Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ήττα [ἧττα] ήτ-τα ουσ. (θηλ.): αρνητικό αποτέλεσμα αναμέτρησης, συνήθ. αθλητικής, εκλογικής ή πολεμικής, ή γενικότ. αποτυχία προσπάθειας: αναπάντεχη/βαριά/εθνική/οδυνηρή/οριστική/συντριπτική/ταπεινωτική ~. ~ του κόμματος/της ομάδας. Αξιοπρεπής ~ (= ~ με το κεφάλι ψηλά). Τρεις ~ες σε ισάριθμους αγώνες.|| Διπλωματική/προσωπική ~ (βλ. ατυχία, ΑΝΤ. επιτυχία). ΑΝΤ. νίκη ● ΦΡ.: έφαγα ήττα (νεαν. αργκό): απέτυχα ή ταλαιπωρήθηκα: ~ ~ στις εξετάσεις (του μαθήματος). Πβ. την πάτησα.|| Φάγαμε (μεγάλη) ~ περιμένοντας το λεωφορείο μισή ώρα μέσα στο κρύο! Πβ. έφαγα πακέτο. [< αρχ. ἧττα]

ατυχία

ατυχία[ἀτυχία] α-τυ-χί-α ουσ. (θηλ.) 1. κακή τύχη: Με δέρνει/με κυνηγάει μεγάλη ~ τελευταία (= γκαντεμιά, γκίνια, γρουσουζιά)! Η ~ χτύπησε την πόρτα του. Τι ~! τον καημένο, τι του ΄μελε να πάθει! Έχασε το χρυσό μετάλλιο από καθαρή ~. Είχαμε την ~ να ... ΣΥΝ. κακοτυχία ΑΝΤ. καλοτυχία 2. δυσάρεστο γεγονός: Με βρήκαν πολλές ~ες τα τελευταία χρόνια. Βλ. αποτυχία, ήττα.|| Η ~ (= το ατύχημα) ήταν ότι ... ΣΥΝ. αναποδιά (1) ● ΦΡ.: τυχερός (μέσα) στην ατυχία του βλ. τυχερός [< αρχ. ἀτυχία]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.