αρθρόποδα[ἀρθρόποδα] αρ-θρό-πο-δα ουσ. (ουδ.) (τα) {-ων (λόγ.) -όδων}: ΖΩΟΛ. συνομοταξία ασπόνδυλων ζώων (επιστ. ονομασ. Arthropoda) με αρθρωτά πόδια και σώμα το οποίο αποτελείται από τμήματα (δακτυλίους), διατεταγμένα σε ευθεία γραμμή, και σκληρό εξωσκελετό: Στα ~ ανήκουν τα έντομα, τα καρκινοειδή, τα αραχνοειδή και τα μαλακόστρακα. Βλ. αμφί-, γαστερό-, κεφαλό-ποδα. [< γαλλ. arthropodes, γερμ. Arthropoden]
-κτόνο(λόγ.): επίθημα ουδέτερων ουσιαστικών που δηλώνουν χημικό σκεύασμα για την εξουδετέρωση παρασιτικών οργανισμών: ακαρεο~/βιο~/εντομο~ (βλ. -απωθητικό)/ζιζανιο~/κατσαριδο~/μυκητο~/μυο~/παρασιτο~/σκορο~/τρωκτικο~/φυτο~.
-λογίαεπίθημα θηλυκών ουσιαστικών που αναφέρεται σε 1. επιστημονικό κλάδο ή τομέα: βιο~/γλωσσο~/επιστημο~/θεο~/κοινωνιο~/ορυκτο~/παθο~/πετρο~/φιλο~/ψυχο~. Βλ. -ικός. 2. λόγο, λόγια: ακριβο~/αντι~/απο~/δικαιο~/ηθικο~.|| (αρνητ. συνυποδ.) Αερο~/εκλογο~/καταστροφο~/κενο~/πολυ~. Αισχρο~ (βλ. -λόγος)/δαιμονο~/κινδυνο~.|| (ομιλία) Δευτερο~. 3. σύνολο συγκεντρωμένων στοιχείων, αρχών, κανόνων: (περιληπτ.) θεματο~ (πβ. -γραφία). Νομο~.|| (συλλογή) Aνθο~ (βλ. -λόγιο).|| Δεοντο~/μεθοδο~. 4. προσδιορισμό, καθορισμό ή στο αποτέλεσμά τους: βαθμο~ (πβ. βαθμολόγηση)/δοσο~/χρονο~. Βλ. -λογώ.
-λόγοςεπίθημα αρσενικών και θηλυκών ουσιαστικών με αναφορά σε 1. ειδικό επιστήμονα ή επαγγελματία: (o/η) αρχαιο~/αστικο~/βιο~/θεο~/παθο~. Εκλογο~.|| Ηλεκτρο~. Βλ. -γράφος. 2. πρόσωπο που συνηθίζει να τοποθετείται ή να εκφράζεται με συγκεκριμένο τρόπο: (αρνητ. συνυποδ.) καταστροφο~/κινδυνο~.|| Ευφυο~. Καυχησιο~/λασπο~/χυδαιο~. 3. (σπάν.) άτομο που συλλέγει ό,τι δηλώνει η πρωτότυπη λέξη: ανθο~/σταχυο~. 4. (σπανιότ.-μόνο στο αρσ.) εργαλείο: βιδο~.
μέλισσαμέ-λισ-σα ουσ. (θηλ.) {μελισσ-ών} 1. ΖΩΟΛ. υμενόπτερο κοινωνικό έντομο (επιστ. ονομασ. Apis mellifera) που παράγει μέλι, κερί και βασιλικό πολτό: το κεντρί της ~ας. Αποικία/γύρη/κυψέλη/σμήνος ~ών. Η κοινωνία/ο χορός των ~ών. Οι ~ες βουίζουν. Βλ. αγριο~, βασίλισσα, εργάτρια, κηφήνας.|| (μτφ.) Είναι εργατική σαν ~. 2. {κ. στον πληθ.} ομαδικό παιδικό παιχνίδι με το χαρακτηριστικό τραγούδι "περνά περνά η μέλισσα". 3. ΒΟΤ. (σπάν.-λαϊκότ.) μελισσόχορτο. ● Υποκ.: μελισσάκι (το): κυρ. στη σημ. 1., μελισσούλα (η): μόνο στη σημ. 1. [< 1,2: αρχ. μέλισσα]
μυγαλή[μυγαλῆ] μυ-γα-λή ουσ. (θηλ.) ΖΩΟΛ. 1. είδος τρωκτικού (οικογένεια Soricidae), μικρό εντομοφάγο νυκτόβιο θηλαστικό που μοιάζει με ποντίκι, αλλά έχει αρκετά προτεταμένο ρύγχος και μικρά μάτια και αυτιά. 2. μεγάλη αράχνη (γένος Mygale) που ζει σε ζεστές περιοχές και της οποίας το δάγκωμα είναι αρκετά επώδυνο. [< αρχ. μυγαλῆ 2: γαλλ.-αγγλ. mygale]
σπιράλσπι-ράλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} : κάθε αντικείμενο που έχει σχήμα σπείρας: διπλό/μεταλλικό/πλαστικό ~. ~ βιβλιοδεσίας.|| ~ για τα κουνούπια (: εντομοαπωθητικό).|| (ΙΑΤΡ.) Αντισυλληπτικό ~. ΣΥΝ. ενδομήτριο σπείραμα. Βλ. διάφραγμα, προφυλακτικό, χάπι.|| (ως επίθ.) Καλώδιο/σωλήνες ~ (πβ. σπειροειδής). Μπλοκ/τετράδιο (με) ~ (: που τα φύλλα του συνδέονται με ελικοειδές σύρμα). (ΑΣΤΡΟΝ.) ~ γαλαξίες. || ~ αντιδράσεων (= αλυσιδωτές αντιδράσεις). ~ ύφεσης. [< γαλλ. spiral]
-φάγος & -φαγος, ος, ο (λόγ.) επίθημα επιθέτων ή ουσιαστικών με αναφορά σε 1. άνθρωπο ή ζώο που τρέφεται με συγκεκριμένη κατηγορία ή ποσότητα τροφής: κρεατο-φάγος/χορτο~.|| Λιγό-φαγος (πβ. λιτο-δίαιτος).|| Μυρμηγκο-φάγος/ξυλο~/πτωματο~/σαρκο~/φυλλο~.|| (περιληπτ.) (Τα) παµ-φάγα/φυτο~. 2. (μτφ.) άτομο με πάθος για ό,τι εκφράζει η πρωτότυπη λέξη: βιβλιο-φάγος (βλ. -φιλος). 3. καταπατητή: οικοπεδο~. 4. ασθένεια: τριχο~.
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ