναυαγών)/εκκένωσης (κτιρίου/οικισμού/χώρου)/εύρεσης αγνοουμένων/κατάσβεσης (πυρκαγιάς, φωτιάς)/παροχής βοήθειας. ~ για τη σύλληψη του δράστη. Πβ. απόπειρα, εκστρατεία. 3. ΣΤΡΑΤ. σχεδιασμός και εκτέλεση συντονισμένων στρατιωτικών ενεργειών με σκοπό την εξουδετέρωση του εχθρού: αεροπορική/αιφνιδιαστική/αμυντική/αμφίβια/αποβατική/εκκαθαριστική/επιθετική/μυστική/ναυτική/πολεμική/χερσαία ~. ~ στρατηγικής σημασίας. Βάση/διεξαγωγή/τόπος ~ης. Γραφείο/(μτφ.) θέατρο/κέντρο/χάρτης ~ήσεων. ● ΣΥΜΠΛ.: δημόσια επιχείρηση: νομικό πρόσωπο που ιδρύεται και διοικείται ή ελέγχεται από το κράτος ή δημόσιο οργανισμό και στοχεύει στην ικανοποίηση σημαντικής κοινωνικής ανάγκης: ~ ~ Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ)., επιχείρηση έντασης γνώσης: τεχνοβλαστός., αξία επιχείρησης βλ. αξία, εκκαθάριση εταιρείας/επιχείρησης βλ. εκκαθάριση, επίθεση/αποστολή αυτοκτονίας βλ. αυτοκτονία, επιχείρηση-αρετή/επιχείρηση αρετής βλ. αρετή, επιχείρηση-σκούπα βλ. σκούπα, ζώνη επιχειρήσεων βλ. ζώνη, Οργάνωση και Διοίκηση Επιχειρήσεων βλ. οργάνωση, στελέχη επιχειρήσεων βλ. στέλεχος, Συμπαραστάτης του Δημότη και της Επιχείρησης βλ. συμπαραστάτης, Συμπαραστάτης του Πολίτη και της Επιχείρησης βλ. συμπαραστάτης, συνδυασμένες επιχειρήσεις βλ. συνδυάζω ● ΦΡ.: κάνω/μεταβάλλω κάτι σε επιχείρηση (αρνητ. συνυποδ.): ασκώ δραστηριότητα με σκοπό το οικονομικό κέρδος, σε αντίθεση με τον χαρακτήρα της: ~ ~ τον αθλητισμό/την πολιτική/την φιλανθρωπία. Πβ. εμπορευματοποιώ. [< 1: γαλλ. entreprise 2,3: αρχ. ἐπιχείρησις]