ήττα [ἧττα] ήτ-τα ουσ. (θηλ.): αρνητικό αποτέλεσμα αναμέτρησης, συνήθ. αθλητικής, εκλογικής ή πολεμικής, ή γενικότ. αποτυχία προσπάθειας: αναπάντεχη/βαριά/εθνική/οδυνηρή/οριστική/συντριπτική/ταπεινωτική ~. ~ του κόμματος/της ομάδας. Αξιοπρεπής ~ (= ~ με το κεφάλι ψηλά). Τρεις ~ες σε ισάριθμους αγώνες.|| Διπλωματική/προσωπική ~ (βλ. ατυχία, ΑΝΤ. επιτυχία). ΑΝΤ. νίκη ● ΦΡ.: έφαγα ήττα (νεαν. αργκό): απέτυχα ή ταλαιπωρήθηκα: ~ ~ στις εξετάσεις (του μαθήματος). Πβ. την πάτησα.|| Φάγαμε (μεγάλη) ~ περιμένοντας το λεωφορείο μισή ώρα μέσα στο κρύο! Πβ. έφαγα πακέτο. [< αρχ. ἧττα]
ατυχία
ατυχία[ἀτυχία] α-τυ-χί-α ουσ. (θηλ.) 1. κακή τύχη: Με δέρνει/με κυνηγάει μεγάλη ~ τελευταία (= γκαντεμιά, γκίνια, γρουσουζιά)! Η ~ χτύπησε την πόρτα του. Τι ~! τον καημένο, τι του ΄μελε να πάθει! Έχασε το χρυσό μετάλλιο από καθαρή ~. Είχαμε την ~ να ... ΣΥΝ. κακοτυχία ΑΝΤ. καλοτυχία 2. δυσάρεστο γεγονός: Με βρήκαν πολλές ~ες τα τελευταία χρόνια. Βλ. αποτυχία, ήττα.|| Η ~ (= το ατύχημα) ήταν ότι ... ΣΥΝ. αναποδιά (1) ● ΦΡ.: τυχερός (μέσα) στην ατυχία του βλ. τυχερός [< αρχ. ἀτυχία]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.