ανήθικος, η, ο [ἀνήθικος] α-νή-θι-κος επίθ.: που αντιβαίνει στους κανόνες της ηθικής: ~ος: σκοπός/τρόπος ζωής (πβ. έκλυτος). ~η: πρόταση/συμπεριφορά/χειρονομία (πβ. ασελγής). ~ο: μυαλό (= διεφθαρμένο). ~α: μέσα. Κείμενα ~ου ή προσβλητικού περιεχομένου. Βρίσκω/θεωρώ (απολύτως) ~ο να ... ~ες και παράνομες πράξεις. Πβ. αισχρός, ανίερος, αχρείος, πρόστυχος, φαύλος.|| (ΝΟΜ.) ~η: αιτία/σύμβαση. ΑΝΤ. ηθικός (2) ● επίρρ.: ανήθικα [< γαλλ. immoral]
έκλυση[ἔκλυση] έ-κλυ-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΦΥΣ.-ΧΗΜ. απελευθέρωση ενέργειας ή ουσίας σε αέρια μορφή και διάχυσή της στο περιβάλλον: ~ διοξειδίου του άνθρακα/θερμότητας/ραδιενέργειας/ρύπων/τοξικών ουσιών. Βλ. αποδέσμευση, διαφυγή, εκπομπή. 2. ΙΑΤΡ. (συνήθ. για ασθένειες) ενεργοποίηση, πρόκληση: ~ αντανακλαστικού/άσθματος. 3. (καταχρ.) έκκριση: ~ αδρεναλίνης/ινσουλίνης/ντοπαμίνης. ● ΦΡ.: έκλυση (των) ηθών (απαιτ. λεξιλόγ.): χαλάρωση και εξάλειψη των ηθικών φραγμών: ~ ~ και επιδίωξη της ηδονής. Πβ. ανηθικότητα, διαφθορά, εξαχρείωση, κατάπτωση. [< γαλλ. relâchement des mœurs] [< αρχ. ἔκλυσις ‘απελευθέρωση (από κάτι)’, γαλλ. relâchement]
ηθικός, ή, ό [ἠθικός] η-θι-κός επίθ. 1. που αναφέρεται στην ηθική και το ήθος· ειδικότ. που σχετίζεται με ή απορρέει από τις έννοιες του καλού και του κακού, του σωστού και του λάθους, του πρέποντος και του μη πρέποντος, όπως αυτές επιβάλλονται από τον άγραφο νόμο ή τη συνείδηση του καθενός: ~ός: σχετικισμός. ~ή: αγωγή/αμφιβολία/αμφισημία/ανάπτυξη (: διάπλαση χαρακτήρα, διαπαιδαγώγηση)/ανωτερότητα/αυθεντία/(ΝΟΜ.) αυτουργία/διδασκαλία/εξουσία/επιβεβαίωση/Θεολογία/κατάπτωση/μόλυνση/υπεροχή/Φιλοσοφία. ~ό: κύρος/πλεονέκτημα/σύστημα. ~οί: κανόνες. ~ές: αξίες/διαστάσεις/προεκτάσεις. ~ά: κίνητρα. Είναι ~ών αρχών (= ~ός). Δεν έχει ~ούς δισταγμούς/ενδοιασμούς/φραγμούς. Εξετάζω/κρίνω κάτι από ~ής πλευράς/σκοπιάς. Η ~ή συνείδηση (ή σπανιότ. αίσθηση)/υπόσταση του ανθρώπου. Το ~ό δικαίωμα του δημιουργού (βλ. πνευματικά δικαιώματα). Φέρει τεράστια (νομική/πολιτική και) ~ή ευθύνη. Έχω την ~ή υποχρέωση/~ό χρέος (/καθήκον) να τον βοηθήσω. Ανέλαβε την ~ή δέσμευση να ... Η ανθρωπιστική δράση είναι ~ή επιταγή. Βλ. βιο~, μετα~. 2. (ειδικότ.) ενάρετος, καλός, τίμιος: ~ός: άνθρωπος/πολιτικός. Είναι ~ό στοιχείο (= ~ χαρακτήρας).|| ~ή: συμπεριφορά. ~ές: πράξεις. Πβ. αγνός, ακέραιος, δίκαιος, εγκρατής, σεμνός, χρηστός. Βλ. αισχρός, διεφθαρμένος, φαύλος. ΑΝΤ. ανήθικος 3. που σχετίζεται με τον ψυχικό κόσμο κάποιου ή την προσωπικότητά του ή που έχει συναισθηματική αξία: ~ή: ανωτερότητα. ~ές: αρετές. ~ά: προτερήματα/χαρίσματα. Πβ. ψυχοπνευματικός.|| ~ή: αμοιβή/(υπο)στήριξη (ΑΝΤ. υλική, χρηματική). ~ή: νίκη. ● επίρρ.: ηθικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: ηθική ικανοποίηση: αίσθημα δικαιοσύνης και ευχαρίστησης για καλή πράξη ή θετική κατάληξη αγώνα ή φιλοδοξίας: Αισθάνομαι/νιώθω (μεγάλη) ~ ~. Η ~ ~ θα είναι η μοναδική ανταμοιβή μας. Βλ. αγαθοεργία. [< γαλλ. satisfaction morale], ηθικός κώδικας/νόμος: το σύνολο των άγραφων και άτυπων κανόνων ηθικής που επικρατούν σε μια κοινωνία. Πβ. φυσικό δίκαιο. [< γαλλ. code/loi morale] , ηθική αποζημίωση βλ. αποζημίωση, ηθική βλάβη βλ. βλάβη, ηθική παρενόχληση βλ. παρενόχληση, ηθικής τάξης/τάξεως βλ. τάξη, ηθικό ανάστημα βλ. ανάστημα, ηθικό δίδαγμα βλ. δίδαγμα, ηθικός κίνδυνος βλ. κίνδυνος, ηθικός πανικός βλ. πανικός, ηθικός τουρισμός βλ. τουρισμός, ηθικός/έμμεσος αυτουργός βλ. αυτουργός ● βλ. ηθικό [< αρχ. ἠθικός ‘σχετικός με την ηθική, εκφραστικός, ευγενικός’, γαλλ. moral, éthique, αγγλ. ethical]
ήχος[ἦχος] ή-χος ουσ. (αρσ.) 1. ΦΥΣ. ερέθισμα που μπορεί να γίνει αντιληπτό από τα όργανα της ακοής και διαδίδεται μέσω των κυμάτων που παράγονται από την παλμική κίνηση, δηλ. τη δόνηση, ταλάντωση ενός σώματος: χαρακτηριστικά του ~ου: η ένταση (: ισχυρός ή ασθενής· βλ. ντεσιμπέλ), το ύψος (: βαρύς ή οξύς), το ποιόν (βλ. ηχόχρωμα). Η συχνότητα (βλ. χερτς)/η ταχύτητα του ~ου. Πηγή ~ου. Τα είδη των ~ων: απλοί (βλ. διαπασών), σύνθετοι ~οι. Βλ. ακουστική, υπέρ-, υπό-ηχος. 2. (κατ' επέκτ.) το συγκεκριμένο ακουστικό αίσθημα: ο ~ της καμπάνας/της φωνής (πβ. χροιά). Ακούστηκε ένας ανεπαίσθητος/γλυκός/διαπεραστικός/δυνατός (πβ. θόρυβος)/εκκωφαντικός/ευχάριστος/καθαρός/μελωδικός/πένθιμος/ρυθμικός/υπόκωφος ~. Κάτι βγάζει/κάνει/παράγει έναν περίεργο/χαρακτηριστικό ~ο. Χόρευαν υπό τους ~ους της κιθάρας/του κλαρίνου. Γνώριμοι ~οι της εξοχής (= χαρακτηριστικά ακούσματα). ~οι απ' όλο τον κόσμο (= μουσικές). Βλ. απόηχος. 3. ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ. ηχητικό σήμα: αναλογικός/ψηφιακός ~. Εγγραφή ~ου (= ηχογράφηση). Δυναμική/επεξεργασία (βλ. ψηφιοποίηση)/(ανα)παραγωγή ~ου. Υψηλή πιστότητα και ποιότητα ~ου. Μηχανήματα/συσκευές ~ου (π.χ. ηχεία, ενισχυτές, ηχοσυστήματα, ραδιόφωνα, σιντί πλέιερ, μικρόφωνα, ακουστικά, επεξεργαστές, μεγάφωνα, κονσόλες, στερεοφωνικά). Συστήματα ~ου και εικόνας (= πολυμέσα). (ΠΛΗΡΟΦ.) Αρχεία/κάρτα ~ου.|| (σε παραστάσεις) Επιμέλεια ~ου (= ηχοληψία). Μηχανικός/τεχνικός ~ου (= ηχολήπτης). 4. ΤΕΧΝΟΛ. ηχητική ένταση ή/και ποιότητα: ρύθμιση του ~ου. Έχουμε πρόβλημα με τον ~ο. Δυναμώνω/χαμηλώνω τον ~ο. 5. ΜΟΥΣ. (στη βυζαντινή μουσική) τρόπος: ~ πρώτος/δεύτερος/τρίτος/τέταρτος/πλάγιος του πρώτου, του δευτέρου, του τρίτου, του τετάρτου (: οι οκτώ ~οι, τέσσερις αυθεντικοί και τέσσερις πλάγιοι, βλ. οκταηχία). Βλ. γένος, ήθος. ● ΣΥΜΠΛ.: ήχος και φως: είδος νυχτερινού θεάματος, συνήθ. σε ιστορικό χώρο, κυρ. μνημείο, το οποίο συνδυάζει φωτιστικά εφέ με λόγο και μουσική. [< γαλλ. son et lumière, 1957] , το φράγμα του ήχου βλ. φράγμα ● ΦΡ.: σε ήχο πλάγιο (ειρων.) 1. έμμεσα: Μίλησε ~ ~. 2. (αργκό) για έντονη επίπληξη, κατσάδιασμα: Τα άκουσε/τον έψαλε ~ ~. ΣΥΝ. ακούω/ψέλνω σε κάποιον τον εξάψαλμο. [< αρχ. ἦχος, γαλλ. son 3,4: αγγλ. sound, audio]
καιρόςκαι-ρός ουσ. (αρσ.) 1. η κατάσταση της ατμόσφαιρας πάνω από μια περιοχή για ορισμένο (μικρό) χρονικό διάστημα, η οποία χαρακτηρίζεται από τις τιμές των διαφόρων μετεωρολογικών στοιχείων (δηλ. ηλιοφάνεια, νεφώσεις, βροχή, χαλάζι, χιόνι, θερμοκρασία, άνεμος, υγρασία, ορατότητα): άστατος/άσχημος (βλ. βρομόκαιρος)/βροχερός/γλυκός/ζεστός/μουντός/υγρός ~. Ο ~ στην Ελλάδα και τον κόσμο. Αλλαγή/βελτίωση/επιδείνωση/μεταβολή του ~ού. Πρόβλεψη/πρόγνωση (του) ~ού. Αγρίεψε (= χειροτέρεψε)/έφτιαξε/ζέστανε/χάλασε/ψύχρανε ο ~. Αναμένεται καλός ~ για το τριήμερο. Γενικά αίθριος ~ και μόνο κατά τόπους νεφελώδης. Tι ~ό έχετε/θα κάνει αύριο; Δεν πάω πουθενά με τέτοιον ~ό! Μας τα χάλασε ο ~ (: ματαιώθηκαν τα σχέδιά μας λόγω κακοκαιρίας). Βλ. κλίμα.|| ~ για μπάνιο/σκι (: κατάλληλες καιρικές συνθήκες). Ταξιδεύουν με όλους τους ~ούς.|| Λέει τον ~ό (= το δελτίο ~ού) στην τηλεόραση. 2. χρόνος· ειδικότ. μεγάλο χρονικό διάστημα ή ελεύθερος χρόνος: Κύλησε γρήγορα/πώς περνάει ο ~! Πάει πολύς ~ από τότε! Πού χάθηκες τόσον ~ό; Πόσο ~ό γνωρίζεστε;|| Μετά/ύστερα από ~ό. ~ό είχαμε να τα πούμε! Θα κάνει ~ό να το ξεχάσει! Οι προσπάθειες για ~ό έμειναν άκαρπες. Ήθελα από/εδώ και ~ό να το κάνω. (για ζευγάρι:) Είναι ~ό μαζί.|| Δεν του μένει ~ ούτε να φάει (βλ. ευκαιρώ). Πού ~ για ξεκούραση! Δεν έχω ~ό για χάσιμο! Μόλις τώρα βρήκα ~ό να γράψω. Χάνεις τον ~ό σου μαζί του (= ματαιοπονείς)! Μη χάνεις ~ό (= βιάσου)! Περνάει τον ~ό (= τις ώρες) του άσκοπα/ζωγραφίζοντας/με αγαθοεργίες. 3. εποχή, περίοδος: απ' τον ~ό της Επανάστασης/της Κατοχής/των παππούδων μας. Tον παλιό καλό ~ό. Σε ~ό/(λόγ.) εν ~ώ ειρήνης/πολέμου. Τον ~ό που ήταν παιδί/στρατιώτης. Υπήρξε μια απ' τις πιο χειραφετημένες γυναίκες του ~ού της. Στον ~ό μου (= όταν ήμουν νέος), τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Τον ~ό της ακμής του, ο οικισμός είχε χίλιους κατοίκους. 4. κατάλληλη στιγμή, ευκαιρία: ~ για αλλαγές/δράση! Μήπως είναι ~ να το ξανασκεφτούμε; Έφτασε/ήρθε ο ~ για κάτι διαφορετικό. ΣΥΝ. ώρα. 5. ΝΑΥΤ. (λαϊκό) ισχυρός άνεμος και φουρτούνα: Τι ~ φυσάει; Το μνημείο το δέρνουν οι ~οί και η εγκατάλειψη. ● Ουσ.: καιροί (οι): εποχή, ιδ. κοινωνικές συνθήκες, περιστάσεις: κρίσιμοι/μοντέρνοι/σκληροί/σύγχρονοι ~. Ωραίοι ~! Οι ~ άλλαξαν, δεν είναι όπως τα 'ξερες. Βρε πώς αλλάζουν οι ~! Οι ~ απαιτούν/επιβάλλουν νέες προσεγγίσεις. Οι αυξημένες απαιτήσεις των καιρών. Οι ~ μας δεν επιτρέπουν καθυστερήσεις. Έρχονται καλύτεροι ~! Διανύουμε/ζούμε σε/περνάμε δύσκολους/χαλεπούς καιρούς. ● Υποκ.: καιρούλης ● ΣΥΜΠΛ.: παντός καιρού (επίσ.): κατάλληλος για κάθε είδους καιρικές ή άλλες συνθήκες: ελαστικά/ελικόπτερο ~ ~. Βλ. παντός εδάφους.|| (μτφ.-συχνά ειρων.) Άνθρωπος ~ ~ (= ευέλικτος, ευπροσάρμοστος)., δελτίο καιρού/μετεωρολογικό δελτίο βλ. δελτίο, μηνύματα των καιρών βλ. μήνυμα, σημεία των καιρών βλ. σημείο ● ΦΡ.: ανοίγει ο καιρός (προφ.): υποχωρεί η κακοκαιρία, διαλύονται τα σύννεφα: ~ ~ και πάλι, με ήλιο και άνοδο της θερμοκρασίας. Βλ. ανοίγει ο ουρανός., από καιρό σε καιρό & (λόγ.) από καιρού εις καιρόν: πότε πότε: Η κατάσταση επαναλαμβάνεται ~ ~.|| Οι οδηγίες τροποποιούνται από καιρού εις καιρόν (= ενίοτε) ανάλογα με τα νέα δεδομένα. Πβ. κατά καιρούς., για δες καιρό που διάλεξε ... (συνήθ. χιουμορ.): για κάτι που συμβαίνει σε ακατάλληλη στιγμή: ~ ~ η εξεταστική ν' αρχίσει!|| ~ ~ που διάλεξα ν' αρρωστήσω!, εν καιρώ (επίσ.): αργότερα, σε εύθετο χρόνο: Το πρόγραμμα θα ανακοινωθεί ~ ~., έναν καιρό (προφ.): κάποτε, στο παρελθόν: Θυμάσαι ~ ~ που διαβάζαμε μαζί; Πβ. άλλοτε, παλιά., έχει ο καιρός γυρίσματα (προφ.): για τις ξαφνικές αλλαγές, το ευμετάβλητο της ζωής ή της τύχης: Τώρα γελάς, όμως ~ ~ (= θα αλλάξουν κάποια στιγμή τα πράγματα)!, κάθε πράγμα στον καιρό του (κι ο κολιός τον Αύγουστο) (παροιμ.): για όλα υπάρχει η κατάλληλη στιγμή: Μη βιάζεσαι κι όλα θα γίνουν· ~ ~! ΣΥΝ. κάθε πράγμα/πράμα στην ώρα του, καιρός ήταν! (ειρων.): για κάτι που άργησε να γίνει: -Γύρισα! -~ ~!|| ~ ~ ν' ασχοληθεί λίγο και με την υπόθεσή μας!, καιρός παντί πράγματι (ΠΔ) (αρχαιοπρ.): κάθε πράγμα στον καιρό του., κατά καιρούς: σε διάφορες χρονικές περιστάσεις: τα ~ ~ δημοσιεύματα. Λόγια που έχουν ~ ~ ειπωθεί. Συνεργάστηκε ~ ~ με διάφορα περιοδικά. Πβ. από καιρό σε καιρό., με τον καιρό: με το πέρασμα του χρόνου: ~ ~ θα συνηθίσει. Πβ. στην πορεία/στον δρόμο., μια φορά κι έναν καιρό ...: στερεότυπη φράση με την οποία ξεκινά η αφήγηση παραμυθιού: ~ ~, ζούσε ένα βασιλόπουλο ...|| (ειρων.) ~ ~ (= άλλοτε, κάποτε), ήταν εύκολο να βρεις δουλειά, τώρα ..., ο καιρός είναι γιατρός (παροιμ.): με το πέρασμα του χρόνου αμβλύνονται επώδυνες αναμνήσεις και συναισθήματα., προ καιρού (λόγ.): πριν από κάμποσο καιρό: Το θέμα είχε απασχολήσει ~ ~ την κοινή γνώμη., του καλού καιρού (προφ.): πάρα πολύ: Βρέχει ~ ~! Κοιμάται/τρώει ~ ~!, του παλιού καιρού: που ανήκει σε περασμένη εποχή· (κατ' επέκτ.-αρνητ. συνυποδ.) ξεπερασμένος, παρωχημένος: έθιμα/ιστορίες ~ ~.|| Αντιλήψεις/έπιπλα ~ ~., τω καιρώ εκείνω (ΚΔ) (αρχαιοπρ.-ειρων.): για κάτι που συνέβη ή συνηθιζόταν παλαιότερα: ~ ~, είχε άλλες προτεραιότητες., χειμώνα/καλοκαίρι καιρό (προφ., συχνά ως έκφρ. δυσαρέσκειας): μες στο κρύο ή τη ζέστη: Πού πας χειμώνα ~;|| Καλοκαίρι ~ χωρίς κλιματιστικό!, ω καιροί! ω ήθη!/άλλοι καιροί, άλλα ήθη/νέοι καιροί, νέα ήθη: απαξιωτική αντιμετώπιση μιας νέας τάσης, ενός σύγχρονου κοινωνικού φαινομένου. [< λατ. o tempora! o mores!] , από τον καιρό της Tουρκοκρατίας βλ. τουρκοκρατία, από τον καιρό του Νώε βλ. Νώε, δύσκολοι καιροί για ... βλ. δύσκολος, Θεού θέλοντος (και καιρού επιτρέποντος) βλ. θέλω, καιρός φέρνει τα λάχανα, καιρός τα παραπούλια βλ. παραπούλι, κοίτα με να σε κοιτώ να περνούμε τον καιρό βλ. κοιτάζω, κρύο, καιρός για δύο βλ. κρύο, οι καιροί είναι πονηροί/οι μέρες είναι πονηρές βλ. πονηρός, οι καιροί ου μενετοί βλ. μενετός, σκοτώνω την ώρα/τον καιρό μου βλ. σκοτώνω, τον κακό σου τον καιρό/τον φλάρο! βλ. φλάρος, χάνω τον καιρό μου/το(ν) χρόνο μου/την ώρα μου βλ. χάνω, χρόνια/καιρούς και ζαμάνια βλ. ζαμάνια [< 1: μεσν. καιρός 2-4: αρχ. ~, μτγν. ~]
λαογραφίαλα-ο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Λ): ΛΑΟΓΡ. επιστήμη που μελετά τον λαϊκό πολιτισμό σε όλες τις εκφάνσεις του και την εξελικτική του πορεία· συνεκδ. το αντίστοιχο πανεπιστημιακό μάθημα ή σύγγραμμα: αγροτική/αστική/εθιμική/θρησκευτική/ιστορική/κοινωνική/μουσική/φιλολογική ~. Κέντρο Ερεύνης της Ελληνικής Λ~ας (της Ακαδημίας Αθηνών). Βλ. εθνογραφία, ήθη και έθιμα, λαϊκή τέχνη, φολκλόρ, -γραφία. [< μτγν. λαογραφία 'απογραφή του λαού, προσδιορισμός κεφαλικού φόρου', γερμ. Volkskunde]
συναλλακτικός, ή, ό συ-ναλ-λα-κτι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με τις οικονομικές συναλλαγές: ~ός: όγκος/τζίρος. ~ή: δραστηριότητα/κίνηση/πρακτική/συμπεριφορά. ~ό: Δίκαιο/ενδιαφέρον/νόμισμα. ~ές: συνήθειες/σχέσεις/υποχρεώσεις.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ή: μνήμη. ● ΣΥΜΠΛ.: συναλλακτικά ήθη: ΝΟΜ. (στο Εμπορικό Δίκαιο) επικρατούσες συνήθειες που ορίζουν τον τρόπο διεξαγωγής των συναλλαγών σε συγκεκριμένους κλάδους, χώρους ή περιοχές: ηλεκτρονικά/υφιστάµενα ~ ~. Τα ~ ~ στην αγορά. Παραγωγή σύμφωνη με τα ~ ~. Ενέργειες που αντίκεινται στα χρηστά ~ ~. [< μτγν. συναλλακτικός ‘σχετικός με συμβόλαιο, έμπειρος στις συναλλαγές’, αγγλ. transactional]
τρόποςτρό-πος ουσ. (αρσ.) 1. μέσο, σύστημα, μέθοδος: άμεσος/απλός/αποτελεσµατικός/γνωστός/εναλλακτικός/ευέλικτος/εύκολος/πρακτικός ~. ~ αξιοποίησης (του ελεύθερου χρόνου)/δήλωσης (π.χ. συμμετοχής)/διάκρισης (των ικανοτήτων)/διδασκαλίας/επικοινωνίας/κατασκευής/λειτουργίας (συσκευής)/οργάνωσης/σκέψης/συμπεριφοράς/σύνδεσης (σωμάτων καλοριφέρ)/υπολογισμού/χρήσης (προϊόντος). ~οι αντιμετώπισης (φαινομένου)/αποστολής (μηνύματος)/διασκέδασης/μάθησης/μεταφοράς/πληρωμής/προστασίας/συνεργασίας. ~ εφαρμογής ενός σχεδίου. Το διαδίκτυο άλλαξε τον ~ο που επικοινωνούμε. Δεν βρίσκει ~ο να επιστρέψει. Δεν υπάρχει ~ διαφυγής/~ να πειστεί. Θα βοηθήσει με όποιον ~ο μπορεί/με τον δικό του ~ο. Το κενό πρέπει να καλυφθεί με άλλον ~ο. Έχει αποδείξει με πολλούς/χίλιους ~ους την αξία του.|| Με τους ακόλουθους ~ους. Με αυτό τον ~ο/Κατ' αυτόν τον ~ο (= έτσι) η εργασία γίνεται ευκολότερη. Μιλά με τέτοιον ~ο, ώστε να γίνεται κατανοητή (= έτσι ώστε).|| Διάλεξε με τυχαίο ~ο (= τυχαία). Δικαιολογήθηκε με έξυπνο ~ο (= έξυπνα). 2. συμπεριφορά: απαράδεκτος/άψογος ~. Δεν είναι ~ αυτός! Δεν μου αρέσουν οι ~οι του.|| Με τον ~ο του στάθηκε στο πλευρό τους. Προσπάθησε με τον ~ο της να τους πλησιάσει. Πβ. φέρσιμο.|| Έχει κακούς/καλούς/λεπτούς/ωραίους ~ους. Δεν έχει ~ους (: είναι ανάγωγος). Κάποιος πρέπει να του μάθει ~ους. Πβ. διαγωγή. 3. ΜΟΥΣ. το είδος της κλίμακας από την οποία έχουν ληφθεί οι φθόγγοι μουσικής σύνθεσης: αιολικός/δωρικός/πεντατονικός/φρύγιος ~. Ελάσσων/μείζων ~. Εκκλησιαστικοί ~οι. 4. ΝΟΜ. (σε διαθήκη ή δωρεά) υποχρέωση που επιβάλλεται σε κληρονόμο με όρο να την εκπληρώσει: εκτέλεση του ~ου. Κληροδοσίες υπό ~ο. 5. ΓΡΑΜΜ. ποιόν ενεργείας. ● ΣΥΜΠΛ.: τρόπος ζωής: σύνολο δραστηριοτήτων, αντιλήψεων, συμπεριφορών κοινωνικής ομάδας ή ανθρώπου: αστικός/δυτικός/καθημερινός/καταναλωτικός/κυρίαρχος/νομαδικός/παραδοσιακός/σύγχρονος/υγιεινός/φυσικός ~ ~. Ακολουθώ/αφομοιώνω/επιβάλλω/επιλέγω/υιοθετώ έναν ~ο ~.|| Η γυμναστική/ποίηση είναι για μένα ~ ~. Έχει κάνει το τραγούδι ~ ~., μαγικό ραβδί/μαγική συνταγή/μαγική λύση/μαγικός τρόπος βλ. μαγικός ● ΦΡ.: έχει (έναν/τον) τρόπο να: μπορεί, έχει την ικανότητα: ~ τον ~ο να σε κερδίζει αμέσως. ~ έναν ~ο να ξεπερνάει τις δυσκολίες. Δεν έχει ~ο να υπερασπιστεί τον εαυτό του., έχει τον τρόπο του (προφ., συνήθ. ως υπονοούμενο για κάποιον εύπορο): τα βολεύει, τα καταφέρνει: Μην ανησυχείς γι' αυτήν, ~ ~ της., κατά/με κάποιο(ν) τρόπο & (λόγ.) τρόπον τινά: κάπως: Προσπαθεί ~ ~ να τον προσεγγίσει. Με το ύφος του επιβάλλει ~ ~ την άποψή του. ΣΥΝ. υπό/κατά μία έννοια, με κάθε τρόπο & (λόγ.) διά παντός τρόπου & παντί τρόπω: με οποιοδήποτε μέσο: Διευκολύνει/ενισχύει ~ ~ το έργο τους. Με στήριξαν ~ ~.|| Το μήνυμα πρέπει να δοθεί ~ ~ (= εξάπαντος, οπωσδήποτε) σε όλους., με τι/ποιον τρόπο; & (λογ.) τίνι τρόπω;: πώς: ~ ~ θα έρθει;, με τον ένα(ν) ή τον άλλο τρόπο: έτσι ή αλλιώς: Θα το μάθαινε ~ ~. Απασχόλησε, ~ ~, κριτικούς και συγγραφείς., με τρόπο (προφ.) 1. κατάλληλα ή ευγενικά, διακριτικά: Προσπάθησε να του το πει ~ ~, ώστε να μη θυμώσει. Της είπε ~ ~ ότι ενοχλήθηκε. 2. κρυφά: Άφησε το δώρο ~ ~ και έφυγε., τρόπος του λέγειν (λόγ.): για να δηλωθεί ότι κάτι δεν λέγεται κυριολεκτικά: Πήρε το καπελάκι του, ~ ~, κι έγινε καπνός. Πβ. ας πούμε, που λέει ο λόγος., κατ' ουδένα(ν) τρόπο βλ. ουδείς, ουδεμία, ουδέν, κατά περίεργο τρόπο βλ. περίεργος, με επίσημο τρόπο βλ. επίσημος, με κανέναν τρόπο βλ. κανείς & κανένας, καμία & καμιά, κανένα [< 1,2,3: αρχ. τρόπος, γαλλ. mode]
ύφος
[ὕφος] ύ-φος ουσ. (ουδ.) {ύφους} 1. ο τρόπος με τον οποίο μιλά, εκφράζεται ή συμπεριφέρεται κάποιος και ο οποίος αντανακλά την ψυχική του διάθεση: αγέρωχο/άγριο/αθώο/απορημένο/απότομο/δασκαλίστικο/δηκτικό/ειρωνικό/επιβλητικό/επιθετικό/επιτακτικό/ευγενικό/λυπημένο/μελαγχολικό/μυστηριώδες/ξινισμένο/πένθιμο/περισπούδαστο/πηγαίο/προκλητικό/σκληρό/σοβαρό/τυπικό/χαρούμενο ~. Απάντησε με/σε αυστηρό/βλοσυρό/έντονο/οξύ/οργισμένο ~. 2. ΓΛΩΣΣ. το επίπεδο της γλωσσικής χρήσης το οποίο καθορίζεται από παράγοντες, όπως ο ρόλος του ομιλητή στο εκάστοτε επικοινωνιακό περιβάλλον ή η κοινωνική περίσταση· ειδικότ. τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ενός κειμενικού είδους: απέριττο/απλό/γλαφυρό/δραματικό/επίσημο/επιτηδευμένο/κομψό/λαϊκό/λιτό/πομπώδες/προσωπικό/σατιρικό ~.|| Δημοσιογραφικό/επιστημονικό/λογοτεχνικό/ποιητικό ~. Το ~ του μυθιστορήματος. Στοιχεία ~ους. Πβ. γραφή. 3. ιδιαίτερος τρόπος καλλιτεχνικής έκφρασης που χαρακτηρίζει ένα άτομο, μια ομάδα ή μια συγκεκριμένη περίοδο, τεχνοτροπία: αναγεννησιακό/αρχιτεκτονικό/διακοσμητικό/ζωγραφικό/μοντέρνο/ρομαντικό ~. Πβ. ρυθμός, στιλ. ● Υποκ.: υφάκι (το): (ειρων.) στη σημ. 1: περίεργο ~. Μου έκανε παρατήρηση με ~. Μην παίρνεις αυτό το ~, όταν μου μιλάς. Πβ. στιλάκι. ● ΣΥΜΠΛ.: το πνεύμα και το ύφος βλ. πνεύμα ● ΦΡ.: ήθος και ύφος/ύφος και ήθος: (για πρόσ. ή αφηρημένη έννοια) χαρακτήρας και τρόπος συμπεριφοράς: πολιτικό ~ ~. Το ~ ~ της εξουσίας., παίρνει ύφος (αρνητ. συνυποδ.): συχνά αλαζονικό ή φιλάρεσκο: Μην ~εις ~! Βλ. αέρας, πόζα, τουπέ.|| ~ ~ αρχηγού (= αρχηγικό)., (με) ύφος χιλίων (/δέκα/εκατό/πολλών/σαράντα) καρδιναλίων βλ. καρδινάλιος [< μτγν. ὕφος ‘ύφασμα, δίχτυ, κείμενο (για λογοτεχνικό έργο)’, γαλλ.-αγγλ. style 2: αγγλ. register]
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ