ίσιος , ια, ιο [ἴσιος] ί-σιος επίθ. & (προφ.) ίσος 1. που δεν έχει κλίση, δεν σχηματίζει καμπύλες, γωνίες: ~ια: γραμμή (= ευθεία. ΑΝΤ. καμπύλη, λοξή, τεθλασμένη)/επιφάνεια (ΑΝΤ. κοίλη, κυρτή). ~ιο: έδαφος. Πβ. επίπεδος, ομαλός. ΑΝΤ. ανώμαλος.|| ~ια: κοιλιά/μύτη (ΑΝΤ. γαμψή). ~ιο: κορμί (= ευθυτενές). ~ια: δόντια/πόδια. ΑΝΤ. στραβός.|| ~ια: μαλλιά (ΑΝΤ. κατσαρά, σγουρά, σπαστά). Πβ. ολόισιος.2. (μτφ., για πρόσ.) που έχει αίσθηση του δικαίου, ευθύτητα, ειλικρινή και έντιμη συμπεριφορά απέναντι στους άλλους: ~ιος: άνθρωπος/χαρακτήρας. Πβ. ενάρετος, ηθικός, ντόμπρος.|| (κατ' επέκτ.) ~ια: απάντηση. ΣΥΝ. ευθύς (2) ● επίρρ.: ίσια1. σε ευθεία γραμμή: Σήκωσέ το ~ πάνω.2. ίσα: Κοίτα ~ μπροστά σου. Προχωρήστε ~ μπροστά. Πβ. ευθεία. ΑΝΤ. λοξά.|| Στάσου ~ (= σε όρθια στάση).|| Έφυγε ~ (= αμέσως, απευθείας) για το σπίτι. Πβ. κατευθείαν. ● ΣΥΜΠΛ.: ίσιος δρόμος (μτφ.): σωστός, ηθικός τρόπος ζωής: Παίρνω τον ~ιο ~ο. Βάζω/ξαναφέρνω κάποιον στον ~ιο ~ο. Πβ. ευθεία οδός. Βλ. (παίρνω τον) κακό/στραβό δρόμο. ● ΦΡ.: στα ίσ(ι)α βλ. ίσος [< μεσν. ίσιος]
ίσος
ίσος, η, ο [ἴσος] ί-σος επίθ. 1. που έχει τα ίδια χαρακτηριστικά στοιχεία με κάποιον ή κάτι άλλο: ~η: έκταση. ~ο: βάρος. ~οι: όγκοι. ~ες: διαστάσεις/ποσότητες. ~α: μερίδια. ~ σε αριθμό (= ισάριθμος)/μέγεθος (= ισομεγέθης)/μήκος (= ισομήκης)/ύψος (= ισοϋψής). Διαιρώ/κόβω/χωρίζω κάτι σε ~α μέρη. Είναι ~οι στο ανάστημα/στη δύναμη/στην ταχύτητα.|| (ΓΕΩΜ.) ~ες: γωνίες. ~α: κλάσματα/τρίγωνα. Το τετράγωνο έχει και τις τέσσερις πλευρές του ~ες μεταξύ τους.|| Ένα κιλό είναι ~ο με χίλια γραμμάρια (= ισούται).|| (ίδιος για όλους) ~η: μεταχείριση. ~η αμοιβή για ~η εργασία. ~ες ευκαιρίες. Αγωνίζομαι για/διεκδικώ ~α δικαιώματα. Πβ. ισοδύναμος, ισότιμος, όμοιος. ΑΝΤ. άνισος.2. (ειδικότ. για πρόσ.) που έχει τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις, που βρίσκεται στην ίδια κατάσταση με κάποιον άλλον: Όλοι οι πολίτες είμαστε ~οι απέναντι στον νόμο (πβ. ισόνομος). Τον θεωρώ ~ο μου και τον σέβομαι (πβ. ισάξιος).3. (προφ.) ίσιος, ευθύς, ομαλός: ~ος: δρόμος. Το έδαφος δεν είναι ~ο. Πβ. επίπεδος. ● ΦΡ.: επί ίσοις όροις (λόγ.) & με ίσους όρους: ισότιμα, χωρίς διακρίσεις: αντιμετώπιση/μεταχείριση/συμμετοχή ~ ~. Διαγωνίζονται/συνδιαλέγονται ~ ~. Αντικειμενική και ~ ~ ενημέρωση., ίσα βάρκα, ίσα νερά (παροιμ.): χωρίς οικονομικές απώλειες αλλά και χωρίς κέρδη: Ο απολογισμός του ταμείου είναι ~ ~. Πβ. (μου) έρχεται μία η άλλη., πρώτος μεταξύ ίσων: πρόσωπο που είναι επικεφαλής ομάδας ατόμων, τα οποία έχουν τα ίδια δικαιώματα ή την ίδια εξουσία με αυτόν. [< λατ. primus inter pares] , σαν/ως ίσος προς ίσο(ν): με ισότητα, χωρίς να μειονεκτεί ο ένας έναντι του άλλου: Μιλάω (με/σε κάποιον) ~ ~. ΣΥΝ. ισότιμα, στα ίσ(ι)α (προφ.) 1. σε ίση ποσότητα, σε ίσα μέρη: Μοιράζω ~ ~.2. ευθέως, χωρίς περιστροφές: Του μίλησα ~ ~. Πες μου ~ ~ τι θέλεις! Αντιμετωπίζω κάποιον ~ ~. Πβ. καταπρόσωπο, κατά-μουτρα, -φατσα.|| (αργκό) Την πέφτω (σε κάποιον) ~ ~ (= κάνω καμάκι).3. σαν ίσος προς ίσο: Τον κόντραρε/πάλεψε ~ ~. Παίζει ~ ~ τον αντίπαλο του.4. για δήλωση ισοπαλίας: Δύο λεπτά πριν από το τέλος ο αγώνας ήρθε ~ ~. Η ομάδα ξανάφερε το παιχνίδι ~ ~.5. σε ευθεία γραμμή: Γλίτωσε το ατύχημα, γιατί ξανάφερε το αυτοκίνητο/τιμόνι ~ ~ (= το ίσιωσε). Ο πίνακας/τοίχος δεν είναι ~ ~ του (= είναι στραβός)., (κρατώ/τηρώ) ίσες αποστάσεις βλ. απόσταση, ανταποδίδω/αποδίδω τα ίσα βλ. ανταποδίδω, όλα τα δάχτυλα (του χεριού) δεν είναι ίδια/ίσα βλ. δάχτυλο, σε ανώτερη/ίδια/ίση/καλύτερη/κατώτερη/χειρότερη μοίρα (με κάποιον/κάτι) βλ. μοίρα ● βλ. ίσα1, ίσο [< αρχ. ἴσος]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.