κεφάλικε-φά-λι ουσ. (ουδ.) {κεφαλ-ιού | -ιών} 1. το ανώτερο τμήμα του σώματος του ανθρώπου, που συνδέεται με τον κορμό μέσω του λαιμού και στο οποίο βρίσκεται ο εγκέφαλος, το στόμα και αισθητήρια όργανα, όπως τα μάτια, τα αυτιά και η μύτη: η κίνηση/η κλίση/η κορυφή/το νεύμα/το σκύψιμο/το σχήμα/το τίναγμα του ~ιού. Το πίσω μέρος του ~ιού (βλ. ινίο). Το ~ μου πονάει/πάει να σπάσει (: έχω πονοκέφαλο, ημικρανία). Κούνησε το ~ του καταφατικά (βλ. συγκατανεύω). Μου κάνει νόημα με το ~ (: μου γνέφει). Βουτιά με το ~. Ξύνει το ~ του (: το τριχωτό μέρος, κυρ. από αμηχανία ή άγνοια). Νέοι με κοντοκουρεμένα/ξυρισμένα ~ια.|| (μτφ.) Βάζω/πάω στοίχημα το ~ μου (= τη ζωή μου). Παίζει το ~ του (κορόνα γράμματα) (= διακινδυνεύει, ρισκάρει). Βλ. προσκέφαλο. ΣΥΝ. κεφαλή (1) 2. το αντίστοιχο εμπρόσθιο ή ανώτερο τμήμα του σώματος ζώων: ~ αλόγου/εντόμου/ψαριού.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) Βραστό ~ κατσικιού. Καθαρίζουμε τις γαρίδες από τα ~ια και το κέλυφος. 3. νους, μυαλό, πνεύμα· άνθρωπος με μεγάλες ή/και ειδικές διανοητικές ικανότητες: Ποιος σου έβαλε αυτή την ιδέα στο ~;|| Μαθηματικό ~. Πβ. αυθεντία, διάνοια, εγκέφαλος, ιδιοφυΐα.|| (ειδικότ.) Τα κορυφαία ~ια (: ηγετικά στελέχη) της κυβέρνησης. Πβ. επιτελής. 4. καλλιτεχνική αναπαράσταση αυτού του τμήματος του σώματος ανθρώπου ή ζώου: ανάγλυφο/αρχαϊκό/μαρμάρινο ~. Ξύλινο ~ θεάς. Σκαλιστό ~ λιονταριού. Το ~ της Μέδουσας (: με μαλλιά από φίδια). Πβ. κεφαλή, προτομή. 5. στρογγυλό ή στρογγυλεμένο αντικείμενο ή άκρο αντικειμένου: ένα ~ τυρί/τυριού. Μισό ~ σκόρδο/σκόρδου.|| ~ βελόνας/καρφιού/καρφίτσας. 6. {συνήθ. στον πληθ.} (προφ.) ζώο ή σπανιότ. πρόσωπο θεωρούμενο ως μονάδα μέτρησης ευρύτερου συνόλου: Εκατό ~ια γίδια/πρόβατα. Μετράει ~ια. ● Υποκ.: κεφαλάκι (το) ● Μεγεθ.: κεφάλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: αγύριστο/ξερό/αρβανίτικο κεφάλι (μτφ.): πεισματάρης, ισχυρογνώμων, ξεροκέφαλος: Δεν παίρνει από λόγια και συμβουλές, είναι ~ ~!, άδειο/κούφιο κεφάλι (μειωτ.): για άνθρωπο άμυαλο, ανόητο., βαρύ κεφάλι (προφ.): ο πονοκέφαλος: Το πρωί σηκώνομαι με ~ ~. , μεγάλο κεφάλι (μτφ.) 1. ο ιθύνων νους: Ποιος είναι το ~ ~ της εταιρείας/της ομάδας; Πβ. εγκέφαλος. 2. ευφυής, πανέξυπνος. ΑΝΤ. βλάκας, χαζός (1), κάλυμμα (της) κεφαλής βλ. κεφαλή, πολυκέφαλο τέρας βλ. πολυκέφαλος ● ΦΡ.: (το) έφαγε το κεφάλι του (μτφ.-προφ.): υφίσταται αρνητικές ή/και καταστροφικές συνέπειες λόγω δικών του κακών επιλογών: Πάει γυρεύοντας να (το) φάει ~ (: καταστραφεί). Πβ. τρώω/σπάω τα μούτρα μου., ανοιγμένα κεφάλια & άνοιξαν κεφάλια (μτφ.-προφ.): για βίαια επεισόδια και τραυματισμούς: συμπλοκές και ~ ~. Βλ. δεν άνοιξε μύτη/ρουθούνι., βάζω το κεφάλι κάτω 1. σκύβω το κεφάλι προς τα κάτω: Έβαλε ~ και έφυγε με την ουρά στα σκέλια. 2. (μτφ.) σκέφτομαι προσεκτικά, συγκεντρώνομαι: ~ ~ και δουλεύω. Να βάλεις ~ να ξεκαθαρίσεις πρώτα τι θες. 3. (μτφ.) υποτάσσομαι, υποχωρώ, εγκαταλείπω την προσπάθεια: Μη βάλεις ~, αλλά να παλέψεις ως το τέλος., βάλ' το καλά στο κεφάλι/στο μυαλό σου (προφ.): σκέψου προσεκτικά, πάρ' το απόφαση: Ένα θα σου πω και ~ ~. ~ ~ (= συνειδητοποίησέ το), δεν πρόκειται να ξαναγυρίσει., βαράω/χτυπάω το κεφάλι μου (στον τοίχο) & (σπάν.) κουτουλάω το κεφάλι μου (στον τοίχο) (μτφ.-προφ.): μετανιώνω πικρά για κάτι: Όταν σκέφτομαι τι έχω κάνει, ~ ~. ~ ~ που ήμουν τόσο αφελής., βγάζω/λέω κάτι από το κεφάλι/το μυαλό μου (μτφ.-προφ.): αναφέρω κάτι που αποτελεί προϊόν δικής μου επινόησης· κατ' επέκτ. μιλάω αυθαίρετα, ατεκμηρίωτα., γλίτωσε/έσωσε το κεφάλι του (μτφ.-προφ.): ξέφυγε από θανάσιμο ή άλλο κίνδυνο (κυρ. καθαίρεσης, απόλυσης): Εγκατέλειψε την πόλη και ~ ~. Φόρτωσε το φταίξιμο στον συνάδελφό του, για να σώσει ~ ~., γυρίζει/βουίζει το κεφάλι μου (μτφ.-προφ.): ζαλίζομαι και κατ' επέκτ. βρίσκομαι σε σύγχυση: ~ ~ από το ξενύχτι. Πβ. βλέπω αστ(ε)ράκια/πουλάκια. Βλ. ίλιγγος., έρχεται (κάτι) στο κεφάλι μου (προφ.) 1. (κυριολ.) πέφτει (κάτι) στο κεφάλι μου: Μια μπάλα μού ήρθε στο κεφάλι. 2. (μτφ.-συχνά αρνητ. συνυποδ., για ξαφνική σκέψη) μου έρχεται στον νου: Ο καθένας λέει ό,τι του έρθει στο κεφάλι. Πβ. μου κατεβαίνει (στο κεφάλι/στο μυαλό)., έφυγε από το κεφάλι μου (μτφ.-προφ.): απαλλάχτηκα, λυτρώθηκα από κάτι που με βασάνιζε: Ένα βάρος ~ ~.|| Φύγε ~ (: άσε με ήσυχο)!, έχω πολλά/πολλές σκοτούρες στο κεφάλι μου (προφ.): έχω πολλές σκέψεις, έγνοιες, προβλήματα που με απασχολούν: ~ ~, για να συγχύζομαι και με τα ειρωνικά σου σχόλια., έχω το κεφάλι μου ήσυχο (προφ.): είμαι ήρεμος, δεν με απασχολεί κάτι: Θα αγοράσω καινούργιο αυτοκίνητο κι όχι μεταχειρισμένο για να ~ ~., κάνω του κεφαλιού μου (προφ.-αρνητ. συνυποδ.): κάνω ενέργειες, συχνά άστοχες ή απερίσκεπτες, χωρίς να υπολογίζω τη γνώμη ή την υπόδειξη κανενός., κάνω/φτιάχνω κεφάλι (αργκό) 1. ζαλίζομαι, μεθώ. 2. μαστουρώνω. Πβ. φτιάχνομαι., μας πήρε το κεφάλι (προφ.): μας ζάλισε, έγινε ανυπόφορος: ~ ~ με τη γκρίνια/το κλάμα/τη φλυαρία του., με περνά ένα κεφάλι & μου ρίχνει ένα κεφάλι (προφ.): με ξεπερνά στο ύψος κατά ένα κεφάλι., με το κεφάλι ψηλά & ψηλά το κεφάλι (μτφ.): για να δηλωθεί τόλμη, αξιοπρέπεια ή περηφάνια: Περπατώ με το κεφάλι ψηλά. Αποχώρησε/έφυγε/στάθηκε με ~ ~. Αποκλεισμός/ήττα με ~ ~.|| (ως προτροπή) Κράτα ψηλά ~. Ψηλά ~, ο αγώνας συνεχίζεται., παίρνω κεφάλι (μτφ.-προφ.): παίρνω προβάδισμα: Οι αντίπαλοι μας πήραν ~ στο σκορ (= προηγούνται)., παίρνω το κεφάλι (κάποιου)/κεφάλια & κόβω κεφάλια (προφ.) 1. (μτφ.) τιμωρώ αυστηρά· απολύω: Ένα λάθος έκανε ο άνθρωπος, γιατί να του πάρουμε το ~; Κόβουν/παίρνουν ~ια στελεχών. 2. αποκεφαλίζω., πάνω από το κεφάλι μου/τα κεφάλια μας (προφ.): από πάνω μου ή σε χαμηλό ύψος: Αεροπλάνα που πετούν/καλώδια που βρίσκονται ~ ~ μας. Μη στέκεσαι ~ ~ μου (: για να δηλωθεί ενόχληση)!|| (μτφ.) Γράφω αυτά που θέλω, χωρίς να έχω κανέναν ~ ~ μου (: δεν με ελέγχει, περιορίζει κανείς)., πέφτουν (πολλά) κεφάλια (προφ.): γίνονται αποπομπές ή καθαιρέσεις (από θέσεις και αξιώματα), επιβάλλονται αυστηρές τιμωρίες. Βλ. καρατόμηση., πονάει κεφάλι, κόβει κεφάλι & πονάει δόντι, βγάζει δόντι: για ακραίες ενέργειες που, αντί να θεραπεύσουν ένα πρόβλημα, έχουν καταστροφικές συνέπειες: Η λογική/η συνταγή (του) "~ ~". Ό,τι δεν λειτουργεί καλά, το καταργούμε: ~ ~., σκύβω το κεφάλι 1. γέρνω το κεφάλι προς τα κάτω, συνήθ. λόγω ντροπής, απογοήτευσης: Περπατά/στέκεται με σκυμμένο ~. 2. (μτφ.) υποτάσσομαι, φέρομαι δουλικά, υποχωρώ: Μη ~εις ~ (: μην υποκύπτεις)! ΣΥΝ. κύπτω τον αυχένα ΑΝΤ. σηκώνω κεφάλι (1), τα κεφάλια μέσα! (οικ.-χιουμορ.): για να δηλωθεί ότι έληξε η περίοδος της ανάπαυλας και αρχίζουν πάλι οι υποχρεώσεις, οι δουλειές, τα καθήκοντα: Το διάλειμμα τελείωσε, ~ ~. Πβ. κάθε κατεργάρης στον πάγκο του., το κάτω κεφάλι (προφ.): το αντρικό μόριο και κατ' επέκτ. η σεξουαλική επιθυμία: Σκέφτονται με το ~ ~., το πάνω κεφάλι (προφ.): η λογική., χτυπάει/βαράει (κάποιον) στο κεφάλι & κατακέφαλα (προφ.): προκαλεί ζαλάδα: Με χτύπησε ο ήλιος/το κρασί στο κεφάλι., (βάζω/έχω κάποιον) κορόνα στο κεφάλι μου βλ. κορόνα, (βάζω/έχω) ένα κεραμίδι πάνω απ' το κεφάλι μου βλ. κεραμίδι, αλλάζω/γυρίζω σε κάποιον μυαλά/κεφάλι/ιδέες βλ. αλλάζω, ανοίγω/σπάω το κεφάλι (κάποιου) βλ. ανοίγω, βάζω το κεφάλι μου στον ντορβά/στην γκιλοτίνα βλ. ντορβάς, βασανίζω το μυαλό/το κεφάλι/τον εαυτό/τη σκέψη/την ψυχή μου βλ. βασανίζω, βγάζω κάτι/κάποιον απ' το(ν) νου/το μυαλό/το κεφάλι/τη σκέψη (μου) βλ. νους, γανώνω το κεφάλι/τον εγκέφαλο/τα μυαλά/τ' αυτιά κάποιου βλ. γανώνω, γεμίζει/γέμισε το κεφάλι (με) ... βλ. γεμίζω, γίνομαι κουδούνι/το κεφάλι μου έγινε κουδούνι βλ. κουδούνι, δεν σηκώνω κεφάλι βλ. σηκώνω, έγινε/μου έκανε το κεφάλι (μου) καζάνι βλ. καζάνι, έφαγα/μου 'ρθε/μου 'πεσε κεραμίδα (στο κεφάλι) βλ. κεραμίδα, έχει άλλα πράγματα στο μυαλό/στο(ν) νου/στο κεφάλι του βλ. πράγμα, έχει άχυρα στο κεφάλι/στο μυαλό του βλ. άχυρο, έχω τα μυαλά μου πάνω απ' το κεφάλι μου βλ. μυαλό, κακό του κεφαλιού μου/σου/του βλ. κακό, κατεβάζει το κεφάλι/η κούτρα/η γκλάβα/ο νους/το ξερό μου βλ. κατεβάζω, κόβω το κεφάλι/χέρι μου βλ. κόβω, λαγός τη φτέρη έσειε/κούναγε, κακό του κεφαλιού/της κεφαλής του βλ. λαγός, μου ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι/η πίεση βλ. ανεβαίνω, μου κατεβαίνει (στο κεφάλι/στο μυαλό) βλ. κατεβαίνω, μου μπαίνει/καρφώνεται (κάτι) στο μυαλό/κεφάλι βλ. μυαλό, μου 'χει φύγει το μυαλό/το καφάσι/το κεφάλι/ο νους/το τσερβέλο βλ. μυαλό, πέφτω/μπαίνω/βάζω το κεφάλι μου στο στόμα του λύκου βλ. λύκος, σηκώθηκαν τα πόδια να χτυπήσουν το κεφάλι βλ. σηκώνω, σηκώνω κεφάλι βλ. σηκώνω, σπάω/στύβω το μυαλό/το κεφάλι μου βλ. μυαλό, στου κασίδη/κασιδιάρη το κεφάλι βλ. κασίδης, το ψάρι βρομά(ει) απ' το κεφάλι βλ. βρομώ, φέρνω (κάτι) στο κεφάλι (κάποιου) βλ. φέρνω, χώνω/κρύβω/βάζω το κεφάλι στην άμμο βλ. άμμος [< μεσν. κεφάλιν]
κοιμάμαι[κοιμᾶμαι] κοι-μά-μαι ρ. (αμτβ.) {κοιμ-ήθηκε (λόγ. εκοιμήθη), -ηθεί, (λόγ. μτχ.) -ώμενος, -ισμένος, (λόγ.) ~ηθείς} 1. & (σπάν.-λογοτ.) κοιμούμαι: βρίσκομαι σε κατάσταση ύπνου: ~ βαριά/δύσκολα/ελαφρά (πβ. λαγο~, μισο~, ψιλο~)/εύκολα/καλά/λίγο/μπρούμυτα/στο πλάι/πολύ/σαν μωρό (: ήρεμα, χωρίς έγνοιες). Κάθε μεσημέρι ~άται καμιά ωρίτσα (βλ. σιέστα). ~άται με αναμμένο φως/το στόμα ανοιχτό. Έκανα ότι ~. Έγειρα στο μαξιλάρι και ~ήθηκα αμέσως (πβ. αποκοιμιέμαι, αφήνομαι/παραδίδομαι στην αγκαλιά/στις αγκάλες του Μορφέα). Δεν ~ήθηκα καθόλου/όλη νύχτα (: είμαι άυπνος, δεν έκλεισα μάτι). ~ούνται στο ίδιο δωμάτιο/σε ξεχωριστά κρεβάτια/χώρια. ~ήθηκα στον καναπέ (: πήρα έναν υπνάκο). ~άται σε παγκάκια/στο πάρκο (: δεν έχει πού να μείνει· βλ. άστεγος). Πβ. ξαπλώνω. Βλ. ξανα~, στραβο~.|| (ειδικότ., πέφτω για ύπνο:) ~ αργά/νηστικός/νωρίς.|| (μτφ.) Η πόλη ~άται (: επικρατεί σιωπή). ΑΝΤ. αγρυπνώ (1), ξενυχτώ (1) 2. (μτφ.) αδρανώ ή αδιαφορώ: Οι εξελίξεις τρέχουν κι αυτός ~άται. Οι αρμόδιοι ~ούνται. Πβ. σταυρώνω τα χέρια. 3. (μτφ.-προφ.) κάνω έρωτα: Έχει ~ηθεί μαζί του/της. Πβ. συνουσιάζομαι. Βλ. ξενο~. ΣΥΝ. πλαγιάζω (2) 4. (κυρ. για Αγίους, ιερωμένους) πεθαίνω: Εκοιμήθη ο μητροπολίτης ... Ο Όσιος ... ~ήθηκε εν ειρήνη. ~άται τον αιώνιο ύπνο (: έχει πεθάνει). Πβ. αναπαύομαι. ● ΦΡ.: κοιμάμαι ήσυχος/ήσυχα (προφ.): δεν ανησυχώ: Μπορείτε να ~άστε ~. [< γαλλ. dormir tranquille] , κοιμάμαι κι ονειρεύομαι (μτφ.-προφ.): ελπίζω ότι θα πραγματοποιηθεί κάτι σχεδόν ακατόρθωτο: ~άται κι ~εται ταξίδια μακρινά.|| (για κάτι ανέλπιστα καλό) Μα τι γίνεται; Μήπως ~ ~ (: βλέπουν καλά τα μάτια μου);, κοιμάμαι όρθιος (προφ.) 1. (μτφ.) για κάποιον που δεν ξέρει τι του γίνεται, που δεν είναι έξυπνος ή δραστήριος: Δεν πήρες πρέφα, αφού ~σαι ~. ΣΥΝ. κοιμάμαι με τα τσαρούχια 2. νυστάζω πάρα πολύ. [< γαλλ. dormir debout] , κοιμάμαι σαν πουλάκι/αρνάκι (προφ.): ήσυχα και ελαφριά., κοιμάται κι η τύχη του δουλεύει (μτφ.-προφ.): ευνοείται από την τύχη, χωρίς να καταβάλλει καμία προσπάθεια., κοιμάται του καλού καιρού (προφ.) 1. κοιμάται βαθιά. 2. (μτφ.) δεν αντιλαμβάνεται τι συμβαίνει: Ο κόσμος διαμαρτύρεται κι αυτοί ~ούνται ~., κοιμήθηκε ο θεός (νεαν. αργκό): (για ομάδα ή αθλητή) που με πολλή τύχη πετυχαίνει κάτι δύσκολο κι απρόσμενο: ~ ~ και πήρε το κύπελλο. Βλ. κατορθώνει το ακατόρθωτο., μ' αυτό το πλευρό να κοιμάσαι! (προφ.-ειρων.): όσα λες δεν ισχύουν ή δεν θα πραγματοποιηθούν., με στραβό αν κοιμηθείς, το πρωί θ' αλληθωρίζεις (παροιμ.): για τις επιπτώσεις που έχουν οι κακές κυρ. συναναστροφές. Πβ. μ' όποιον δάσκαλο καθίσεις, τέτοια γράμματα θα μάθεις., κοιμάμαι με τα τσαρούχια βλ. τσαρούχι, κοιμάμαι/ξυπνώ με τις κότες βλ. κότα, κοιμάται τον ύπνο του δικαίου βλ. ύπνος, όπως έστρωσε(ς)/στρώσει(ς), θα κοιμηθεί(ς)/θα πλαγιάσει(ς) βλ. στρώνω ● βλ. κεκοιμημένος [< μεσν. κοιμάμαι, κοιμούμαι 3: αγγλ. sleep]
συνείδησησυ-νεί-δη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ικανότητα του ατόμου να διακρίνει το καλό από το κακό ή το ηθικό από το ανήθικο και ειδικότ. το προσωπικό σύστημα αξιών που ρυθμίζει τη συμπεριφορά του: αφύπνιση/επιταγές της ~ης. Κρίση (: αμφιβολία για την ορθότητα κάποιας πράξης)/τύψεις ~ήσεως. Άνθρωπος με ~ (= ευσυνείδητος)/χωρίς ίχνος ~ης (= ασυνείδητος). Αποφασίζω/ενεργώ/κρίνω/ψηφίζω κατά ~/σύμφωνα με τη ~ή μου. Έχει ήρεμη/καθαρή τη ~ή (της). Δεν έχει ~ (= ήθος). Aκολουθώ/ακούω τη φωνή της ~ής μου. Πράξη που (μου) απαγορεύει/επιβάλλει/υπαγορεύει η ~ή μου. Παραβιάζει τη ~ή του. Διαφθορά/εκμαυλισμός των ~ήσεων. Οι ενέργειές του έχουν καταδικαστεί/καταξιωθεί στη ~ των ανθρώπων/του κόσμου/του λαού. Πβ. συνειδός.|| Το έχω βάρος στη ~ή μου (: θεωρώ τον εαυτό μου υπεύθυνο για κάτι που συνέβη σε κάποιον/κάτι· βλ. αυτοκριτική).|| Επαγγελματική/επιστημονική/ιατρική ~ (: η επίγνωση του καθήκοντος και η αντίστοιχη συμπεριφορά). 2. συναίσθηση της ένταξης σε κάποιον χώρο, πολιτισμό, ιδεολογία: ανθρωπιστική/γλωσσική/δημοκρατική/εθνική/ιστορική/οδική/οικολογική/πατριωτική/περιβαλλοντική/πολιτική/συλλογική ~. Ανάπτυξη/διαμόρφωση/καλλιέργεια ~ης. Κρατούμενος ~ης. 3. λειτουργία με την οποία ο ανθρώπινος οργανισμός αντιλαμβάνεται τον εαυτό του, τους άλλους και το περιβάλλον, καθώς και τις σκέψεις και πράξεις του: ~ του τόπου/χρόνου/χώρου. Απώλεια ~ης (πβ. λιποθυμία). Στη ~ του κόσμου (= των πολλών). Ανακαλώ κάτι στη ~ή μου. Βλ. συνειδητό.|| Με ~ (= συναίσθηση) της ευθύνης. Έχω απόλυτη/πλήρη ~ των δυνατοτήτων μου (βλ. αυτο~)/της κατάστασης/του κινδύνου/του πράγματος/των πράξεών μου (πβ. αυτεπίγνωση)/του προβλήματος/της σοβαρότητας/των συνεπειών. (Κάτι) αποτελεί/είναι/έχει γίνει κοινή ~ (= πεποίθηση). Δεν έχει ~ σε τι περιπέτεια μπήκε (πβ. επίγνωση. ΑΝΤ. άγνοια). Βλ. κατα-λαβαίνω, -νοώ.|| (ΙΑΤΡ.) Διαταραχές της ~ης (: που σχετίζονται με αισθητηριακές ή πνευματικές λειτουργίες, όπως η αϋπνία, η μέθη). ● ΣΥΜΠΛ.: αντιρρησίας συνείδησης βλ. αντιρρησίας, ελευθερία (της) θρησκευτικής συνείδησης βλ. ελευθερία, ελευθερία (της) σκέψης/(της) συνείδησης βλ. ελευθερία, κοινωνική συνείδηση βλ. κοινωνικός, ταξική συνείδηση βλ. ταξικός ● ΦΡ.: έχω τη συνείδησή μου ήσυχη (προφ.): δεν αισθάνομαι τύψεις: ~ ~ ότι έκανα το καθήκον μου. ~ ~, γιατί βοήθησα στην υπόθεση., με ελαφριά (τη) συνείδηση & (λόγ.) ελαφρά τη συνειδήσει: χωρίς τύψεις συνειδήσεως: Μερικοί ~ ~ λησμονούν τον λόγο που έδωσαν., καθησυχάζω τη συνείδησή (μου) βλ. καθησυχάζω, με τύπτει η συνείδηση βλ. τύπτω [< αρχ. συνείδησις ‘γνώση, συναίσθηση’, γαλλ. conscience]
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ