έριδα [ἔριδα] έ-ρι-δα ουσ. (θηλ.) {-ας κ. -ιδος | έριδ-ων κ. -ίδων, συνηθέστ. στον πληθ.} (λόγ.): διαμάχη, προστριβή: εσωκομματικές/θρησκευτικές/πολιτικές ~ες. ~ες και αντιπαραθέσεις. Ξέσπασε ~ μεταξύ τους. Πβ. αντιδικία, διένεξη, φιλονικία. ● ΦΡ.: το μήλο(ν) της έριδος βλ. μήλο [< αρχ. ἔρις, γαλλ. discorde]
μήλο
μήλο[μῆλο] μή-λο ουσ. (ουδ.): ο εδώδιμος καρπός της μηλιάς που έχει κοκκινωπή, πρασινωπή ή σπανιότ. κιτρινωπή φλούδα, περίπου σφαιρικό σχήμα, λευκή, τραγανή σάρκα και μικρούς σπόρους στο κέντρο του: μικροκαρπία/ποικιλίες ~ων (: ξινόμηλο, στάρκιν, φιρίκι). Καθαρίζω ένα ~. Πβ. ξινόμηλο. Βλ. αχλαδό-, γεώ-μηλο.|| Γλυκό/μαρμελάδα ~. ~ κομπόστα. Πουρές/χυμός ~ου. Τσάι με άρωμα ~ου. Σαλάτα/τάρτα/χοιρινό με ~α. ● μήλα (τα): παιδικό παιχνίδι με δύο παίκτες σε απόσταση ορισμένων μέτρων οι οποίοι πετούν τη μπάλα ο ένας στον άλλο, με στόχο να χτυπήσουν τους παίκτες που τρέχουν ανάμεσά τους για να τους βγάλουν εκτός παιχνιδιού. ● Υποκ.: μηλαράκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: σάπιο μήλο: θαμπό χρώμα μεταξύ κόκκινου και καφέ., τα μήλα του προσώπου: ζυγωματικά: Βάλε λίγο ρουζ στα ~ ~., το μήλο του Αδάμ βλ. Αδάμ ● ΦΡ.: ένα μήλο την ημέρα το(ν) γιατρό τον κάνει πέρα (παροιμ.): για να επισημανθεί η σημασία του μήλου για την υγεία, χάρη κυρ. στα ιχνοστοιχεία και στα αντιοξειδωτικά που περιέχει., το μήλο κάτω απ' τη μηλιά (θα πέσει): για να δηλωθεί ότι ένα παιδί ακολουθεί το επάγγελμα ή γενικότ. έχει το χαρακτήρα και τα ενδιαφέροντα των γονέων του: ~ ~! Συνεχίζει επάξια την παράδοση του πατέρα του., το μήλο(ν) της έριδος & το μήλο της έριδας: αντικείμενο ή αιτία συνεχούς αντιπαράθεσης, διεκδίκησης: Νησιά που αποτέλεσαν το ~ ~ για πολλούς κατακτητές. [< γαλλ. pomme de discorde] [< αρχ. μῆλον]
We use cookies and similar technologies to improve your experience on our website.