Αναζήτηση
Χρηστικό λεξικό

- ήσυχος , η, ο [ἥσυχος] ή-συ-χος επίθ. ΑΝΤ. ανήσυχος 1. που χαρακτηρίζεται από ησυχία: ~ος: ύπνος. ~η: βραδιά/ζωή/μέρα. ~ες: διακοπές. ~α: νερά. Καθόταν ~ (= αμίλητος, σιωπηλός). ΣΥΝ. γαλήνιος, ήρεμος. ΑΝΤ. ταραγμένος.|| ~ος: δρόμος/χώρος (για διάβασμα). ~η: γειτονιά/παραλία (πβ. ερημικός). ~ο: δωμάτιο/μέρος. ΑΝΤ. θορυβώδης, πολύβουος.|| Τα παιδιά ήταν πολύ ~α (= δεν έκαναν φασαρία). ΣΥΝ. φρόνιμος. ΑΝΤ. άτακτος, ζωηρός.|| ~ος: άνθρωπος/χαρακτήρας (= ήπιος, πράος). Βλ. φιλ~. 2. που δεν ανησυχεί για κάτι: Μείνε ~, θα τα φροντίσω όλα εγώ! Πβ. αμέριμνος, απερίσπαστος, ξένοιαστος. ● επίρρ.: ήσυχα & (λόγ.) -ύχως: Διαλυθείτε ~ύχως. ● ΦΡ.: αφήνω/παρατάω κάποιον ήσυχο/στην ησυχία του: δεν τον ενοχλώ: Άσε με/παράτα με ~ (: μη με κουράζεις)!|| Γυρίζει όλη την ώρα μες στα πόδια μου και δεν με αφήνει σε ησυχία (: να ηρεμήσω)., έχω τη συνείδησή μου ήσυχη βλ. συνείδηση, έχω το κεφάλι μου ήσυχο βλ. κεφάλι, κοιμάμαι ήσυχος/ήσυχα βλ. κοιμάμαι [< αρχ. ἥσυχος, γαλλ. tranquille]
κεφάλι
κεφάλικε-φά-λι ουσ. (ουδ.) {κεφαλ-ιού | -ιών} 1. το ανώτερο τμήμα του σώματος του ανθρώπου, που συνδέεται με τον κορμό μέσω του λαιμού και στο οποίο βρίσκεται ο εγκέφαλος, το στόμα και αισθητήρια όργανα, όπως τα μάτια, τα αυτιά και η μύτη: η κίνηση/η κλίση/η κορυφή/το νεύμα/το σκύψιμο/το σχήμα/το τίναγμα του ~ιού. Το πίσω μέρος του ~ιού (βλ. ινίο). Το ~ μου πονάει/πάει να σπάσει (: έχω πονοκέφαλο, ημικρανία). Κούνησε το ~ του καταφατικά (βλ. συγκατανεύω). Μου κάνει νόημα με το ~ (: μου γνέφει). Βουτιά με το ~. Ξύνει το ~ του (: το τριχωτό μέρος, κυρ. από αμηχανία ή άγνοια). Νέοι με κοντοκουρεμένα/ξυρισμένα ~ια.|| (μτφ.) Βάζω/πάω στοίχημα το ~ μου (= τη ζωή μου). Παίζει το ~ του (κορόνα γράμματα) (= διακινδυνεύει, ρισκάρει). Βλ. προσκέφαλο. ΣΥΝ. κεφαλή (1) 2. το αντίστοιχο εμπρόσθιο ή ανώτερο τμήμα του σώματος ζώων: ~ αλόγου/εντόμου/ψαριού.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) Βραστό ~ κατσικιού. Καθαρίζουμε τις γαρίδες από τα ~ια και το κέλυφος. 3. νους, μυαλό, πνεύμα· άνθρωπος με μεγάλες ή/και ειδικές διανοητικές ικανότητες: Ποιος σου έβαλε αυτή την ιδέα στο ~;|| Μαθηματικό ~. Πβ. αυθεντία, διάνοια, εγκέφαλος, ιδιοφυΐα.|| (ειδικότ.) Τα κορυφαία ~ια (: ηγετικά στελέχη) της κυβέρνησης. Πβ. επιτελής. 4. καλλιτεχνική αναπαράσταση αυτού του τμήματος του σώματος ανθρώπου ή ζώου: ανάγλυφο/αρχαϊκό/μαρμάρινο ~. Ξύλινο ~ θεάς. Σκαλιστό ~ λιονταριού. Το ~ της Μέδουσας (: με μαλλιά από φίδια). Πβ. κεφαλή, προτομή. 5. στρογγυλό ή στρογγυλεμένο αντικείμενο ή άκρο αντικειμένου: ένα ~ τυρί/τυριού. Μισό ~ σκόρδο/σκόρδου.|| ~ βελόνας/καρφιού/καρφίτσας. 6. {συνήθ. στον πληθ.} (προφ.) ζώο ή σπανιότ. πρόσωπο θεωρούμενο ως μονάδα μέτρησης ευρύτερου συνόλου: Εκατό ~ια γίδια/πρόβατα. Μετράει ~ια. ● Υποκ.: κεφαλάκι (το) ● Μεγεθ.: κεφάλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: αγύριστο/ξερό/αρβανίτικο κεφάλι (μτφ.): πεισματάρης, ισχυρογνώμων, ξεροκέφαλος: Δεν παίρνει από λόγια και συμβουλές, είναι ~ ~!, άδειο/κούφιο κεφάλι (μειωτ.): για άνθρωπο άμυαλο, ανόητο., βαρύ κεφάλι (προφ.): ο πονοκέφαλος: Το πρωί σηκώνομαι με ~ ~. , μεγάλο κεφάλι (μτφ.) 1. ο ιθύνων νους: Ποιος είναι το ~ ~ της εταιρείας/της ομάδας; Πβ. εγκέφαλος. 2. ευφυής, πανέξυπνος. ΑΝΤ. βλάκας, χαζός (1), κάλυμμα (της) κεφαλής βλ. κεφαλή, πολυκέφαλο τέρας βλ. πολυκέφαλος ● ΦΡ.: (το) έφαγε το κεφάλι του (μτφ.-προφ.): υφίσταται αρνητικές ή/και καταστροφικές συνέπειες λόγω δικών του κακών επιλογών: Πάει γυρεύοντας να (το) φάει ~ (: καταστραφεί). Πβ. τρώω/σπάω τα μούτρα μου., ανοιγμένα κεφάλια & άνοιξαν κεφάλια (μτφ.-προφ.): για βίαια επεισόδια και τραυματισμούς: συμπλοκές και ~ ~. Βλ. δεν άνοιξε μύτη/ρουθούνι., βάζω το κεφάλι κάτω 1. σκύβω το κεφάλι προς τα κάτω: Έβαλε ~ και έφυγε με την ουρά στα σκέλια. 2. (μτφ.) σκέφτομαι προσεκτικά, συγκεντρώνομαι: ~ ~ και δουλεύω. Να βάλεις ~ να ξεκαθαρίσεις πρώτα τι θες. 3. (μτφ.) υποτάσσομαι, υποχωρώ, εγκαταλείπω την προσπάθεια: Μη βάλεις ~, αλλά να παλέψεις ως το τέλος., βάλ' το καλά στο κεφάλι/στο μυαλό σου (προφ.): σκέψου προσεκτικά, πάρ' το απόφαση: Ένα θα σου πω και ~ ~. ~ ~ (= συνειδητοποίησέ το), δεν πρόκειται να ξαναγυρίσει., βαράω/χτυπάω το κεφάλι μου (στον τοίχο) & (σπάν.) κουτουλάω το κεφάλι μου (στον τοίχο) (μτφ.-προφ.): μετανιώνω πικρά για κάτι: Όταν σκέφτομαι τι έχω κάνει, ~ ~. ~ ~ που ήμουν τόσο αφελής., βγάζω/λέω κάτι από το κεφάλι/το μυαλό μου (μτφ.-προφ.): αναφέρω κάτι που αποτελεί προϊόν δικής μου επινόησης· κατ' επέκτ. μιλάω αυθαίρετα, ατεκμηρίωτα., γλίτωσε/έσωσε το κεφάλι του (μτφ.-προφ.): ξέφυγε από θανάσιμο ή άλλο κίνδυνο (κυρ. καθαίρεσης, απόλυσης): Εγκατέλειψε την πόλη και ~ ~. Φόρτωσε το φταίξιμο στον συνάδελφό του, για να σώσει ~ ~., γυρίζει/βουίζει το κεφάλι μου (μτφ.-προφ.): ζαλίζομαι και κατ' επέκτ. βρίσκομαι σε σύγχυση: ~ ~ από το ξενύχτι. Πβ. βλέπω αστ(ε)ράκια/πουλάκια. Βλ. ίλιγγος., έρχεται (κάτι) στο κεφάλι μου (προφ.) 1. (κυριολ.) πέφτει (κάτι) στο κεφάλι μου: Μια μπάλα μού ήρθε στο κεφάλι. 2. (μτφ.-συχνά αρνητ. συνυποδ., για ξαφνική σκέψη) μου έρχεται στον νου: Ο καθένας λέει ό,τι του έρθει στο κεφάλι. Πβ. μου κατεβαίνει (στο κεφάλι/στο μυαλό)., έφυγε από το κεφάλι μου (μτφ.-προφ.): απαλλάχτηκα, λυτρώθηκα από κάτι που με βασάνιζε: Ένα βάρος ~ ~.|| Φύγε ~ (: άσε με ήσυχο)!, έχω πολλά/πολλές σκοτούρες στο κεφάλι μου (προφ.): έχω πολλές σκέψεις, έγνοιες, προβλήματα που με απασχολούν: ~ ~, για να συγχύζομαι και με τα ειρωνικά σου σχόλια., έχω το κεφάλι μου ήσυχο (προφ.): είμαι ήρεμος, δεν με απασχολεί κάτι: Θα αγοράσω καινούργιο αυτοκίνητο κι όχι μεταχειρισμένο για να ~ ~., κάνω του κεφαλιού μου (προφ.-αρνητ. συνυποδ.): κάνω ενέργειες, συχνά άστοχες ή απερίσκεπτες, χωρίς να υπολογίζω τη γνώμη ή την υπόδειξη κανενός., κάνω/φτιάχνω κεφάλι (αργκό) 1. ζαλίζομαι, μεθώ. 2. μαστουρώνω. Πβ. φτιάχνομαι., μας πήρε το κεφάλι (προφ.): μας ζάλισε, έγινε ανυπόφορος: ~ ~ με τη γκρίνια/το κλάμα/τη φλυαρία του., με περνά ένα κεφάλι & μου ρίχνει ένα κεφάλι (προφ.): με ξεπερνά στο ύψος κατά ένα κεφάλι., με το κεφάλι ψηλά & ψηλά το κεφάλι (μτφ.): για να δηλωθεί τόλμη, αξιοπρέπεια ή περηφάνια: Περπατώ με το κεφάλι ψηλά. Αποχώρησε/έφυγε/στάθηκε με ~ ~. Αποκλεισμός/ήττα με ~ ~.|| (ως προτροπή) Κράτα ψηλά ~. Ψηλά ~, ο αγώνας συνεχίζεται., παίρνω κεφάλι (μτφ.-προφ.): παίρνω προβάδισμα: Οι αντίπαλοι μας πήραν ~ στο σκορ (= προηγούνται)., παίρνω το κεφάλι (κάποιου)/κεφάλια & κόβω κεφάλια (προφ.) 1. (μτφ.) τιμωρώ αυστηρά· απολύω: Ένα λάθος έκανε ο άνθρωπος, γιατί να του πάρουμε το ~; Κόβουν/παίρνουν ~ια στελεχών. 2. αποκεφαλίζω., πάνω από το κεφάλι μου/τα κεφάλια μας (προφ.): από πάνω μου ή σε χαμηλό ύψος: Αεροπλάνα που πετούν/καλώδια που βρίσκονται ~ ~ μας. Μη στέκεσαι ~ ~ μου (: για να δηλωθεί ενόχληση)!|| (μτφ.) Γράφω αυτά που θέλω, χωρίς να έχω κανέναν ~ ~ μου (: δεν με ελέγχει, περιορίζει κανείς)., πέφτουν (πολλά) κεφάλια (προφ.): γίνονται αποπομπές ή καθαιρέσεις (από θέσεις και αξιώματα), επιβάλλονται αυστηρές τιμωρίες. Βλ. καρατόμηση., πονάει κεφάλι, κόβει κεφάλι & πονάει δόντι, βγάζει δόντι: για ακραίες ενέργειες που, αντί να θεραπεύσουν ένα πρόβλημα, έχουν καταστροφικές συνέπειες: Η λογική/η συνταγή (του) "~ ~". Ό,τι δεν λειτουργεί καλά, το καταργούμε: ~ ~., σκύβω το κεφάλι 1. γέρνω το κεφάλι προς τα κάτω, συνήθ. λόγω ντροπής, απογοήτευσης: Περπατά/στέκεται με σκυμμένο ~. 2. (μτφ.) υποτάσσομαι, φέρομαι δουλικά, υποχωρώ: Μη ~εις ~ (: μην υποκύπτεις)! ΣΥΝ. κύπτω τον αυχένα ΑΝΤ. σηκώνω κεφάλι (1), τα κεφάλια μέσα! (οικ.-χιουμορ.): για να δηλωθεί ότι έληξε η περίοδος της ανάπαυλας και αρχίζουν πάλι οι υποχρεώσεις, οι δουλειές, τα καθήκοντα: Το διάλειμμα τελείωσε, ~ ~. Πβ. κάθε κατεργάρης στον πάγκο του., το κάτω κεφάλι (προφ.): το αντρικό μόριο και κατ' επέκτ. η σεξουαλική επιθυμία: Σκέφτονται με το ~ ~., το πάνω κεφάλι (προφ.): η λογική., χτυπάει/βαράει (κάποιον) στο κεφάλι & κατακέφαλα (προφ.): προκαλεί ζαλάδα: Με χτύπησε ο ήλιος/το κρασί στο κεφάλι., (βάζω/έχω κάποιον) κορόνα στο κεφάλι μου βλ. κορόνα, (βάζω/έχω) ένα κεραμίδι πάνω απ' το κεφάλι μου βλ. κεραμίδι, αλλάζω/γυρίζω σε κάποιον μυαλά/κεφάλι/ιδέες βλ. αλλάζω, ανοίγω/σπάω το κεφάλι (κάποιου) βλ. ανοίγω, βάζω το κεφάλι μου στον ντορβά/στην γκιλοτίνα βλ. ντορβάς, βασανίζω το μυαλό/το κεφάλι/τον εαυτό/τη σκέψη/την ψυχή μου βλ. βασανίζω, βγάζω κάτι/κάποιον απ' το(ν) νου/το μυαλό/το κεφάλι/τη σκέψη (μου) βλ. νους, γανώνω το κεφάλι/τον εγκέφαλο/τα μυαλά/τ' αυτιά κάποιου βλ. γανώνω, γεμίζει/γέμισε το κεφάλι (με) ... βλ. γεμίζω, γίνομαι κουδούνι/το κεφάλι μου έγινε κουδούνι βλ. κουδούνι, δεν σηκώνω κεφάλι βλ. σηκώνω, έγινε/μου έκανε το κεφάλι (μου) καζάνι βλ. καζάνι, έφαγα/μου 'ρθε/μου 'πεσε κεραμίδα (στο κεφάλι) βλ. κεραμίδα, έχει άλλα πράγματα στο μυαλό/στο(ν) νου/στο κεφάλι του βλ. πράγμα, έχει άχυρα στο κεφάλι/στο μυαλό του βλ. άχυρο, έχω τα μυαλά μου πάνω απ' το κεφάλι μου βλ. μυαλό, κακό του κεφαλιού μου/σου/του βλ. κακό, κατεβάζει το κεφάλι/η κούτρα/η γκλάβα/ο νους/το ξερό μου βλ. κατεβάζω, κόβω το κεφάλι/χέρι μου βλ. κόβω, λαγός τη φτέρη έσειε/κούναγε, κακό του κεφαλιού/της κεφαλής του βλ. λαγός, μου ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι/η πίεση βλ. ανεβαίνω, μου κατεβαίνει (στο κεφάλι/στο μυαλό) βλ. κατεβαίνω, μου μπαίνει/καρφώνεται (κάτι) στο μυαλό/κεφάλι βλ. μυαλό, μου 'χει φύγει το μυαλό/το καφάσι/το κεφάλι/ο νους/το τσερβέλο βλ. μυαλό, πέφτω/μπαίνω/βάζω το κεφάλι μου στο στόμα του λύκου βλ. λύκος, σηκώθηκαν τα πόδια να χτυπήσουν το κεφάλι βλ. σηκώνω, σηκώνω κεφάλι βλ. σηκώνω, σπάω/στύβω το μυαλό/το κεφάλι μου βλ. μυαλό, στου κασίδη/κασιδιάρη το κεφάλι βλ. κασίδης, το ψάρι βρομά(ει) απ' το κεφάλι βλ. βρομώ, φέρνω (κάτι) στο κεφάλι (κάποιου) βλ. φέρνω, χώνω/κρύβω/βάζω το κεφάλι στην άμμο βλ. άμμος [< μεσν. κεφάλιν]
κοιμάμαι
κοιμάμαι[κοιμᾶμαι] κοι-μά-μαι ρ. (αμτβ.) {κοιμ-ήθηκε (λόγ. εκοιμήθη), -ηθεί, (λόγ. μτχ.) -ώμενος, -ισμένος, (λόγ.) ~ηθείς} 1. & (σπάν.-λογοτ.) κοιμούμαι: βρίσκομαι σε κατάσταση ύπνου: ~ βαριά/δύσκολα/ελαφρά (πβ. λαγο~, μισο~, ψιλο~)/εύκολα/καλά/λίγο/μπρούμυτα/στο πλάι/πολύ/σαν μωρό (: ήρεμα, χωρίς έγνοιες). Κάθε μεσημέρι ~άται καμιά ωρίτσα (βλ. σιέστα). ~άται με αναμμένο φως/το στόμα ανοιχτό. Έκανα ότι ~. Έγειρα στο μαξιλάρι και ~ήθηκα αμέσως (πβ. αποκοιμιέμαι, αφήνομαι/παραδίδομαι στην αγκαλιά/στις αγκάλες του Μορφέα). Δεν ~ήθηκα καθόλου/όλη νύχτα (: είμαι άυπνος, δεν έκλεισα μάτι). ~ούνται στο ίδιο δωμάτιο/σε ξεχωριστά κρεβάτια/χώρια. ~ήθηκα στον καναπέ (: πήρα έναν υπνάκο). ~άται σε παγκάκια/στο πάρκο (: δεν έχει πού να μείνει· βλ. άστεγος). Πβ. ξαπλώνω. Βλ. ξανα~, στραβο~.|| (ειδικότ., πέφτω για ύπνο:) ~ αργά/νηστικός/νωρίς.|| (μτφ.) Η πόλη ~άται (: επικρατεί σιωπή). ΑΝΤ. αγρυπνώ (1), ξενυχτώ (1) 2. (μτφ.) αδρανώ ή αδιαφορώ: Οι εξελίξεις τρέχουν κι αυτός ~άται. Οι αρμόδιοι ~ούνται. Πβ. σταυρώνω τα χέρια. 3. (μτφ.-προφ.) κάνω έρωτα: Έχει ~ηθεί μαζί του/της. Πβ. συνουσιάζομαι. Βλ. ξενο~. ΣΥΝ. πλαγιάζω (2) 4. (κυρ. για Αγίους, ιερωμένους) πεθαίνω: Εκοιμήθη ο μητροπολίτης ... Ο Όσιος ... ~ήθηκε εν ειρήνη. ~άται τον αιώνιο ύπνο (: έχει πεθάνει). Πβ. αναπαύομαι. ● ΦΡ.: κοιμάμαι ήσυχος/ήσυχα (προφ.): δεν ανησυχώ: Μπορείτε να ~άστε ~. [< γαλλ. dormir tranquille] , κοιμάμαι κι ονειρεύομαι (μτφ.-προφ.): ελπίζω ότι θα πραγματοποιηθεί κάτι σχεδόν ακατόρθωτο: ~άται κι ~εται ταξίδια μακρινά.|| (για κάτι ανέλπιστα καλό) Μα τι γίνεται; Μήπως ~ ~ (: βλέπουν καλά τα μάτια μου);, κοιμάμαι όρθιος (προφ.) 1. (μτφ.) για κάποιον που δεν ξέρει τι του γίνεται, που δεν είναι έξυπνος ή δραστήριος: Δεν πήρες πρέφα, αφού ~σαι ~. ΣΥΝ. κοιμάμαι με τα τσαρούχια 2. νυστάζω πάρα πολύ. [< γαλλ. dormir debout] , κοιμάμαι σαν πουλάκι/αρνάκι (προφ.): ήσυχα και ελαφριά., κοιμάται κι η τύχη του δουλεύει (μτφ.-προφ.): ευνοείται από την τύχη, χωρίς να καταβάλλει καμία προσπάθεια., κοιμάται του καλού καιρού (προφ.) 1. κοιμάται βαθιά. 2. (μτφ.) δεν αντιλαμβάνεται τι συμβαίνει: Ο κόσμος διαμαρτύρεται κι αυτοί ~ούνται ~., κοιμήθηκε ο θεός (νεαν. αργκό): (για ομάδα ή αθλητή) που με πολλή τύχη πετυχαίνει κάτι δύσκολο κι απρόσμενο: ~ ~ και πήρε το κύπελλο. Βλ. κατορθώνει το ακατόρθωτο., μ' αυτό το πλευρό να κοιμάσαι! (προφ.-ειρων.): όσα λες δεν ισχύουν ή δεν θα πραγματοποιηθούν., με στραβό αν κοιμηθείς, το πρωί θ' αλληθωρίζεις (παροιμ.): για τις επιπτώσεις που έχουν οι κακές κυρ. συναναστροφές. Πβ. μ' όποιον δάσκαλο καθίσεις, τέτοια γράμματα θα μάθεις., κοιμάμαι με τα τσαρούχια βλ. τσαρούχι, κοιμάμαι/ξυπνώ με τις κότες βλ. κότα, κοιμάται τον ύπνο του δικαίου βλ. ύπνος, όπως έστρωσε(ς)/στρώσει(ς), θα κοιμηθεί(ς)/θα πλαγιάσει(ς) βλ. στρώνω ● βλ. κεκοιμημένος [< μεσν. κοιμάμαι, κοιμούμαι 3: αγγλ. sleep]
συνείδηση
συνείδησησυ-νεί-δη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ικανότητα του ατόμου να διακρίνει το καλό από το κακό ή το ηθικό από το ανήθικο και ειδικότ. το προσωπικό σύστημα αξιών που ρυθμίζει τη συμπεριφορά του: αφύπνιση/επιταγές της ~ης. Κρίση (: αμφιβολία για την ορθότητα κάποιας πράξης)/τύψεις ~ήσεως. Άνθρωπος με ~ (= ευσυνείδητος)/χωρίς ίχνος ~ης (= ασυνείδητος). Αποφασίζω/ενεργώ/κρίνω/ψηφίζω κατά ~/σύμφωνα με τη ~ή μου. Έχει ήρεμη/καθαρή τη ~ή (της). Δεν έχει ~ (= ήθος). Aκολουθώ/ακούω τη φωνή της ~ής μου. Πράξη που (μου) απαγορεύει/επιβάλλει/υπαγορεύει η ~ή μου. Παραβιάζει τη ~ή του. Διαφθορά/εκμαυλισμός των ~ήσεων. Οι ενέργειές του έχουν καταδικαστεί/καταξιωθεί στη ~ των ανθρώπων/του κόσμου/του λαού. Πβ. συνειδός.|| Το έχω βάρος στη ~ή μου (: θεωρώ τον εαυτό μου υπεύθυνο για κάτι που συνέβη σε κάποιον/κάτι· βλ. αυτοκριτική).|| Επαγγελματική/επιστημονική/ιατρική ~ (: η επίγνωση του καθήκοντος και η αντίστοιχη συμπεριφορά). 2. συναίσθηση της ένταξης σε κάποιον χώρο, πολιτισμό, ιδεολογία: ανθρωπιστική/γλωσσική/δημοκρατική/εθνική/ιστορική/οδική/οικολογική/πατριωτική/περιβαλλοντική/πολιτική/συλλογική ~. Ανάπτυξη/διαμόρφωση/καλλιέργεια ~ης. Κρατούμενος ~ης. 3. λειτουργία με την οποία ο ανθρώπινος οργανισμός αντιλαμβάνεται τον εαυτό του, τους άλλους και το περιβάλλον, καθώς και τις σκέψεις και πράξεις του: ~ του τόπου/χρόνου/χώρου. Απώλεια ~ης (πβ. λιποθυμία). Στη ~ του κόσμου (= των πολλών). Ανακαλώ κάτι στη ~ή μου. Βλ. συνειδητό.|| Με ~ (= συναίσθηση) της ευθύνης. Έχω απόλυτη/πλήρη ~ των δυνατοτήτων μου (βλ. αυτο~)/της κατάστασης/του κινδύνου/του πράγματος/των πράξεών μου (πβ. αυτεπίγνωση)/του προβλήματος/της σοβαρότητας/των συνεπειών. (Κάτι) αποτελεί/είναι/έχει γίνει κοινή ~ (= πεποίθηση). Δεν έχει ~ σε τι περιπέτεια μπήκε (πβ. επίγνωση. ΑΝΤ. άγνοια). Βλ. κατα-λαβαίνω, -νοώ.|| (ΙΑΤΡ.) Διαταραχές της ~ης (: που σχετίζονται με αισθητηριακές ή πνευματικές λειτουργίες, όπως η αϋπνία, η μέθη). ● ΣΥΜΠΛ.: αντιρρησίας συνείδησης βλ. αντιρρησίας, ελευθερία (της) θρησκευτικής συνείδησης βλ. ελευθερία, ελευθερία (της) σκέψης/(της) συνείδησης βλ. ελευθερία, κοινωνική συνείδηση βλ. κοινωνικός, ταξική συνείδηση βλ. ταξικός ● ΦΡ.: έχω τη συνείδησή μου ήσυχη (προφ.): δεν αισθάνομαι τύψεις: ~ ~ ότι έκανα το καθήκον μου. ~ ~, γιατί βοήθησα στην υπόθεση., με ελαφριά (τη) συνείδηση & (λόγ.) ελαφρά τη συνειδήσει: χωρίς τύψεις συνειδήσεως: Μερικοί ~ ~ λησμονούν τον λόγο που έδωσαν., καθησυχάζω τη συνείδησή (μου) βλ. καθησυχάζω, με τύπτει η συνείδηση βλ. τύπτω [< αρχ. συνείδησις ‘γνώση, συναίσθηση’, γαλλ. conscience]