Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 23 εγγραφές  [0-20]


  • έσω [ἔσω] έ-σω επίρρ. (λόγ.): μέσα: (ως επίθ., κυρ. ΑΝΑΤ.) η ~ (= εσωτερική) επιφάνεια του γόνατος. Ο ~ μηνίσκος/πλάγιος σύνδεσμος. Το ~ ους. Τα ~ γεννητικά όργανα. Πβ. εντός. ΑΝΤ. έξω (1) ● ΦΡ.: εκ των έσω/ένδον βλ. ένδον [< αρχ. ἔσω/εἴσω]
  • εσω- & εσώ- (λόγ.): πρόθημα λέξεων με τη σημασία εντός, στο εσωτερικό: εσω-κλείω/~κομματικός (ΑΝΤ. εξω-)/~λέμβιος/~νάρθηκας/~στρέφεια (ΣΥΝ. ενδο-). Εσώ-κλειστος/~ρουχο.
  • έσωθεν [ἔσωθεν] έ-σω-θεν επίρρ. (λόγ.): από μέσα, από το εσωτερικό: Δέχονται βολές/πιέσεις ~. Πβ. εκ των έσω/ένδον.|| (ως επίθ.) Οι ~ εχθροί. Βλ. -θεν. ΣΥΝ. ένδοθεν ΑΝΤ. έξωθεν [< αρχ. ἔσωθεν]
  • εσωθερμικός , ή, ό [ἐσωθερμικός] ε-σω-θερ-μι-κός επίθ. {κυρ. στο θηλ. κ. στον πληθ. ουδ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ισοθερμικός: ~ή: επένδυση. ~ά: ρούχα.
  • εσώκλειστος , η, ο [ἐσώκλειστος] ε-σώ-κλει-στος επίθ. (λόγ.) & (προφ.) σώκλειστος 1. κλεισμένος μέσα σε κάτι (φάκελο, κουτί): ~η: αίτηση/δήλωση/επιστολή/επιταγή. ~ες: οδηγίες. Γράμμα με ~η φωτογραφία. Τα ~α έντυπα των φαρµακευτικών σκευασµάτων. Πβ. ενσφράγιστος. 2. (καταχρ., για πρόσ.) έγκλειστος ή τρόφιμος: ~ος: σπουδαστής. ~η: μαθήτρια. ~ σε αναμορφωτήριο/μοναστήρι/ψυχιατρείο. Μεγαλώνει ~ σε μια καθολική σχολή. ● επίρρ.: εσωκλείστως [< 1: γαλλ. ci-inclus 2: γαλλ. interné]
  • εσωκλείω [ἐσωκλείω] ε-σω-κλεί-ω ρ. (μτβ.) {εσώκλει-σα, εσωκλεί-σει, -στηκε, -στεί, εσωκλεί-οντας} (λόγ.): βάζω (κείμενο) μέσα σε κάτι (φάκελο, κουτί, ιμέιλ): ~ το βιογραφικό μου σημείωμα (πβ. επισυνάπτω)/επιταγή/πρόσκληση. Έντυπο που ~εται στη συσκευασία. ~ονται βιβλία με οδηγίες. Πβ. εγκλείω. [< γαλλ. inclure]
  • εσωκομματικός , ή, ό [ἐσωκομματικός] ε-σω-κομ-μα-τι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που βρίσκεται, συμβαίνει εντός κόμματος ή αφορά τις σχέσεις μεταξύ των μελών του: ~ός: διάλογος/πόλεμος. ~ή: αντιπαράθεση/αντιπολίτευση/κρίση. ~ό: μέτωπο. ~ές: αντιθέσεις/εκλογές. ~ά: προβλήματα/πυρά/στρατόπεδα. Βλ. διακομματικός. ΣΥΝ. ενδοκομματικός ΑΝΤ. εξωκομματικός ● επίρρ.: εσωκομματικά
  • εσωλέμβιος , α, ο [ἐσωλέμβιος] ε-σω-λέμ-βι-ος επίθ.: (για μηχανή) που βρίσκεται στην εσωτερική πλευρά της πρύμνης λέμβου: ~ος: κινητήρας.|| (ως ουσ.) Σκάφος με ~ο. ΑΝΤ. εξωλέμβιος [< αγγλ. inboard (motor), 1929]
  • εσωνάρθηκας [ἐσωνάρθηκας] ε-σω-νάρ-θη-κας ουσ. (αρσ.): ΑΡΧΙΤ. τμήμα χριστιανικού ναού μεταξύ εξωνάρθηκα και κυρίως ναού. Πβ. λιτή, μεσονυκτικό. Βλ. καθολικό.
  • εσώρουχα [ἐσώρουχα] ε-σώ-ρου-χα ουσ. (ουδ.) (τα) {-ων (συνηθέστ.) -ούχων | σπανιότ. στον εν. εσώρουχο}: περιληπτική ονομασία ενδυμάτων που φοριούνται κάτω από τα κανονικά ρούχα, σε άμεση επαφή με το σώμα: αθλητικά/ανδρικά/βαμβακερά/γυναικεία/δαντελωτά/μεταξωτά/παιδικά/σέξι ~. ~ εγκυμοσύνης. Καταστήματα/μάρκα/σετ ~ούχων. Βλ. ασπρόρουχα, κιλότα, σλιπ, σουτιέν, στρινγκ, σώβρακο, τάνγκα, φανέλα, θερμο~. ● ΣΥΜΠΛ.: θερμικά εσώρουχα/ρούχα βλ. θερμικός [< γαλλ. (les) dessous]
  • εσωστρέφεια [ἐσωστρέφεια] ε-σω-στρέ-φει-α ουσ. (θηλ.) ΣΥΝ. ενδοστρέφεια ΑΝΤ. εξωστρέφεια 1. ΨΥΧΟΛ. η τάση κάποιου να στρέφεται στον εαυτό του, παρά στους άλλους ανθρώπους και τον εξωτερικό κόσμο: Περνώ μια φάση ~ας. Βλ. εγωκεντρισμός. ΑΝΤ. εκδηλωτικότητα 2. (μτφ.) κατάσταση σύμφωνα με την οποία ένα σύνολο ανθρώπων ασχολείται διαρκώς με εσωτερικά και συνήθ. όχι σημαντικά ζητήματα: κομματική ~. ~ και ομφαλοσκόπηση. Μουρμούρες, ~ες και μεμψιμοιρίες. Βλ. ηττοπάθεια. [< γερμ. Introversion, γαλλ. introversion, 1913]
  • εσωστρεφής , ής, ές [ἐσωστρεφής] ε-σω-στρε-φής επίθ. {εσωστρεφ-ούς | -είς (ουδ. -ή)}: που χαρακτηρίζεται από εσωστρέφεια: (ΨΥΧΟΛ.) ~ής: χαρακτήρας. Πβ. κλειστός, συνεσταλμένος.|| (αρνητ. συνυποδ.) ~ής: λογική/πολιτική. Πβ. ενδοστρεφής. ΑΝΤ. εκδηλωτικός, εξωστρεφής [< γαλλ. introverti, 1922, γερμ. introvertiert]
  • εσώτατος , η, ο [ἐσώτατος] ε-σώ-τα-τος επίθ. (λόγ.): που βρίσκεται στο πιο μακρινό εσωτερικό σημείο, στο βάθος: το ~ο μέρος του ιερού (πβ. άδυτο).|| (μτφ.) Ο ~, μύχιος εαυτός μας. Οι ~ες επιθυμίες/σκέψεις. Πβ. εσώτερος, ενδόμυχος. ΣΥΝ. ενδότατος ΑΝΤ. εξώτατος ● επίρρ.: εσώτατα [< μτγν. ἐσώτατος]
  • εσωτερίκευση [ἐσωτερίκευση] ε-σω-τε-ρί-κευ-ση ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΟΛ. -ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. αφομοίωση, υιοθέτηση κοινωνικών αξιών, κανόνων, προτύπων: ~ τρόπων συμπεριφοράς. ~εύσεις στερεοτύπων. Πβ. ενδοβολή. ΑΝΤ. εξωτερίκευση [< γαλλ. intériorisation]
  • εσωτερικεύω [ἐσωτερικεύω] ε-σω-τε-ρι-κεύ-ω ρ. (μτβ.) {εσωτερίκευ-σε, εσωτερικεύ-σει, -τηκε (λόγ.) -θηκε, -τεί (λόγ.) -θεί, -μένος, -οντας}: ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. -ΨΥΧΟΛ. αφομοιώνω, υιοθετώ αξίες, κανόνες, πρότυπα που προβάλλονται στον περίγυρο: Το παιδί ~ει και απομιμείται ό,τι βιώνει. Γεγονότα της βρεφικής και νηπιακής ηλικίας ~ονται και οικοδομούν τον ψυχισμό του ατόμου.|| ~μένα: προβλήματα/συναισθήματα (: που δεν εκδηλώνονται). ΑΝΤ. εξωτερικεύω [< γαλλ. intérioriser]
  • εσωτερικός , ή, ό [ἐσωτερικός] ε-σω-τε-ρι-κός επίθ. ΑΝΤ. εξωτερικός 1. που βρίσκεται ή συμβαίνει μέσα σε κάτι άλλο, σε έναν κλειστό χώρο, προς τα μέσα: ~ός: εξοπλισμός (κτιρίου/οχήματος)/κήπος/φωτισμός. ~ή: αυλή/διακόσμηση/θερμοκρασία/καμπίνα πλοίου/πλευρά/σκάλα/συσκευή (υπολογιστή, βλ. επεξεργαστής)/τσέπη (μπουφάν). ~ό: διαμέρισμα (: που βλέπει στον ακάλυπτο χώρο πολυκατοικίας)/καλώδιο/μόντεμ. ~ά: κουφώματα/μέρη/συστήματα/τοιχώματα/χαρακτηριστικά. Έπιπλα/παιδότοποι/φυτά ~ού χώρου. ~ή (τηλεφωνική) γραμμή/~ό τηλέφωνο (: που συνδέει τους χώρους κτιρίου). ~ή εργασία γραφείου/θέση. ~ά γυρίσματα μιας ταινίας (: στο στούντιο). Στις ~ές σελίδες η εφημερίδα γράφει ... (βλ. εξώ-, οπισθό-φυλλο, πρωτοσέλιδο).|| (ΙΑΤΡ., για οργανισμούς) ~ός: πόνος. ~ή: αιμορραγία/χρήση φαρμάκου (= από το στόμα). ~ό: τραύμα. ~ά: όργανα.|| (ΓΡΑΜΜ.) ~ή αύξηση (ρήματος) (π.χ. εκφράζω-εξέφρασα).|| (ΓΕΩΜ.) ~ή διχοτόμος γωνίας.|| (ΦΥΣ.) ~ή ενέργεια συστήματος (βλ. έργο).|| (ΜΑΘ.) ~ό (ή βαθμωτό) γινόμενο δύο διανυσμάτων (βλ. διανυσματικός). 2. που σχετίζεται με την οργάνωση και λειτουργία ενός μόνο οργανισμού, κράτους, επιχείρησης, ομάδας, σε αντιδιαστολή προς τα υπόλοιπα: ~ός: ανταγωνισμός/κανονισμός/κίνδυνος/συνεργάτης/τουρισμός. ~ή: αγορά (πβ. εγχώρια)/απόφαση/διαδικασία/διαμάχη (σε ένα κόμμα)/δράση/επικαιρότητα (βλ. διεθνής)/επικοινωνία/μετανάστευση/πολιτική. ~ό: έγγραφο/εμπόριο/θέμα/μέτωπο/σημείωμα. ~ές: δυσκολίες/ειδήσεις/σχέσεις. ~ά: αίτια/θέματα/προβλήματα. Συνεχίζονται οι μεταρρυθμίσεις στην ~ή ζωή της χώρας.|| ~ές: πτήσεις (= πτήσεις εσωτερικού). 3. που αναφέρεται στον πνευματικό και ψυχικό κόσμο του ανθρώπου: ~ός: αγώνας/πλούτος/φόβος. ~ή: ανάγκη/γαλήνη/ελευθερία/ένταση/ισορροπία/ομορφιά/πειθαρχία. ~ό: κίνητρο/χάρισμα. ~ διάλογος (: του ανθρώπου με τον εαυτό του). Πβ. ενδό-, εσώ-τερος.|| (ΘΡΗΣΚ., στον μυστικισμό) ~ή: διδασκαλία/φιλοσοφία (πβ. εσωτεριστικός). 4. (για πρόσ.) που διαμένει και σιτίζεται σε κάποιον χώρο, όπου συνήθ. σπουδάζει ή εργάζεται: ~ός: μαθητής (πβ. οικότροφος). ~ή: οικιακή βοηθός. Νοσηλεύτηκε ως ~ ασθενής (πβ. τρόφιμος).|| (ως ουσ.) Πήγε ~ή στις καλόγριες. Ζητείται κυρία ως ~ή σε σπίτι για φροντίδα ηλικιωμένου ατόμου (= γηροκόμος). ● Ουσ.: εσωτερικά (τα): οι εσωτερικές υποθέσεις (οργανωμένου συνόλου ατόμων): τα ~ μιας επιχείρησης/ενός κόμματος/ενός κράτους. Τα ~ μιας οικογένειας (πβ. τα του οίκου). Υπουργείο Εσωτερικών. ΑΝΤ. εξωτερικά (τα), εσωτερικό (το) 1. ενν. μέρος, τμήμα: το ~ του αυτοκινήτου/του θεάτρου. Στο ~ του σπιτιού/της χώρας (= ενδοχώρα, πβ. στα ενδότερα).|| ~ του αυτιού/της μήτρας.|| Το ~ της Μικράς Ασίας. ΣΥΝ. μεσόγεια. ΑΝΤ. παράλια.|| (μτφ.) Στο ~ του κόμματος/της κυβέρνησης συντελούνται αθόρυβες διεργασίες. 2. η περιοχή εντός των ορίων ενός κράτους: αποστολές/δρομολόγια ~ού. Πβ. ημεδαπή. ΑΝΤ. αλλοδαπή, εξωτερικό. ● επίρρ.: εσωτερικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: εσωτερικά σύνορα βλ. σύνορο, εσωτερικά ύδατα βλ. ύδωρ, εσωτερική αξιολόγηση βλ. αξιολόγηση, εσωτερική θάλασσα βλ. θάλασσα, εσωτερικό/σύστοιχο αντικείμενο βλ. αντικείμενο, εσωτερικός κόσμος βλ. κόσμος, εσωτερικός μονόλογος βλ. μονόλογος, μηχανή/κινητήρας εσωτερικής καύσης/καύσεως βλ. κινητήρας ● ΦΡ.: για εσωτερική κατανάλωση βλ. κατανάλωση [< αρχ. ἐσωτερικός, γαλλ. interne, intérieur, αγγλ. internal]
  • εσωτερικότητα [ἐσωτερικότητα] ε-σω-τε-ρι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ύπαρξη έντονου, πλούσιου πνευματικού και ψυχικού κόσμου: βαθιά ~. ~ και ποιητική ατμόσφαιρα. Η ~ των μορφών του κειμένου. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. εξωτερικότητα [< γαλλ. intériorité, αγγλ. interiority]
  • εσωτερισμός [ἐσωτερισμός] ε-σω-τε-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΦΙΛΟΣ. -ΘΡΗΣΚ. δόγμα σύμφωνα με το οποίο οι γνώσεις κοινοποιούνται μόνο σε μικρό αριθμό μυημένων και δεν εκλαϊκεύονται: θρησκευτικός/μυστηριακός/φιλοσοφικός ~. ~ και μεταφυσική. Σχολές ~ού και διαλογισμού. Πβ. αποκρυφ-, μυστικ-ισμός. 2. εσωτερικότητα: ~ ενός έργου. [< αγγλ. esoteri(ci)sm, γαλλ. ésotérisme]
  • εσωτεριστής [ἐσωτεριστής] ε-σω-τε-ρι-στής ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΣ. -ΘΡΗΣΚ. οπαδός του εσωτερισμού: µυστικιστές και ~ές. Κύκλοι ~ών και ερευνητών του απόκρυφου. [< αγγλ. esoteri(ci)st, γαλλ. ésotériste]
  • εσωτεριστικός , η, ο [ἐσωτεριστικός] ε-σω-τε-ρι-στι-κός επίθ.: ΦΙΛΟΣ.-ΘΡΗΣΚ. που σχετίζεται με τον εσωτερισμό: ~ός: συμβολισμός. Το ~ό δόγµα των Πυθαγορείων. Βλ. αποκρυφιστ-, μεταφυσ-, μυστικιστ-ικός. [< αγγλ. esoteric, γαλλ. ésotérique]

αντικείμενο

αντικείμενο[ἀντικείμενο] α-ντι-κεί-με-νο ουσ. (ουδ.) {αντικειμέν-ου} 1. πράγμα με συγκεκριμένη μορφή, που συνήθ. γίνεται αντιληπτό μέσω των αισθήσεων, δεν αποτελεί ζωντανό οργανισμό και προορίζεται για συγκεκριμένη χρήση: αιχμηρό/μεταλλικό/πολύτιμο ~. Άψυχα/μεταχειρισμένα/υλικά ~α. ~α εξοπλισμού γραφείου/καθημερινής χρήσης. Άγνωστης Ταυτότητας Ιπτάμενα ~α (ακρ. ΑΤΙΑ, UFO, πβ. ούφο). Δεν σου επιτρέπω να ψάχνεις τα προσωπικά μου ~α! Βλ. μικρο~. 2. οτιδήποτε αποτελεί το θέμα, τον σκοπό ή την αιτία (ενέργειας, δραστηριότητας, συναισθήματος): γνωστικό/επιστημονικό/ερευνητικό ~. ~ αγάπης/εκμετάλλευσης/εργασίας/έρευνας/θαυμασμού/κριτικής (= στόχος)/πολιτικής αντιπαράθεσης/σπουδών/σχολίων/χλευασμού. Μόνιμο ~ συζήτησης.|| (ΝΟΜ.) ~ δικαιοπραξίας/δικαιώματος/πώλησης/σύμβασης. 3. ΓΡΑΜΜ. συντακτικός όρος πρότασης ή φράσης που δηλώνει τον αποδέκτη της ενέργειας του ρήματος: πτώση του ~ένου (: αιτιατική, γενική). ● ΣΥΜΠΛ.: άμεσο αντικείμενο: ΓΡΑΜΜ. πρόσωπο, πράγμα ή αφηρημένη έννοια στην οποία μεταβαίνει απευθείας η ενέργεια του υποκειμένου: π.χ. Πλένω τα πιάτα. Πβ. συμπλήρωμα., έμμεσο αντικείμενο: ΓΡΑΜΜ. πρόσωπο ή πράγμα που συμπληρώνει την έννοια του ρήματος ή σχετίζεται με το άμεσο αντικείμενο: λ.χ. Του χάρισε ένα βιβλίο (: η λ. "του" είναι ~ ~)., εσωτερικό/σύστοιχο αντικείμενο: ΓΡΑΜΜ. που παράγεται ετυμολογικά από το ρήμα με το οποίο συντάσσεται ή φανερώνει το αποτέλεσμα που προκύπτει από την ενέργεια του ρήματος: π.χ. Τραγουδώ ένα τραγούδι., οικονομικό αντικείμενο: το κόστος για την υλοποίηση ενός έργου., φυσικό αντικείμενο: σύνολο εργασιών που πρέπει να ολοκληρωθούν για την υλοποίηση ενός έργου., αντικείμενο αναφοράς βλ. αναφορά, μεταβατικό αντικείμενο βλ. μεταβατικός ● ΦΡ.: εξ αντικειμένου (λόγ.): αντικειμενικά, εκ των πραγμάτων, από ή με βάση τις αντικειμενικές συνθήκες: ~ ~ δυσκολίες. ΑΝΤ. εξ υποκειμένου [< αρχ. ἀντικείμενον, γαλλ. objet, αγγλ. object]

αξιολόγηση

αξιολόγηση[ἀξιολόγηση] α-ξι-ο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.) 1. διαδικασία που αποσκοπεί στη συστηματική και αντικειμενική εκτίμηση του αποτελέσματος μιας δραστηριότητας, σε σχέση με τους επιδιωκόμενους στόχους και την καταλληλότητα των χρησιμοποιούμενων μέσων και μεθόδων: αριθμητική/ατομική/αυθεντική/διαγνωστική/διαρκής/(ΠΑΙΔΑΓ.) διαμορφωτική (: που πραγματοποιείται σταδιακά κατά την εξέλιξη της διδασκαλίας)/διερευνητική/εκπαιδευτική/εξατομικευμένη/περιγραφική/συγκεντρωτική/συγκριτική/συνεχής/συνολική/τελική/υποκειμενική ~. ~ απόδοσης/δεδομένων/εργασίας/λογισμικού/μαθήματος/μαθητή (π.χ. προφορική-γραπτή εξέταση, εργασίες)/πανεπιστημίων/της ποιότητας .../της πορείας (λ.χ. μιας επιχείρησης)/προγραμμάτων/σχεδίου. Επιτροπή/κριτήρια/σύμβουλος/σύστημα ~ης. Τεστ ~ης (: που αξιολογεί την επίδοση, το επίπεδο των μαθητών). ~ και εξετάσεις. Οικονομικές/πολιτικές ~ήσεις. Διενεργούνται ~ήσεις. || ~η από (ομότιμους) κριτές. Βλ. αυτο~, επαν~, αποτίμηση. 2. ΟΙΚΟΝ. υπολογισμός της αξίας περιουσιακών στοιχείων, επενδυτικών χαρτοφυλακίων, κυρ. για λόγους φορολογίας ή ασφάλειας: ~ μετοχών/ομολόγων. ● ΣΥΜΠΛ.: εξωτερική αξιολόγηση: που αφορά τα πορίσματα της εσωτερικής αξιολόγησης ενός φορέα και γίνεται από επιτροπή αποτελούμενη από ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες: έκθεση ~ής ~ης. ~ ~ του εκπαιδευόμενου/έργου., εσωτερική αξιολόγηση: που αναφέρεται στην ποιότητα του επιτελούμενου έργου ενός φορέα και διενεργείται από τον ίδιο με βάση αντικειμενικά κριτήρια και δείκτες κοινής συναίνεσης και γενικής αποδοχής., αξιολόγηση κινδύνου βλ. κίνδυνος, έρευνα αξιολόγησης βλ. έρευνα, οίκος (πιστοληπτικής) αξιολόγησης βλ. οίκος [< αγγλ. evaluation, assessment, γαλλ. évaluation]

ασπρόρουχα

ασπρόρουχα[ἀσπρόρουχα] α-σπρό-ρου-χα ουσ. (ουδ.) (τα): λευκά είδη (όπως, σεντόνια, μαξιλαροθήκες, πετσέτες) ή λευκά εσώρουχα. Βλ. χρωματιστά.

διακομματικός

διακομματικός, ή, ό δι-α-κομ-μα-τι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που συντελείται με τη συμμετοχή περισσότερων του ενός ή όλων των πολιτικών κομμάτων: ~ός: διάλογος. ~ή: επιτροπή/συμφωνία/συναίνεση. ~ό: αίτημα/όργανο. ~ές: συμμαχίες/συσκέψεις. Σε ~ό επίπεδο. ● επίρρ.: διακομματικά

εγωκεντρισμός

εγωκεντρισμός[ἐγωκεντρισμός] ε-γω-κε-ντρι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. (αρνητ. συνυποδ.) η τάση του ατόμου να θεωρεί τον εαυτό του σημείο αναφοράς του περίγυρού του και να αδιαφορεί για τους άλλους: άκρατος ~. Πβ. ναρκισσ-, φιλοτομαρ-ισμός. ΣΥΝ. ατομικισμός (1), ατομισμός (1), ατομοκεντρισμός (1), εγωισμός (1), εγωλατρία, εγωπάθεια 2. ΨΥΧΟΛ. ο ατομικός χαρακτήρας της σκέψης του παιδιού, που αντιλαμβάνεται και ερμηνεύει τα πάντα από τη δική του σκοπιά, λόγω έλλειψης αντικειμενικότητας: γνωστικός/νοητικός ~. ~ της εφηβικής ηλικίας. [< γαλλ. égocentrisme, αρχές του 20ού αι., αγγλ. egocentrism, 1900]

ένδον

ένδον[ἔνδον] έν-δον επίρρ. (λόγ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: εκ των έσω/ένδον: από μέσα, από το εσωτερικό: πληροφόρηση ~ ~. Υπονομεύεται ~ ~. ΣΥΝ. ένδοθεν, έσωθεν ΑΝΤ. έξωθεν [< αρχ. ἔνδον]

εξω- & εξώ-

εξω- & εξώ-: λεξικό πρόθημα επιθέτων και ουσιαστικών με τη σημασία έξω, εκτός: εξω-γλωσσικός/~κοινοβουλευτικός/~συζυγικός/~συμπαντικός. Εξω-νάρθηκας. Εξώ-φυλλο.|| (ΙΑΤΡ.) Εξω-νεφρικός/~πνευμονικός. ΑΝΤ. ενδο-, εσω-

ηττοπάθεια

ηττοπάθεια[ἡττοπάθεια] ητ-το-πά-θει-α ουσ. (θηλ.): φόβος αποτυχίας ή ήττας, συνήθ. λόγω έλλειψης αυτοπεποίθησης: απογοήτευση και ~. Αίσθημα/πνεύμα ~ας. Προσπαθεί να ανατρέψει το κλίμα ~ας. Βλ. εσωστρέφεια, -πάθεια. [< γαλλ. défaitisme, 1915]

θάλασσα

θάλασσαθά-λασ-σα ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) -άσσης | -ών} 1. υδάτινη μάζα που περιβάλλει την ξηρά και καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος της γήινης επιφάνειας: αγριεμένη/απέραντη/αφρισμένη/βαθιά/βρόμικη/γαλάζια/ήρεμη/καθαρή/καταγάλανη/μανιασμένη/ταραγμένη/τρικυμισμένη/φουρτουνιασμένη ~. Τα πλάσματα της ~ας. Στον βυθό/πάτο της ~ας. Είδη/καρέκλα/μάσκα/μπάλα/ξαπλώστρα/ομπρέλα/πετσέτα/στρώμα ~άσσης. Θερμές/πολικές/τροπικές ~ες. Ρύπανση των ~ών. Βουτώ/βυθίζομαι/επιπλέω/κάνω μπάνιο/κολυμπώ/πέφτω/ταξιδεύω/ψαρεύω στη ~. Ήλιος και ~. Σπίτι δίπλα/κοντά/με θέα στη ~. Η περιοχή περιβάλλεται/περιβρέχεται από ~. Η ~ έχει κύμα.|| (ΓΕΩΓΡ.) Αδριατική/Βαλτική/Ερυθρά/Μαύρη/Μεσόγειος ~. Bλ. λίμνη, λιμνο~, πέλαγος, πόντος, ποταμός, ωκεανός.|| Το καΐκι (ξ)ανοίχτηκε/βγήκε στη ~ (= στ' ανοιχτά).|| Κατέβηκε στη ~ (: στην παραλία).|| Χωριό χτισμένο … μέτρα πάνω από τη ~ (βλ. επιφάνεια). Η ~ ανέβηκε (βλ. στάθμη).|| Διακοπές στη ~ (: σε παραθαλάσσιο μέρος). Προτιμάς βουνό ή ~;||(συνεκδ.) Η ~ είναι ζεστή/κρύα (: τα νερά της).|| Οι ψαράδες ζουν από τη ~ (: την αλιεία).|| (μτφ.) Έχει ~ σήμερα (= θαλασσοταραχή). Τον πειράζει η ~ (βλ. ναυτία). Πάλευε με τη ~ (πβ. τα κύματα). Τα ψάρια μυρίζουν ~ (: είναι πολύ φρέσκα). 2. (μτφ.-εμφατ.) (+ γεν./από + αιτ.) πλήθος: ~ πιστών. Βλ. ανθρωπο~, λαο~, κοσμοσυρροή.|| ~ από λουλούδια. ~ από εικόνες (πβ. καταιγισμός)/λέξεις (πβ. χείμαρρος)/φως. ~ από δάκρυα/δακρύων (πβ. βροχή, ποτάμι). (σπανιότ.) ~ τα προβλήματα/τα χρέη του (πβ. βουνό). ● Υποκ.: θαλασσάκι (το), θαλασσίτσα (η), θαλασσούλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: άνθρωποι της θάλασσας: κυρ. ναυτικοί και ψαράδες. Πβ. θαλασσινός. Βλ. βουνίσιος., ανοιχτή θάλασσα 1. & ανοιχτό νερό: θαλάσσιο τμήμα που δεν περιβάλλεται από ξηρά ή δεν περνάει από στενά περάσματα: αγώνες/ιστιοπλοΐα/σκάφος/ψάρεμα ~ής ~ας/ανοικτής ~άσσης. Κολύμβηση σε ανοιχτό νερό. Πβ. πόντος2. 2. ΝΟΜ. που δεν ανήκει στα χωρικά ή εσωτερικά ύδατα ενός κράτους και χρησιμοποιείται από όλους, σύμφωνα με την αρχή της ελευθερίας των θαλασσών: αλιεία/ναυσιπλοΐα/στρατιωτικές ασκήσεις στην ~ ~. ΣΥΝ. διεθνή ύδατα [< αγγλ. open sea] , από θαλάσσης (λόγ.): από τη θάλασσα: επίθεση/πρόκληση ~ ~ (: από εχθρικά πλοία). Βλ. από αέρος., εσωτερική θάλασσα: που επικοινωνεί με μια ανοιχτή θάλασσα μέσω άλλης., κλειστή θάλασσα & (σπάν.) ημίκλειστη: ΝΟΜ. (για κόλπο, πέλαγος, λεκάνη) που περιβάλλεται από περισσότερα του ενός κράτη ή γεωγραφικά τμήματα και συνδέεται με θάλασσα ή ωκεανό με στενό πέρασμα: αλιεία ~ής ~ας. Μεσόγειος: μια ~ ~. Η κλειστή ~ του Κορινθιακού., νεκρή θάλασσα: στην οποία δεν μπορεί να επιβιώσει κανένας ζωντανός οργανισμός εξαιτίας της ύπαρξης μεγάλων ποσοτήτων ανόργανων στερεών ουσιών, π.χ. αλατιού, ή λόγω της μόλυνσης., αγγούρι της θάλασσας βλ. αγγούρι, αλογάκι της θάλασσας βλ. αλογάκι, αυτί της θάλασσας βλ. αυτί, επτά θάλασσες βλ. επτά, θαλάσσια ανεμώνη βλ. ανεμώνη, θαλάσσιο ποδήλατο βλ. ποδήλατο, θαλάσσιο σκι βλ. σκι, θαλάσσιο ταξί βλ. ταξί, φρούτα της θάλασσας βλ. φρούτο, χωρικά ύδατα βλ. χωρικός2 ● ΦΡ.: διά θαλάσσης & μέσω θαλάσσης (λόγ.): με πλοίο: ~ ~ συγκοινωνία. Εμπόριο/επικοινωνία/μεταφορά εμπορευμάτων/πρόσβαση ~ ~. Ταξιδεύω ~ ~. Βλ. διά ξηράς, οδικώς., έγινε άγρια θάλασσα (μτφ.): θύμωσε πάρα πολύ: Μόλις την είδε, ~ ~! Πβ. έξω φρενών, πυρ και μανία., έχω φάει/έφαγα τη θάλασσα με το κουτάλι (προφ.): έχω περάσει μεγάλο χρονικό διάστημα, ταξιδεύοντας στη θάλασσα. Βλ. θαλασσόλυκος., η θάλασσα είναι λάδι: είναι πολύ ήρεμη., τα κάνω θάλασσα/σαλάτα/μαντάρα/μούσκεμα/σκατά/ρόιδο {συνήθ. στον αόρ.} (προφ.): κάνω πολλά λάθη και γενικότ. αποτυγχάνω: Από το άγχος της τα έκανε ~ στις εξετάσεις. ΣΥΝ. τα θαλασσώνω, τα κάνει μούτι, τα σκατώνω/τα σκάτωσε, όποιος χέζει/κατουράει στη θάλασσα, το βρίσκει στ' αλάτι βλ. χέζω, πυρ, γυνή και θάλασσα βλ. γυνή, σαν την άμμο της θάλασσας βλ. άμμος [< αρχ. θάλασσα, γαλλ. mer, αγγλ. sea]

-θεν

-θεν(λόγ.) & (διαλεκτ.-λαϊκό) -θε: επίθημα τοπικών επιρρημάτων που δηλώνουν 1. θέση ή προέλευση: εκατέρω-θεν/έμπροσ-θεν. Πανταχό-θεν (πβ. ολού-θε). Μητρό-/πατρό-θεν.|| (σε έκφρ.) Έν-θεν κακεί-θεν.|| Άλλο-θεν (κ. αλλού-θε). Πάνω-θε/πού~ (πβ. πό-θεν). 2. χρονική αφετηρία: ανέκα-θεν/εντεύ~. Παιδιό-θεν/παλαιό~. 3. (σπάν.) κατεύθυνση: (έκφρ.) Δώ-θε και κεί-θε.

θερμικός

θερμικός, ή, ό θερ-μι-κός επίθ.: που έχει σχέση με τη θερμότητα ή λειτουργεί με αυτή: ~ός: έλεγχος. ~ή: αίσθηση/απόδοση/διεργασία/δράση/επεξεργασία/καταπόνηση/κατεργασία/μόνωση (= θερμομόνωση). ~ό: περιβάλλον. ~ά: πάνελ.|| (ΦΥΣ.) ~ός: συντελεστής. ~ή: αγωγιμότητα/ακτινοβολία/ανάλυση/διάσπαση (= θερμόλυση)/διαστολή/ισχύς. ~ό: κύμα/φαινόμενο/φορτίο. ~ θάνατος του Σύμπαντος.|| (ΧΗΜ.) ~ό: υγρό.|| (ΙΑΤΡ.) ~ή: θεραπεία (= θερμοθεραπεία). ~ό: έγκαυμα (: λόγω αύξησης της θερμοκρασίας ή τριβής).|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ός: διακόπτης/εκτυπωτής/κινητήρας/σταθμός (παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος). ~ή: μηχανή (: που μετατρέπει τη θερμότητα σε μηχανική ενέργεια· βλ. θερμοδυναμική)/μονάδα ηλεκτροπαραγωγής. ~ό: αυτοκίνητο (βλ. ηλεκτρικό)/εργοστάσιο. ~ά: αεροπλάνα/ελικόπτερα/λεωφορεία (: που κινούνται με ντίζελ ή φυσικό αέριο). Βλ. ηλιο~.|| (ως ουσ.) Μοτέρ με ~ό προστασίας (πβ. θερμοστάτη). Βλ. αντι~, γεω~, ενδο~, εξω~, εσω~, ηλεκτρο~, ισο~, κυκλο~, ξηρο~, υδρο~. ● επίρρ.: θερμικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: θερμικά εσώρουχα/ρούχα: ισοθερμικά εσώρουχα ή ρούχα. Πβ. θερμοεσώρουχα., θερμική ενέργεια: ΦΥΣ. η κινητική ενέργεια των σωματιδίων. Πβ. θερμότητα., θερμική επαφή: ΦΥΣ. αλληλεπίδραση μεταξύ δύο ή περισσοτέρων σωμάτων με διαφορετική θερμοκρασία που έχει ως αποτέλεσμα την ανταλλαγή θερμότητας., θερμική ισορροπία: ΦΥΣ. κατάσταση κατά την οποία δεν παρατηρείται ανταλλαγή θερμότητας μεταξύ σωμάτων που βρίσκονται σε επαφή, επειδή η θερμοκρασία τους είναι η ίδια., θερμική μόλυνση: ΟΙΚΟΛ. αύξηση της θερμοκρασίας σε θάλασσες, ποταμούς ή λίμνες, η οποία προκαλείται από τη διοχέτευση ανεπεξέργαστων λυμάτων και είναι επιβλαβής για την υδρόβια ζωή. [< αγγλ. thermal pollution, 1966] , θερμικό στρες: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. ψυχοσωματικές αλλαγές που προκαλούνται σε ανθρώπους, ή βιολογικές μεταβολές που υφίστανται ζώα και φυτά εξαιτίας έντονου ψύχους ή υπερβολικής ζέστης. [< αγγλ. heat/temperature stress] , θερμικός άνεμος: ΜΕΤΕΩΡ. που δημιουργείται τις πρώτες πρωινές ή τις μεσημβρινές ώρες λόγω της διαφοράς θερμοκρασίας μεταξύ στεριάς και θάλασσας., θερμικός θόρυβος: ΦΥΣ. που προκαλείται σε ηλεκτρικό κύκλωμα από την αύξηση της κινητικότητας των ηλεκτρονίων, η οποία οφείλεται στην απορρόφηση θερμότητας., ενεργητικά/θερμικά ηλιακά συστήματα βλ. ενεργητικός, θερμική άνεση βλ. άνεση, θερμική ασπίδα βλ. ασπίδα, θερμική εξάντληση βλ. εξάντληση, θερμική νησίδα βλ. νησίδα, θερμικό σοκ βλ. σοκ, θερμικό/θερμογραφικό/θερμοευαίσθητο χαρτί βλ. χαρτί, θερμικός ισημερινός βλ. ισημερινός [< γαλλ. thermique, αγγλ. thermic, thermal]

καθολικό

καθολικόκα-θο-λι-κό ουσ. (ουδ.) 1. ΕΚΚΛΗΣ. ο κεντρικός ναός μοναστηριού· (σε εκκλησία) ο κυρίως ναός: αγιορείτικα ~ά. Εσπερινός στο ~ της Ιεράς Μονής ... 2. ΛΟΓΙΣΤ. βιβλίο λογαριασμών: αναλυτικό/γενικό ~. ~ αποθήκης/εξόδων/εσόδων. Διαχείριση ~ού πωλήσεων. [< 1: μεσν. καθολικόν 2: μτγν. καθολικός 'επόπτης λογαριασμών', γαλλ. grand livre]

κατανάλωση

κατανάλωσηκα-τα-νά-λω-ση ουσ. (θηλ.) 1. αγορά και χρήση αγαθών ή υπηρεσιών, με σκοπό την κάλυψη προσωπικών αναγκών· συνεκδ. η αντίστοιχη ποσότητα που καταναλώνεται: αλόγιστη/μαζική/συνετή ~. ~ απορρυπαντικών/λιπασμάτων. Οικιακή και βιομηχανική ~ νερού. Βλ. καταναλωτισμός, αυτο~, υπερ~, υπο~.|| Μέγιστη ~ ρεύματος. (σε κέντρο διασκέδασης:) Ελάχιστη ~ (: το μικρότερο ποσό που πρέπει να ξοδέψει κάποιος). ~ώσεις φυσικού αερίου. 2. (επίσ.) λήψη συνήθ. φαγητού ή ποτού: ~ γαλακτοκομικών/γλυκών. Άφθονη ~ υγρών. Αυξήθηκε η εγχώρια/ετήσια/παγκόσμια ~ αλκοόλ. Πβ. βρώση, πόση.|| Υπερβολική ~ φαρμάκων. Πβ. κατάχρηση, πολυφαρμακία. 3. χρησιμοποίηση ή διάθεση ενέργειας· δαπάνη, ξόδεμα: ~ θερμίδων (= κάψιμο).|| Μηχάνημα με χαμηλή ηλεκτρική ~ (βλ. βατ). Αυτοκίνητο με μειωμένη ~ καυσίμου/μέση ~ πετρελαίου ... λίτρα ανά εκατό χιλιόμετρα.|| ~ δυνάμεων/χρόνου (πβ. αφιέρωση, καταβολή).|| Δημόσια/ιδιωτική ~. ~ χρημάτων (πβ. σπατάλη). ΑΝΤ. εξοικονόμηση ● ΣΥΜΠΛ.: φόρος κατανάλωσης: ΟΙΚΟΝ. πρόσθετος φόρος στην τιμή πώλησης ενός προϊόντος: ειδικός ~ ~ (ακρ. ΕΦΚ)., προϊόντα ευρείας κατανάλωσης βλ. προϊόν ● ΦΡ.: για εσωτερική κατανάλωση: για καθετί που απευθύνεται αποκλειστικά στα μέλη ομάδας, κοινότητας· (ειδικότ.-ειρων.) για δηλώσεις που στοχεύουν στη δημιουργία εντυπώσεων στο εσωτερικό μιας χώρας, ενώ στην πραγματικότητα είναι αβάσιμες και παραπλανητικές: κριτική ~ ~. [< αγγλ. for internal consumption] , από την παραγωγή στην κατανάλωση βλ. παραγωγή [< μτγν. κατανάλωσις, γαλλ. consommation, αγγλ. consumption]

κινητήρας

κινητήραςκι-νη-τή-ρας ουσ. (αρσ.): ΜΗΧΑΝΟΛ. κάθε μηχανή που μετατρέπει ενέργεια οποιασδήποτε μορφής σε μηχανική· ιδ. η κινητήρια μηχανή τροχοφόρου οχήματος: αερόψυκτος/ατμοσφαιρικός (: η πίεση εισαγωγής του αέρα που χρησιμοποιείται για την καύση δεν υπερβαίνει την ατμοσφαιρική)/δεκαεξαβάλβιδος/δίχρονος/εμβολοφόρος (βλ. πιστόνι, στρόφαλος)/εξακύλινδρος/εξωλέμβιος/ηλεκτρικός (= ηλεκτρο~)/θερμικός/περιστροφικός/τούρμπο ~. ~ αεροσκάφους (βλ. δικινητήριος)/αυτοκινήτου (βλ. καρμπιρατέρ, κομπρέσορας). ~ ... ίππων (βλ. ιπποδύναμη)/... κυβικών. Εκκίνηση/έλεγχος/λειτουργία του ~α. Αλλαγή ~α. Η απόδοση/ευστροφία/ισχύς/τα καυσαέρια του ~α. Βλάβη/πρόβλημα στον ~α. ~ες αιθανόλης/βενζίνης (= βενζινοκινητήρες)/ντίζελ (= ντιζελο-, πετρελαιο-κινητήρες)/φυσικού αερίου. ~ες ανάφλεξης με συμπίεση. ~ες εναλλασσόμενου/συνεχούς ρεύματος. Ανταλλακτικά/καύσιμα/λάδια/λιπαντικά ~ων. Βλ. αερο~, ανεμο~, μικρο~, πυραυλο~, σερβο~, στροβιλο~, υδρο~, -τήρας. ΣΥΝ. μοτέρ ● ΣΥΜΠΛ.: μηχανή/κινητήρας εσωτερικής καύσης/καύσεως: ΜΗΧΑΝΟΛ. τύπος κινητήρα μέσα στον οποίο συντελείται η ανάφλεξη του καύσιμου υλικού και, στη συνέχεια, η καύση του. Βλ. αβάνς, προθάλαμος, ρελαντί, στροβιλοσυμπιεστής, υπερσυμπίεση, υπερτροφοδότης. [< αγγλ. internal combustion engine] , αριθμός κινητήρα βλ. αριθμός [< πβ. αρχ. κινητήρ ‘αυτός που σείει’, γαλλ. moteur, αγγλ. motor]

κόσμος

κόσμοςκό-σμος ουσ. (αρσ.) 1. το Σύμπαν και γενικότ. κάθε πλανητικό σύστημα: η γέννηση/η γνώση/η δημιουργία/η καταστροφή/τα μυστήρια/η σύλληψη (= κοσμοθεωρία) του ~ου. Βασικές αρχές που διέπουν τον ~ο. Ο άνθρωπος/εμείς κι ο ~ (πβ. φύση). Φαινόμενο τόσο παλιό όσο και ο ~. Πβ. πλάση.|| Συμπαντικοί ~οι. ~οι και γαλαξίες. Αναζήτηση εξωγήινων ~ων. 2. (ειδικότ.) η Γη με τους κατοίκους της και καθετί πάνω σε αυτή, η υφήλιος: ο γύρος/τα διάφορα μέρη/η ιστορία/η πορεία/οι φυλές του ~ου. Ανακάλυψη/εξερεύνηση/κατάκτηση/χάρτης του ~ου. Ο ~ μέσα από τα μάτια των παιδιών. Του ~ου τα παράξενα/περίεργα! Ο πιο πλούσιος άνθρωπος του ~ου. Νέα από την Ελλάδα και όλο τον ~ο. Εκατομμύρια άνθρωποι στον ~ο ... Ταξίδια ανά τον ~ο. Γνωστός/μοναδικός σε όλο τον ~ο. Ο ~ του αύριο. Αγώνας/ελπίδες/όνειρα για έναν καλύτερο ~ο. Άλλαξε τη ροή του ~ου. Σε έναν ~ο που συνεχώς αλλάζει/προοδεύει. Ζήτημα που αφορά όλο τον ~ο (= παγκόσμιο). Σε τι ~ο ζούμε; Πού πάει ο ~ (: τι εξέλιξη θα έχει); Πβ. ανθρωπότητα, οικουμένη, υδρόγειος. 3. τα μέλη ενός κοινωνικού συνόλου: Ο ~ λέει/νομίζει ότι ... Χιλιάδες κόσμος/κόσμου. Όλος ο ~ ξεσηκώθηκε/σας είδε/το ξέρει. Έχει βουίξει ο ~ (= ο τόπος). Πάει, τρελάθηκε ο ~! Αναστάτωσε/σήκωσε στο πόδι όλον τον ~ο. Η γνώμη του ~ου (πβ. κοινή γνώμη). Η νοοτροπία του ~ου. (ειρων.) Προβλήματα που έχει ο ~! Ο ~ του σχολείου. Πβ. γειτονιά, κοινωνία, περιβάλλον, περίγυρος.|| (πλήθος ατόμων:) Έχει έρθει/μαζευτεί/συγκεντρωθεί πολύς ~ έξω από ... (πβ. πολυκοσμία). Καλωσόρισε/χαιρέτησε τον ~ο (= τους παρευρισκόμενους). Βγήκε ο ~ στους δρόμους. Κοροϊδεύει τον ~ο. Ευχαρίστησε τον ~ο που ... Κανείς στον ~ο δεν θα με εμποδίσει. Δεν είχαν ~ο τα καταστήματα (: πολλούς πελάτες, μεγάλη κίνηση). Έχω ~ο στο σπίτι (= επισκέπτες/καλεσμένους). Διαλέγει τον ~ο (= τις παρέες) που συναναστρέφεται. Απηύθυνε πρόσκληση στον ~ο (= στους πολίτες) να ... 4. (αφηρ.) κοινωνική ζωή, οργάνωση: Δεν έχει βγει στον ~ο (: είναι άβγαλτος). Δεν έχει πείρα του ~ου. Ζει έξω/μακριά από τον ~ο (= αποκομμένος, απομονωμένος). Είναι μόνος του στον ~ο (: δεν έχει οικογένεια). Σ' έναν ζοφερό ~ο. Γκρεμίστηκε ο ~ της (: αναστατώθηκε η ζωή της). Άφησε τον ~ο (= τα επίγεια, τα εγκόσμια) και πήγε να μονάσει. Βλ. καθημερινότητα. 5. σύνολο ανθρώπων με κοινά χαρακτηριστικά, ως προς την ιστορική περίοδο που έζησαν, τη γεωγραφική περιοχή, το θρήσκευμα, την ιδεολογία, την επαγγελματική ιδιότητα, τα ενδιαφέροντα: ο αρχαίος (ελληνικός)/βυζαντινός/μεσαιωνικός/νεότερος/σύγχρονος ~. Η ακμή και παρακμή του ρωμαϊκού ~ου. Βλ. εποχή.|| Ο ~ της Ανατολής/Δύσης.|| Ο μουσουλμανικός/χριστιανικός ~ (= οι μουσουλμάνοι/χριστιανοί).|| Ο καπιταλιστικός/κομμουνιστικός/σοσιαλιστικός ~.|| Ο αγροτικός/εμπορικός/επιχειρηματικός/καλλιτεχνικός/πολιτικός/φίλαθλος ~. Ο ~ του αθλητισμού/των γραμμάτων και των τεχνών/της επιστήμης/του θεάματος/της μόδας/της μουσικής/της οικονομίας/της πολιτικής. Οι αγώνες/διεκδικήσεις του εργατικού ~ου. 6. σύνολο οργανωμένων στοιχείων, εννοιών, οντοτήτων: ορατός/πραγματικός ~. Ο φυσικός ~ (πβ. φυσικό περιβάλλον). Ο θαυμαστός ~ του βυθού/της θάλασσας (= υδάτινος, υποβρύχιος). Μικροσκοπικός ~ (πβ. μικρόκοσμος· βλ. μακρόκοσμος). Βλ. βιόκοσμος.|| Αόρατος/μαγικός/σκοτεινός ~. Ο ~ των ιδεών/των ονείρων/του παραμυθιού/των πνευμάτων/του υπερφυσικού (πβ. σφαίρα). Ο πνευματικός/συναισθηματικός/ψυχικός ~ του εφήβου/παιδιού. Βιβλία που ανοίγουν παράθυρα/πύλες στον ~ο της γνώσης. Διακριτοί/δυνητικοί/εξωτικοί/μυθικοί/παράλληλοι/πιθανοί/φανταστικοί ~οι. Ένας άλλος/καινούργιος ~ αποκαλύφθηκε/ξεδιπλώθηκε/ξετυλίχθηκε μπροστά στα μάτια τους. Γεφύρωση δύο διαφορετικών ~ων. Ταξίδια σε άγνωστους ~ους. Πλάθω νέους ~ους με τον νου/τη φαντασία.|| Ο εικονικός/τρισδιάστατος/ψηφιακός ~. Ο ~ του διαδικτύου/των ηλεκτρονικών υπολογιστών. Βλ. κυβερνο~. ● ΣΥΜΠΛ.: άνθρωπος του κόσμου: που είναι πολύ κοινωνικός και έχει πείρα της ζωής. Πβ. κοσμικός, περπατημένος., εσωτερικός κόσμος: το σύνολο των πνευματικών και ηθικών χαρακτηριστικών κάποιου προσώπου: μοναδικός/πλούσιος/φτωχός ~ ~. Ο ~ ~ του παιδιού/του συγγραφέα. Το διάβασμα/οι τέχνες καλλιεργούν τον ~ό ~ο., ο καλός κόσμος: τα υψηλά κοινωνικά στρώματα· η καλή κοινωνία: Οι κυρίες του ~ού ~ου. Κατάφερε να μπει στα σαλόνια του ~ού ~ου. Πβ. αριστοκρατία.|| (ειρων.) Μαζεύτηκε όλος ~ ~! Πβ. η σάρα και η μάρα., Παλαιός Κόσμος: η Ασία, η Αφρική και κυρ. η Ευρώπη., αναπτυσσόμενες χώρες βλ. αναπτύσσω, Νέος Κόσμος βλ. νέος, ο μάταιος κόσμος βλ. μάταιος, πολίτης του κόσμου βλ. πολίτης, Τέταρτος Κόσμος βλ. τέταρτος, Τρίτος Κόσμος βλ. τρίτος, ψυχή του κόσμου βλ. ψυχή ● ΦΡ.: δεν ανήκει σ' αυτόν τον κόσμο/δεν είναι του κόσμου τούτου/είναι από άλλο κόσμο: για κάποιον που είναι ξεχωριστός, μοναδικός ή για κάτι που δεν μπορεί να εξηγηθεί με βάση τις τρέχουσες αντιλήψεις., είναι/ζει στον κόσμο του/στον δικό του κόσμο/σε άλλο κόσμο/στην κοσμάρα του & στον κόσμο του/στην κοσμάρα του (ειρων.): για πρόσωπο που βρίσκεται εκτός πραγματικότητας: Εγώ του μιλάω, κι αυτός στον κόσμο του! Πβ. τον χαβά του., έτσι/αυτός είναι ο κόσμος! (προφ.): ως έκφραση συγκατάβασης, αποδοχής μιας δυσάρεστης συνήθ. κατάστασης: Τι να κάνουμε; ~ ~! Σήμερα σου μιλούν, αύριο δεν θέλουν να σε ξέρουν! ~ ~! Πβ. αυτά έχει/έχουν..., και τι στον κόσμο! (προφ.): για να δηλωθεί επιθυμία να συμβεί κάτι που θεωρείται αδύνατο, απίθανο: Αυτό να δω ~ ~!, κατά κόσμον: προς δήλωση του βαφτιστικού ονόματος και του επιθέτου, συνήθ. ιερέα ή μοναχού: (όταν προηγείται το ιερατικό όνομα:) Αρχιμανδρίτης/ιερομόναχος/μητροπολίτης/πατριάρχης ..., ~ ~ ...|| (κατ' επέκτ., όταν προηγείται το ψευδώνυμο:) Οδυσσέας Ελύτης, ~ ~ Οδυσσέας Αλεπουδέλης.|| (χιουμορ.) Μπίλι ή ~ ~ Βασίλης., κόσμε!: ως κλητική προσφώνηση: Εμπρός/ξύπνα ~! Α, ρε, ~ άκαρδε/ψεύτη! Βοήθεια, ~ (/χριστιανοί)!|| (από μικροπωλητή) Πάρε/περάστε/τρέξε, ~!|| (ειρων.-χιουμορ.) Πέρασε, ~ να δεις τα χαΐρια τους! Τρέμε, ~! Έρχεται ο ..., κόσμος και ντουνιάς (προφ.-εμφατ.): πολύς και κάθε λογής κόσμος: ~ ~ περνάει από εκεί. Ήρθε/μαζεύτηκε ~ ~ Πβ. κόσμος και κοσμάκης., με/για τίποτα στον κόσμο: (με άρνηση-εμφατ.) σε καμία περίπτωση, για κανένα λόγο: Δεν φεύγω/δεν το χάνω ~ ~! ~ ~ μη σταματήσεις/μην τα παρατήσεις! ΣΥΝ. για όλο το χρυσάφι του κόσμου, επ' ουδενί (λόγω), με κανέναν τρόπο, με τίποτα (1), μπροστά σε/στον κόσμο: για πράξεις που γίνονται παρουσία και άλλων ατόμων, δημοσίως: Μη μαλώνετε ~ ~! Δεν αισθάνομαι άνετα, όταν βρίσκομαι/τραγουδάω ~ ~. Πβ. σε κοινή/σε δημόσια θέα., ο έξω κόσμος: το εξωτερικό περιβάλλον: Δεν έχει καμία επαφή με τον ~ ~ο (: ζει απομονωμένος). Είχα ξεχάσει πώς είναι ~ ~ (: είχα καιρό να βγω έξω)., ο κόσμος γύρισε ανάποδα/ήρθε τα πάνω κάτω & (σπάν.) αναποδογύρισε ο κόσμος: προκλήθηκαν συνταρακτικές αλλαγές, έγιναν μεγάλες ανακατατάξεις., ο κόσμος το 'χει τούμπανο/βούκινο κι εμείς κρυφό καμάρι (παροιμ.): για κάτι που οι άμεσα ενδιαφερόμενοι αποκρύπτουν, ενώ στην ουσία το γνωρίζουν όλοι., ο πολύς (ο) κόσμος: οι περισσότεροι άνθρωποι: ~ ~ νομίζει/πιστεύει ότι ... Βιβλίο άγνωστο στον ~ύ ~ο. Στη συνείδηση του ~ύ ~ου ... Τον περισσότερο ~ο δεν τον απασχολούν τέτοια θέματα. Πβ. ευρύ κοινό, μάζα, όχλος. ΣΥΝ. πολλοί (1), όμορφος κόσμος (ηθικός), αγγελικά πλασμένος (συνήθ. ειρων.): για να δηλωθεί ότι μία άσχημη κατάσταση παρουσιάζεται ως ωραία., στην άκρη/στα/ως τα πέρατα του κόσμου/της γης (μτφ.): πάρα πολύ μακριά: ταξίδι ~ ~. Έφτασε ~ ~., στον άλλο κόσμο: στον κάτω κόσμο· γενικότ. για αναφορά στη μεταθανάτια ζωή: Πήγε ~ ~ (= πέθανε). Τον έστειλε ~ ~ (= τον σκότωσε)., τι σου είναι ο κόσμος!: προς δήλωση αποδοκιμασίας, δυσαρέσκειας ή έκπληξης, θαυμασμού. Βλ. τι σου είναι ο άνθρωπος!, το κέντρο του κόσμου: το επίκεντρο: Πόλη που έγινε ~ ~. Νομίζει ότι είναι ~ ~ (βλ. εγωκεντρικός). Πβ. ο ομφαλός της Γης., του κόσμου (εμφατ.) 1. για μεγάλη ποσότητα: Ξόδεψε ~ ~ τα λεφτά! Μας είπε ~ ~ τις αηδίες/τα ψέματα! Έχει ~ ~ τα καλά και παραπονιέται κι από πάνω. 2. της καλής κοινωνίας: Κυρία ~ ~ με εκλεπτυσμένους τρόπους., (τι) μικρός που είναι ο κόσμος/πόσο μικρός είναι ο κόσμος! βλ. μικρός, απαρνούμαι τα εγκόσμια/τον κόσμο βλ. εγκόσμιος, από καταβολής κόσμου βλ. καταβολή, από κτίσεως κόσμου/Ρώμης βλ. κτίση, για όλο το χρυσάφι του κόσμου βλ. χρυσάφι, για τα μάτια του κόσμου βλ. μάτι, δεν χάθηκε/δεν χάλασε/δεν θα χαλάσει (κι) ο κόσμος βλ. χαλώ, εδώ ο κόσμος καίγεται/χάνεται και η γριά/το μουνί χτενίζεται βλ. χτενίζω, έκανε (και) η μύγα κώλο και/κι έχεσε τον κόσμο όλο βλ. κώλος, έρχεται στον κόσμο/στη ζωή βλ. έρχομαι, έφαγα τον κόσμο βλ. τρώω, έφυγε απ' τη ζωή/τον κόσμο βλ. φεύγω, ζει και βασιλεύει (και τον κόσμο κυριεύει) βλ. βασιλεύω, ήρθε/έφτασε το τέλος (κάποιου/του κόσμου) βλ. τέλος, κάνω το(ν) γύρο του κόσμου βλ. γύρος, κόσμος και κοσμάκης βλ. κοσμάκης, ο κάτω κόσμος βλ. κάτω, ο κόσμος να χαλάσει βλ. χαλώ, ο κόσμος της νύχτας βλ. νύχτα, ο ομφαλός της Γης βλ. ομφαλός, ο πάνω κόσμος/ετούτος ο κόσμος βλ. πάνω & επάνω, όσα ξέρει ο νοικοκύρης, δεν τα ξέρει ο κόσμος όλος βλ. νοικοκύρης, συντέλεια του κόσμου βλ. συντέλεια, τα επτά θαύματα του κόσμου/της αρχαιότητας βλ. θαύμα, τα ύστερα του κόσμου βλ. ύστερος, τρελαίνει κόσμο βλ. τρελαίνω, φέρνω στη ζωή/στον κόσμο βλ. φέρνω, χαλάει κόσμο βλ. χαλώ, χαλάει ο κόσμος βλ. χαλώ, χαλάει τον κόσμο βλ. χαλώ, χάλασε ο κόσμος βλ. χαλώ, χαλασμός Κυρίου/κόσμου βλ. χαλασμός [< 1,2,3,4: αρχ., μτγν. κόσμος, αγγλ.-γαλλ. cosmos 5,6: γαλλ. monde]

μονόλογος

μονόλογοςμο-νό-λο-γος ουσ. (αρσ.) 1. συνεχής ομιλία προσώπου χωρίς διακοπή από τους συνομιλητές του ή προς τον εαυτό του χωρίς αποδέκτη: μακρύς ~. Παράλληλοι ~οι. Η διδασκαλία/το μάθημα δεν πρέπει να περιορίζεται στον ~ο του διδάσκοντος. Βλ. -λογος. ΑΝΤ. διάλογος.|| (μτφ., για υπεροχή σε αναμέτρηση) Ο αγώνας εξελίχθηκε σε επιθετικό ~ο της ομάδας (: βρισκόταν συνεχώς στην επίθεση). 2. ΘΕΑΤΡ. θεατρικό έργο ή τμήμα του όπου μιλά μόνο ένας χαρακτήρας: δραματικός/επιθεωρησιακός ~. ● ΣΥΜΠΛ.: εσωτερικός μονόλογος: ΛΟΓΟΤ. εκτενής συνήθ. και χωρίς διακοπές μονόλογος ήρωα, κατά τον οποίο εκθέτει τις σκέψεις και τα συναισθήματά του· η αντίστοιχη αφηγηματική τεχνική και κυρ. είδος της αφηγηματικής πεζογραφίας. Βλ. μυθιστόρημα. [< γαλλ. monologue intérieur] [< γαλλ.-αγγλ. monologue, γερμ. Monolog]

-ότητα

-ότητα(λόγ.) επίθημα αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνουν 1. κατάσταση ή χαρακτηριστικό: αυστηρ~/γνησι~/προνοητικ~. Βλ. -ύτητα.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Oσι~/παναγι~. Αγι~/ιερ~ (ΣΥΝ. -οσύνη). 2. (περιληπτ., παράγ. από ουσ.) σύνολο ατόμων με κοινή ιδιότητα: αδελφ~/ανθρωπ~. [< αρχ. -ότης]

σύνορο

σύνοροσύ-νο-ρο ουσ. (ουδ.) {συνόρ-ου} 1. νοητή γραμμή ή συνήθ. γεωφυσικό στοιχείο διαχωρισμού δύο τόπων, εκτάσεων, διοικητικών περιφερειών: τεχνητό/φυσικό ~. Ανατολικό/δυτικό/βόρειο/νότιο ~. ~ (μεταξύ) δήμων/ιδιοκτησιών/κτημάτων/οικοπέδων. Tο ~ του οικισμού είναι το ποτάμι.|| (μτφ.) Τα ~α μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας. ΣΥΝ. όριο (3) 2. {συνήθ. στον πληθ.} (μτφ.) εμπόδιο, περιορισμός: θρησκευτικά/πολιτικά/πολιτισμικά ~α. (Κάτι) δεν γνωρίζει/έχει ~α. Κόσμος χωρίς ~α (: χωρίς προκαταλήψεις). Γιατροί χωρίς ~α (: ονομασία ανθρωπιστικής οργάνωσης).σύνορα (τα): τα επίσημα αναγνωρισμένα όρια της εδαφικής κυριαρχίας ενός κράτους· κατ' επέκτ. η περιοχή κοντά σε αυτά: ανοιχτά/κλειστά ~. Έλεγχος/επέκταση/κατάργηση/οριοθέτηση/παραβίαση/φύλαξη/χάραξη ~ων. Διασχίζω/περνώ τα ~. Τα ~ των δύο χωρών καθορίστηκαν με επίσημη συνθήκη.|| Μετατέθηκα/υπηρέτησα στα ~ (πβ. στην πινέζα του χάρτη). Πβ. παραμεθόριος.|| (μτφ.) Το γεγονός/το όνομά του/η φήμη του ξεπέρασε τα ~ της χώρας του. ● ΣΥΜΠΛ.: εξωτερικά σύνορα: ΠΟΛΙΤ. τα σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τις χώρες εκτός Ένωσης., εσωτερικά σύνορα: ΠΟΛΙΤ. τα σύνορα κάθε κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. [< μεσν. σύνορον, γαλλ. frontière]

ύδωρ

ύδωρ[ὕδωρ] ύ-δωρ ουσ. (ουδ.) {ύδ-ατος | -ατα, -άτων} (λόγ.): νερό: απεσταγμένο/ενέσιμο/θαλάσσιο/πόσιμο ~. Βαθέα/επιφανειακά (: λίμνες, ποτάμια, χείμαρροι, ταμιευτήρες)/παράκτια/υπόγεια ~ατα. Ρύπανση των ~άτων. ● ΣΥΜΠΛ.: αγιασμός/καθαγιασμός των υδάτων: ΕΚΚΛΗΣ. τελετουργική πράξη εξαγνισμού των υδάτων κατά την εορτή των Θεοφανείων., βαρύ ύδωρ & βαρύ νερό: ΧΗΜ. οξείδιο του δευτερίου (σύμβ. D2O), το οποίο επιβραδύνει τον ρυθμό ανάπτυξης των ζωικών οργανισμών· χρησιμοποιείται ως επιβραδυντής στους πυρηνικούς αντιδραστήρες. [< γαλλ. l' eau lourde] , βασιλικό ύδωρ: ΧΗΜ. κίτρινο διαβρωτικό μείγμα υδροχλωρικού και νιτρικού οξέος το οποίο έχει την ιδιότητα να διαλύει τα ευγενή μέταλλα, κυρ. τον χρυσό και τον λευκόχρυσο. [< λατ. aqua regia] , διεθνή ύδατα: ΝΟΜ. η θαλάσσια έκταση που βρίσκεται έξω από τα όρια της αιγιαλίτιδας ζώνης και κατά συνέπεια δεν ανήκει σε συγκεκριμένο κράτος. ΣΥΝ. ανοιχτή θάλασσα (2), εσωτερικά ύδατα: ΝΟΜ. το σύνολο των στάσιμων (λίμνες, ταμιευτήρες) και ρεόντων (ποτάμια, χείμαρροι) επιφανειακών υδάτων και όλα τα υπόγεια ύδατα που βρίσκονται προς την πλευρά της ξηράς: ινστιτούτο ~ών ~άτων. Αλιεία στα ~ ~. [< αγγλ. inland waters] , ζων ύδωρ: ΘΡΗΣΚ. το νερό ως πηγή δύναμης και μέσο εξαγνισμού, η ζωοποιός θεία χάρη. Βλ. αθάνατο νερό., γλυκό νερό βλ. γλυκός, λιμνάζοντα νερά/ύδατα βλ. λιμνάζων, όμβρια ύδατα βλ. όμβριος, οξυγονούχο ύδωρ βλ. οξυγονούχος, χωρικά ύδατα βλ. χωρικός2 ● ΦΡ.: γη και ύδωρ βλ. γη, περί ανέμων και υδάτων βλ. άνεμος, ταράζω τα νερά βλ. νερό [< αρχ. ὕδωρ, γαλλ. eau]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.