Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ίσως [ἴσως] ί-σως επίρρ.: είναι πιθανό: Ρώτησέ τον· ~ (να) ξέρει. ~ δεν έπρεπε να ... ~ να μη μάθουμε ποτέ τι έγινε. Είναι ~ ο πιο καλός άνθρωπος που έχω γνωρίσει. ΣΥΝ. ενδέχεται, ενδεχομένως, μπορεί, πιθανώς, τυχόν (1) ΑΝΤ. οπωσδήποτε (1), σίγουρα ● ΦΡ.: ίσως ναι, ίσως όχι: σε περιπτώσεις που δεν είμαστε σίγουροι για κάτι: Θα έρθεις; ~ ~, εξαρτάται., όταν/αν ίσως: σε περίπτωση που συμβεί κάτι, αν και θεωρείται λίγο απίθανο: Θα καταλάβει το λάθος του, όταν ~ θα είναι πολύ αργά. Αν ~ σε ρωτήσουν πού είμαι, να τους πεις ότι δεν γνωρίζεις. [< αρχ. ἴσως]