Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • ίδρωμα [ἵδρωμα] ί-δρω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): το αποτέλεσμα του ιδρώνω: ~ των χεριών. Πβ. εφίδρωση. Βλ. εξ~. [< αρχ. ἵδρωμα ‘ιδρώτας’]