δύναμηδύ-να-μη ουσ. (θηλ.) 1. η ικανότητα -σωματική, ψυχική- που έχει κάποιος ή κάτι να ενεργεί με συγκεκριμένο τρόπο για την επίτευξη ενός σκοπού: ανθρώπινη/μυϊκή (= ρώμη)/φυσική ~. Ακατανίκητη (βλ. παντοδυναμία)/αστείρευτη/δημιουργική/εκφραστική/ερμηνευτική/πνευματική/ψυχολογική ~. ~ χαρακτήρα. Αντλώ δυνάμεις από ... Βρίσκω τη ~ να ... Ζωώδης/κτηνώδης ~. Εντυπωσιακή ~ και αντοχή. Ρίχνω/σπρώχνω/τραβώ/χτυπώ (κάτι) με ~ (= δυνατά). (ως ευχή:) Καλή ~ (σε όλους)! Έχασε τις δυνάμεις του και κινδύνεψε να πνιγεί. Αισθάνθηκε να τον εγκαταλείπουν οι δυνάμεις του. Ο ασθενής ανέκτησε τις δυνάμεις του/(λόγ.) ανέλαβε δυνάμεις. Δρομέας που δοκιμάζει τις δυνάμεις (πβ. δυνατότητες) του στον μαραθώνιο/που κράτησε δυνάμεις για τα τελευταία μέτρα.|| (κυριολ. κ. μτφ.) Είναι πάνω/πέρα από τις δυνάμεις μου. Ξεπερνάει/υπερβαίνει τις δυνάμεις μου. Αγωνίζομαι/προσπαθώ όσο μου επιτρέπουν οι δυνάμεις μου. Πβ. ευρωστία, σθεναρ-, στιβαρ-ότητα, σφρίγος. Βλ. ταχυ~. ΑΝΤ. αδυναμία. 2. η ικανότητα που έχει κάτι άψυχο να επιφέρει ορισμένο αποτέλεσμα ή να επιτελεί καθορισμένη λειτουργία: αναγεννητική/αναζωογονητική/βλαπτική/ευεργετική ~. Η ζωοποιός/ζωτική ~ του νερού. Θερμαντική ~ καυσίμου. Η ~ του κινητήρα (= ιππο~). Υγρό με διαβρωτική ~. Κρέμα με αντιγηραντική ~ (= δράση). Η θεραπευτική ~ του φαρμάκου (πβ. αποτελεσματικ-, δραστικ-ότητα). Αποδεικτική ~ των στοιχείων της ταυτότητας.|| (ειδικότ. για φυσικό στοιχείο) Η ~ του ανέμου (πβ. ορμή, σφοδρότητα)/του φωτός (= ένταση). Οι δυνάμεις της φύσης (: τα φυσικά φαινόμενα). 3. δυνατότητα ελέγχου, επιβολής· κατ' επέκτ. σύνολο ανθρώπων ή παραγόντων που ασκεί επίδραση: εμπορική/ναυτική/οικονομική ~. Η ~ των Μέσων Ενημέρωσης/της μόδας. Η ~ του λόγου. Η ~ της αλήθειας/πίστης/συνήθειας. Η ~ του χρήματος. Η γνώση είναι ~.|| (μτφ.) Έχει ~ (= επιρροή, κύρος). Πβ. ισχύς.|| Ανερχόμενη/κυρίαρχη ~ στον χώρο της Πληροφορικής. Παράταξη που αναδείχθηκε πρώτη ~ σε ψήφους. Χώρα που έχει εξελιχθεί σε μεγάλη τεχνολογική ~. Οι δυνάμεις της αλλαγής/ανάπτυξης/ανατροπής/προόδου/ρήξης/συντήρησης. Δημιουργικές/δημοκρατικές/επαναστατικές/πολιτικές/ριζοσπαστικές/φιλελεύθερες δυνάμεις. Βλ. υπερ~. 4. το σύνολο των ανθρώπων ή των τεχνικών μέσων που διατίθενται για την επιτέλεση ενός έργου: εργατική/θαλάσσια/κατοχική/πυροσβεστική/στρατιωτική/χερσαία ~. Δυνάμεις καταστολής/κρούσης. Η οργανική ~ της Αστυνομίας/του νοσοκομείου (: προκαθορισμένος αριθμός εργαζομένων σε υπηρεσία, οργανισμό). Η ειρηνευτική ~ του ΟΗΕ (βλ. αποστολή). Λύκειο με ~ ... μαθητών. Ο λόχος έχει ~ ... άτομα. 5. ΦΥΣ. αίτιο ικανό να προκαλέσει τη μεταβολή της κινητικής κατάστασης ή της μορφής ενός σώματος: απορροφητική/ελκτική/ηλεκτρική/(ηλεκτρο)μαγνητική/ωστική ~. Η διαθλαστική ~ του φακού. Η ~ της βαρύτητας. Ασκούμενη ~ σε επιφάνεια. 6. ΜΑΘ. το γινόμενο που προκύπτει όταν ένας αριθμός πολλαπλασιάζεται με τον εαυτό του μία ή περισσότερες φορές· το αντίστοιχο σύμβολο, ο εκθέτης: τρίτη ~ (= ο κύβος) αριθμού. Yψώνω το δέκα στη δευτέρα ~ (= στο τετράγωνο).|| (κατ' επέκτ.) Τα προβλήματα οξύνονται στη νιοστή ~. 7. υπερφυσική οντότητα που θεωρείται ότι υπάρχει και επηρεάζει τα ανθρώπινα: ανώτερη ~. Θεϊκές/ουράνιες/σκοτεινές δυνάμεις. Οι δυνάμεις του κακού/καλού. ● Δυνάμεις (οι): ΕΚΚΛΗΣ. αγγελικό τάγμα. Βλ. άγγελος. ● ΣΥΜΠΛ.: αεροπορική δύναμη: το σύνολο των στρατιωτικών αεροσκαφών και αεροπόρων ενός κράτους. [< αγγλ. air power, 1908] , δημόσια δύναμη: τα Σώματα Ασφαλείας και οι Ένοπλες Δυνάμεις., Ειδικές Δυνάμεις: ΣΤΡΑΤ. ειδικά εκπαιδευμένες στρατιωτικές μονάδες που αναλαμβάνουν επιχειρήσεις υψηλού κινδύνου., ήρεμη δύναμη (μτφ.): για κάποιον του οποίου οι αρετές ή ικανότητες δεν εκδηλώνονται με ηχηρό, επιδεικτικό τρόπο., αγοραστική δύναμη/ικανότητα βλ. αγοραστικός, αντίρροπες δυνάμεις βλ. αντίρροπος, αστυνομικές δυνάμεις βλ. αστυνομικός, διαμοριακές δυνάμεις βλ. διαμοριακός, δυνάμεις Ασφαλείας βλ. ασφάλεια, Δυνάμεις Καταδρομών βλ. καταδρομή, δύναμη αποτροπής βλ. αποτροπή, δύναμη επαναφοράς βλ. επαναφορά, δύναμη πυρός βλ. πυρ, δύναμη της αδράνειας βλ. αδράνεια, εγγυήτρια δύναμη βλ. εγγυητής, εγγυήτρια, Ένοπλες Δυνάμεις βλ. ένοπλος, ζωτική/ζωική ενέργεια/δύναμη βλ. ζωτικός, ηγέτιδα δύναμη βλ. ηγέτης, ηλεκτρεγερτική δύναμη βλ. ηλεκτρεγερτικός, ισορροπία (των) δυνάμεων βλ. ισορροπία, καταβολή δυνάμεων βλ. καταβολή, κεντρομόλος δύναμη βλ. κεντρομόλος, κινητήρια δύναμη βλ. κινητήριος, Μεγάλες Δυνάμεις βλ. μεγάλος, μικροσκόπιο ατομικής δύναμης βλ. μικροσκόπιο, πυρηνική δύναμη βλ. πυρηνικός, φυγόκεντρος δύναμη βλ. φυγόκεντρος ● ΦΡ.: εν δυνάμει (λόγ.): που υπάρχει δυνητικά: Οι ~ ~ δικαιούχοι/πελάτες (= δυνητικοί)/σύμμαχοι/υποψήφιοι. Βλ. εν ενεργεία. ΣΥΝ. δυνάμει (2), Κύριε των δυνάμεων!: για δήλωση κυρ. έκπληξης: ήμαρτον, ~ ~! , με όλες μου/του τις δυνάμεις: με κάθε διαθέσιμο μέσο., πάση δυνάμει (λόγ.): με κάθε δύναμη, με όλες τις δυνάμεις μου: Πρέπει ~ ~ (= οπωσδήποτε) να τα καταφέρουμε. ΣΥΝ. πάση θυσία, το κατά δύναμη (λόγ.) & (λογιότ.) το κατά δύναμιν: ό,τι/όσο είναι δυνατό(ν): Κάνουμε ~ ~ (: ό,τι περνά από το χέρι μας). Προσπαθούμε/συνεισφέρουμε ~ ~., επίδειξη δύναμης βλ. επίδειξη, με κανέναν τρόπο βλ. κανείς & κανένας, καμία & καμιά, κανένα, παίρνω δύναμη/δυνάμεις βλ. παίρνω, στα μέτρα/στο μέτρο των δυνάμεων/των δυνατοτήτων (κάποιου) βλ. μέτρο [< αρχ. δύναμις, γαλλ. force(s), puissance, αγγλ. power]
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ