Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 9 εγγραφές  [0-9]


  • έντομο [ἔντομο] έ-ντο-μο ουσ. (ουδ.) {εντόμ-ου | -ων}: ΖΩΟΛ. κάθε μικρό αρθρωτό, ασπόνδυλο ζώο, το σώμα του οποίου διαιρείται σε τρία μέρη, την κεφαλή, τον θώρακα και την κοιλιά και φέρει τρία ζεύγη ποδιών και συνήθ. δύο κεραίες και ένα ή δύο ζεύγη φτερών: εξάποδο ~. Εντομοφάγα/έρποντα/κοινωνικά (βλ. μέλισσα, μυρμήγκι, τερμίτης)/νυκτόβια/ξυλοφάγα/παρασιτικά/σαρκοφάγα/φυτοφάγα ~α. Δήγματα ~ων. Βλ. αρθρόποδα, δί-, κολεό-, λεπιδό-, υμενό-πτερα. [< αρχ. ἔντομον ‘που έχει στο σώμα του εντομές’, γαλλ. insecte, αγγλ. insect < λατ. insectum, μεταφραστικό δάνειo από την Ελληνική]
  • εντομοαπωθητικός , ή, ό [ἐντομοαπωθητικός] ε-ντο-μο-α-πω-θη-τι-κός επίθ. (λόγ.): (για ουσία ή συσκευή) που απωθεί τα έντομα, κυρ. τα κουνούπια και τις σκνίπες: ~ές: ταμπλέτες.|| (ως ουσ.) Υγρά ~ά και εντομοκτόνα σε συσκευασία αεροζόλ. Βλ. σπιράλ, φιδάκι. [< αγγλ. insect-repellent, 1953]
  • εντομοκτόνος , ος, ο [ἐντομοκτόνος] ε-ντο-μο-κτό-νος επίθ.: που σκοτώνει τα έντομα· κυρ. στο ● Ουσ.: εντομοκτόνο (το): χημικό παρασκεύασμα για την καταπολέμηση εντόμων: βιολογικό/ηλεκτρικό/ισχυρό/οργανοφωσφορικό ~. ~ σε σπρέι (= αεροζόλ). Φυτοφάρμακα και ~α. Βλ. -κτόνο. [< γαλλ. insecticide]
  • εντομολογία [ἐντομολογία] ε-ντο-μο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Ε): ΖΩΟΛ. επιστημονικός κλάδος που έχει ως αντικείμενό του τα έντομα: γεωργική/δασική/ιατροδικαστική ~. Βλ. -λογία. [< γαλλ. entomologie, αγγλ. entomology]
  • εντομολογικός , ή, ό [ἐντομολογικός] ε-ντο-μο-λο-γι-κός επίθ. ΖΩΟΛ. 1. που σχετίζεται με την εντομολογία: ~ή: Εταιρεία Ελλάδος. ~ό: Συνέδριο. 2. (καταχρ.) που αναφέρεται στα έντομα: ~ός: εχθρός (π.χ. του αμπελιού). [< γαλλ. entomologique, αγγλ. entomological]
  • εντομολόγος [ἐντομολόγος] ε-ντο-μο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ζωολόγος με ειδίκευση στην εντομολογία: βιολόγος/γεωπόνος-~. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. entomologiste, αγγλ. entomologist]
  • εντομοπαγίδα [ἐντομοπαγίδα] ε-ντο-μο-πα-γί-δα ουσ. (θηλ.): παγίδα εντόμων: ~ για μύγες/κουνούπια. Ηλεκτρική ~ εξωτερικού/εσωτερικού χώρου.
  • εντομοπανίδα [ἐντομοπανίδα] ε-ντο-μο-πα-νί-δα ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΛ. το σύνολο των εντόμων που ζουν σε ορισμένη περιοχή ή βιότοπο. [< αγγλ. insect fauna]
  • εντομοφάγος , ος, ο [ἐντομοφάγος] ε-ντο-μο-φά-γος επίθ. {συνηθέστ. στο ουδ.}: ΖΩΟΛ. που τρέφεται με έντομα: ~α: έντομα/ερπετά/πουλιά/φυτά.|| (ως ουσ.) Τα ~α (ενν. θηλαστικά, βλ. μυγαλή, σκαντζόχοιρος, τυφλοπόντικας). Βλ. -φάγος. [< γαλλ. entomophage, insectivore, αγγλ. entomophagous]

αρθρόποδα

αρθρόποδα[ἀρθρόποδα] αρ-θρό-πο-δα ουσ. (ουδ.) (τα) {-ων (λόγ.) -όδων}: ΖΩΟΛ. συνομοταξία ασπόνδυλων ζώων (επιστ. ονομασ. Arthropoda) με αρθρωτά πόδια και σώμα το οποίο αποτελείται από τμήματα (δακτυλίους), διατεταγμένα σε ευθεία γραμμή, και σκληρό εξωσκελετό: Στα ~ ανήκουν τα έντομα, τα καρκινοειδή, τα αραχνοειδή και τα μαλακόστρακα. Βλ. αμφί-, γαστερό-, κεφαλό-ποδα. [< γαλλ. arthropodes, γερμ. Arthropoden]

-κτόνο

-κτόνο(λόγ.): επίθημα ουδέτερων ουσιαστικών που δηλώνουν χημικό σκεύασμα για την εξουδετέρωση παρασιτικών οργανισμών: ακαρεο~/βιο~/εντομο~ (βλ. -απωθητικό)/ζιζανιο~/κατσαριδο~/μυκητο~/μυο~/παρασιτο~/σκορο~/τρωκτικο~/φυτο~.

-λογία

-λογίαεπίθημα θηλυκών ουσιαστικών που αναφέρεται σε 1. επιστημονικό κλάδο ή τομέα: βιο~/γλωσσο~/επιστημο~/θεο~/κοινωνιο~/ορυκτο~/παθο~/πετρο~/φιλο~/ψυχο~. Βλ. -ικός. 2. λόγο, λόγια: ακριβο~/αντι~/απο~/δικαιο~/ηθικο~.|| (αρνητ. συνυποδ.) Αερο~/εκλογο~/καταστροφο~/κενο~/πολυ~. Αισχρο~ (βλ. -λόγος)/δαιμονο~/κινδυνο~.|| (ομιλία) Δευτερο~. 3. σύνολο συγκεντρωμένων στοιχείων, αρχών, κανόνων: (περιληπτ.) θεματο~ (πβ. -γραφία). Νομο~.|| (συλλογή) Aνθο~ (βλ. -λόγιο).|| Δεοντο~/μεθοδο~. 4. προσδιορισμό, καθορισμό ή στο αποτέλεσμά τους: βαθμο~ (πβ. βαθμολόγηση)/δοσο~/χρονο~. Βλ. -λογώ.

-λόγος

-λόγοςεπίθημα αρσενικών και θηλυκών ουσιαστικών με αναφορά σε 1. ειδικό επιστήμονα ή επαγγελματία: (o/η) αρχαιο~/αστικο~/βιο~/θεο~/παθο~. Εκλογο~.|| Ηλεκτρο~. Βλ. -γράφος. 2. πρόσωπο που συνηθίζει να τοποθετείται ή να εκφράζεται με συγκεκριμένο τρόπο: (αρνητ. συνυποδ.) καταστροφο~/κινδυνο~.|| Ευφυο~. Καυχησιο~/λασπο~/χυδαιο~. 3. (σπάν.) άτομο που συλλέγει ό,τι δηλώνει η πρωτότυπη λέξη: ανθο~/σταχυο~. 4. (σπανιότ.-μόνο στο αρσ.) εργαλείο: βιδο~.

μέλισσα

μέλισσαμέ-λισ-σα ουσ. (θηλ.) {μελισσ-ών} 1. ΖΩΟΛ. υμενόπτερο κοινωνικό έντομο (επιστ. ονομασ. Apis mellifera) που παράγει μέλι, κερί και βασιλικό πολτό: το κεντρί της ~ας. Αποικία/γύρη/κυψέλη/σμήνος ~ών. Η κοινωνία/ο χορός των ~ών. Οι ~ες βουίζουν. Βλ. αγριο~, βασίλισσα, εργάτρια, κηφήνας.|| (μτφ.) Είναι εργατική σαν ~. 2. {κ. στον πληθ.} ομαδικό παιδικό παιχνίδι με το χαρακτηριστικό τραγούδι "περνά περνά η μέλισσα". 3. ΒΟΤ. (σπάν.-λαϊκότ.) μελισσόχορτο. ● Υποκ.: μελισσάκι (το): κυρ. στη σημ. 1., μελισσούλα (η): μόνο στη σημ. 1. [< 1,2: αρχ. μέλισσα]

μυγαλή

μυγαλή[μυγαλῆ] μυ-γα-λή ουσ. (θηλ.) ΖΩΟΛ. 1. είδος τρωκτικού (οικογένεια Soricidae), μικρό εντομοφάγο νυκτόβιο θηλαστικό που μοιάζει με ποντίκι, αλλά έχει αρκετά προτεταμένο ρύγχος και μικρά μάτια και αυτιά. 2. μεγάλη αράχνη (γένος Mygale) που ζει σε ζεστές περιοχές και της οποίας το δάγκωμα είναι αρκετά επώδυνο. [< αρχ. μυγαλῆ 2: γαλλ.-αγγλ. mygale]

σπιράλ

σπιράλσπι-ράλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} : κάθε αντικείμενο που έχει σχήμα σπείρας: διπλό/μεταλλικό/πλαστικό ~. ~ βιβλιοδεσίας.|| ~ για τα κουνούπια (: εντομοαπωθητικό).|| (ΙΑΤΡ.) Αντισυλληπτικό ~. ΣΥΝ. ενδομήτριο σπείραμα. Βλ. διάφραγμα, προφυλακτικό, χάπι.|| (ως επίθ.) Καλώδιο/σωλήνες ~ (πβ. σπειροειδής). Μπλοκ/τετράδιο (με) ~ (: που τα φύλλα του συνδέονται με ελικοειδές σύρμα). (ΑΣΤΡΟΝ.) ~ γαλαξίες. || ~ αντιδράσεων (= αλυσιδωτές αντιδράσεις). ~ ύφεσης. [< γαλλ. spiral]

-φάγος & -φαγος

-φάγος & -φαγος, ος, ο (λόγ.) επίθημα επιθέτων ή ουσιαστικών με αναφορά σε 1. άνθρωπο ή ζώο που τρέφεται με συγκεκριμένη κατηγορία ή ποσότητα τροφής: κρεατο-φάγος/χορτο~.|| Λιγό-φαγος (πβ. λιτο-δίαιτος).|| Μυρμηγκο-φάγος/ξυλο~/πτωματο~/σαρκο~/φυλλο~.|| (περιληπτ.) (Τα) παµ-φάγα/φυτο~. 2. (μτφ.) άτομο με πάθος για ό,τι εκφράζει η πρωτότυπη λέξη: βιβλιο-φάγος (βλ. -φιλος). 3. καταπατητή: οικοπεδο~. 4. ασθένεια: τριχο~.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.