Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ήμαρτον [ἥμαρτον] ή-μαρ-τον επιφών. 1. για να δηλωθεί έντονη δυσαρέσκεια, αγανάκτηση: Τον συγχώρεσα μια, τον συγχώρεσα δυο, αλλά ~ πια! Δεν θα τον ανεχτώ άλλο, ~ (: αμάν πια, αρκετά, έλεος, φτάνει, ως εδώ)! 2. ως έκφραση μεταμέλειας και παραδοχής σφάλματος: Εντάξει, λάθος μου, ~ (= συγγνώμη, έσφαλα)! ● ΦΡ.: ήμαρτον Παναγία μου/Θεέ μου/Χριστέ μου/Κύριε!: ως έκφραση μετάνοιας ή αγανάκτησης: ~ ~ Δεν θα το ξανακάνω!|| ~ ~ Τι άλλο θ' ακούσουμε!, κάνω (κάποιον) να πει ήμαρτον! (λαϊκό): τον εξαναγκάζω να ζητήσει συγγνώμη. ● βλ. αμαρτάνω [< ἥμαρτον 'έσφαλα' αόρ. β΄ του ρ. ἁμαρτάνω, μεσν. ~, ως επιφών.]

κολάζομαι

κολάζομαι[ἁμαρτάνω] α-μαρ-τά-νω ρ. (αμτβ.) {αμάρτη-σα (αρχαιοπρ. ήμαρτον)} & (προφ.) αμαρταίνω: παραβαίνω μια θρησκευτική ή ηθική εντολή, διαπράττω αμαρτία: Παρασύρθηκε και ~σε. Βλ. κολάζομαι. ● βλ. ήμαρτον [< μτγν. ἁμαρτάνω]