Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 14 εγγραφές  [0-14]


  • αέριο [ἀέριο] α-έ-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {αερί-ου | -ων}: κατάσταση ή φάση της ύλης κατά την οποία τα άτομα συνδέονται ασθενώς· σώμα που διαχέεται ακαθόριστα, καταλαμβάνοντας όλο τον χώρο στον οποίο εισάγεται ή περιέχεται: άοσμο/αποπνικτικό/άχρωμο/δακρυγόνο/δηλητηριώδες/δύσοσμο/εκρηκτικό/εύφλεκτο/καύσιμο/καυστικό/προωθητικό/πτητικό (: που εξαερώνεται γρήγορα)/ραδιενεργό/τοξικό ~. Θειούχα/φθοριούχα/φυσικά/χημικά ~α. ~α καύσης (πβ. απ-, καπν-αέρια). Εκπομπή ~ων. Κινητική θεωρία/νόμοι των ~ων. Βλ. βιο~, υγρ~, υδρ~, φωτ~, στερεό, υγρό. ● ΣΥΜΠΛ.: αέρια του θερμοκηπίου & θερμοκηπιακά αέρια: τα αέρια συστατικά της ατμόσφαιρας (κυρ. το διοξείδιο του άνθρακα, το μεθάνιο και οι υδρατμοί) που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου: αύξηση/εκπομπές/μείωση των ~ων ~. [< αγγλ. greenhouse gases] , εντερικά αέρια/αέρια (του εντέρου): ΙΑΤΡ. αυτά που σχηματίζονται στο έντερο με τη ζύμωση των τροφών και μέρος τους αποβάλλεται από τον πρωκτό· (ευφημ.) πορδές: Τα περισσότερα ~ ~ παράγονται από την πέψη των υδατανθράκων.|| Έχει βαρυστομαχιά και ~., ευγενή/αδρανή/σπάνια αέρια: ΧΗΜ. στοιχεία που σχηματίζουν πολύ λίγες χημικές ενώσεις: Τα ~ ~ (: αργό, ήλιο, κρυπτό, νέον, ξένο, ραδόνιο) αποτελούν τη μηδενική ομάδα του περιοδικού πίνακα. [< γαλλ. inerte, noble, rare gaz] , ιδανικό αέριο & (σπάν.) τέλειο αέριο: ΦΥΣ.-ΧΗΜ. υποθετικό αέριο στο οποίο δεν ασκούνται δυνάμεις έλξης μεταξύ των μορίων. [< αγγλ. ideal gas] , υγροποιημένο αέριο πετρελαίου: υγραέριο. [< αγγλ. Liquefied Petroleum Gas - LPG, 1943, γαλλ. gaz de pétrole liquéfié] , υγροποιημένο φυσικό αέριο (συντομ. ΥΦΑ): ΧΗΜ. που ψύχεται σε πολύ χαμηλή θερμοκρασία, προκειμένου να μετατραπεί σε υγρό, ώστε να διευκολύνεται η αποθήκευση και μεταφορά του. [< αγγλ. Liquefied Natural Gas - LNG, 1940, γαλλ. gaz naturel liquéfié] , φυσικό αέριο: ΧΗΜ. μείγμα αέριων κορεσμένων υδρογονανθράκων που χρησιμοποιείται ως (οικολογικό) καύσιμο και ως πρώτη ύλη της χημικής βιομηχανίας: αγωγός ~ού ~ου (πβ. αεριαγωγός). Βλ. μεθάνιο. [< γαλλ. gaz naturel, αγγλ. natural gas] , χημικά/πολεμικά αέρια: ΣΤΡΑΤ. αέριες ή υγρές χημικές ουσίες που βλάπτουν τον ανθρώπινο οργανισμό και χρησιμοποιούνται ως όπλο στον πόλεμο: Μάσκες που προστατεύουν από ~ ~. [< αγγλ. war gas, 1934, γαλλ. gaz de combat] , αέριο του γέλιου βλ. υποξείδιο του αζώτου, αέριο της μουστάρδας βλ. μουστάρδα, αντιασφυξιογόνα/αντιασφυξιογόνος μάσκα & μάσκα αερίων βλ. αντιασφυξιογόνος, ασφυξιογόνα (αέρια) βλ. ασφυξιογόνος, θάλαμος αερίων βλ. θάλαμος, κροτούν αέριο βλ. κροτεί [< γαλλ. gaz]
  • αεριο- & αερι- : α' συνθετικό ουσιαστικών που δηλώνει ότι κάτι δημιουργείται από αέρια ή κινείται με εκτόξευσή τους: αεριο-στρόβιλος. Αερι-ωθούμενο.
  • αεριογεννήτρια [ἀεριογεννήτρια] α-ε-ρι-ο-γεν-νή-τρι-α ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή που παράγει καύσιμο αέριο: ~ες αερίου ή νερού/ακετυλενίου. ΣΥΝ. αεριογόνο [< γαλλ. gazogène]
  • αεριογόνος , α/ος, ο [ἀεριογόνος] α-ε-ρι-ο-γό-νος επίθ.: που σχηματίζει ή παράγει αέρια: (ΙΑΤΡ.) ~ος: γάγγραινα/ψευδομονάδα. ~οι: βάκιλοι. ~α: βακτηρίδια.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ος: συσκευή. Βλ. -γόνος. ● Ουσ.: αεριογόνο (το): ΤΕΧΝΟΛ. αεριογεννήτρια.
  • αεριοποίηση [ἀεριοποίηση] α-ε-ρι-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. μετατροπή στερεού ή υγρού στοιχείου, κυρ. άνθρακα, σε αέριο: ~ βιομάζας/υγροποιημένου φυσικού αερίου. Θερμική επεξεργασία απορριμμάτων (καύση, πυρόλυση, ~). Βλ. ατμο-, υγρο-ποίηση. ΣΥΝ. εξαερίωση [< γαλλ. gazéification]
  • αεριοποιητής [ἀεριοποιητής] α-ε-ρι-ο-ποι-η-τής ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. αντιδραστήρας που μετατρέπει στερεά ή υγρά σε αέρια: ~ές θαλάσσιου νερού/καύσης. [< αγγλ. gasifier]
  • αεριοποιώ [ἀεριοποιῶ] α-ε-ρι-ο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {αεριοποι-εί | αεριοποί-ησε, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, συνήθ. μεσοπαθ.}: ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. προκαλώ αεριοποίηση: ~ημένα: καύσιμα. Βλ. εξαερώνω, ρευστο-, στερεο-, υγρο-ποιώ. [< γαλλ. gazéifier]
  • αεριοπροώθηση βλ. αεριώθηση
  • αεριοπροωθούμενος , η, ο βλ. αεριωθούμενος
  • αέριος , α, ο [ἀέριος] α-έ-ρι-ος επίθ. {-ου (λόγ.) -ίου} 1. (επιστ.) που έχει τη μορφή αερίου: ~α: κατάσταση. ~ο: άζωτο. ~ες: ενώσεις. ~α: απόβλητα/καύσιμα. ~οι: υδρογονάνθρακες. Εκπομπή ~ων ρύπων.|| ~ος: χρωματογράφος (: ανιχνεύει ή αναλύει αέρια). Πβ. αερ(ι)ώδης. 2. που αποτελείται από αέρα: (ΜΕΤΕΩΡ.) ~ες ψυχρές μάζες. ~α: ρεύματα/στρώματα. ● ΣΥΜΠΛ.: αέριος γίγαντας βλ. γίγαντας [< αρχ. ἀέριος, γαλλ. gazeux]
  • αεριοστροβιλικός , ή, ό [ἀεριοστροβιλικός] α-ε-ρι-ο-στρο-βι-λι-κός επίθ.: ΜΗΧΑΝΟΛ. που αναφέρεται ή ανήκει στον αεριοστρόβιλο: ~ός: αντιδραστήρας/σταθμός. ~ές μονάδες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.
  • αεριοστρόβιλος [ἀεριοστρόβιλος] α-ε-ρι-ο-στρό-βι-λος ουσ. (αρσ.) & αεροστρόβιλος: ΜΗΧΑΝΟΛ. θερμικός κινητήρας που μετατρέπει την ενέργεια συμπιεσμένου και θερμού καύσιμου αερίου σε μηχανική: αεροπορικός/βιομηχανικός/ναυτικός ~. ~ ανοικτού/κλειστού κυκλώµατος. Βλ. στροβιλοαντιδραστήρας, τουρμπίνα.|| (κ. ως επίθ.) ~οι κινητήρες. [< αγγλ. gas-turbine, 1904]
  • αεριούχος , α/ος, ο [ἀεριοῦχος] α-ε-ρι-ού-χος επίθ. (επίσ.): που περιέχει διαλυμένο αέριο, συνήθ. διοξείδιο του άνθρακα: ~ο: αναψυκτικό/(μεταλλικό) νερό. ~α: κρασιά/οξέα.|| (ως ουσ.) Αποφεύγει τα ~α (ενν. ποτά· βλ. γκαζόζα). Πβ. ανθρακούχος. Βλ. -ούχος2. [< γαλλ. gazeux]
  • αεριοφυλάκιο [ἀεριοφυλάκιο] α-ε-ρι-ο-φυ-λά-κι-ο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. δοχείο αποθήκευσης ή μεταφοράς καύσιμων αερίων σε συνθήκες σταθερής πίεσης: ~α πλοίων. Το βιοαέριο συλλέγεται σε ~. Βλ. αεροφυλάκιο, -φυλάκιο. [< αγγλ. gasholder]

αεριώθηση

αεριώθηση[ἀεριώθηση] α-ε-ρι-ώ-θη-ση ουσ. (θηλ.) & αεριοπροώθηση: ΤΕΧΝΟΛ. προώθηση (συνήθ. αεροσκάφους) με εκτόξευση προς τα πίσω αερίων υψηλής πίεσης και ταχύτητας. [< αγγλ. jet propulsion, 1944]

αεριωθούμενος

αεριωθούμενος, η, ο [ἀεριωθούμενος] α-ε-ρι-ω-θού-με-νος επίθ. & αεριοπροωθούμενος: που προκαλεί ή κινείται με αεριώθηση: ~ος: κινητήρας/πύραυλος. ● Ουσ.: αεριωθούμενο (το) {-ου (λόγ.) -ένου}: ΤΕΧΝΟΛ. τύπος στρατιωτικού ή πολιτικού αεροπλάνου που η προώθησή του γίνεται με κινητήρα αεριώθησης: επιβατικό/μαχητικό ~. ΣΥΝ. τζετ (1) [< αγγλ. jet (propelled)]

αεροφυλάκιο

αεροφυλάκιο[ἀεροφυλάκιο} α-ε-ρο-φυ-λά-κι-ο ουσ. (ουδ.): δοχείο ή άλλο μέσο συγκέντρωσης ή αποθήκευσης αέρα: αεροσυμπιεστής με ~. Πβ. αεροθάλαμος. Βλ. αεριοφυλάκιο, δεξαμενή, -φυλάκιο. [< αγγλ. air chamber]

αντιασφυξιογόνος

αντιασφυξιογόνος, ος/α, ο [ἀντιασφυξιογόνος] α-ντι-α-σφυ-ξι-ο-γό-νος επίθ.: συνήθ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: αντιασφυξιογόνα/αντιασφυξιογόνος μάσκα & μάσκα αερίων & προσωπίδα αερίων: ΤΕΧΝΟΛ. που προστατεύει κυρ. από τα ασφυξιογόνα αέρια. [< αγγλ. gas mask, 1915]

ασφυξιογόνος

ασφυξιογόνος, ος, ο [ἀσφυξιογόνος] α-σφυ-ξι-ο-γό-νος επίθ.: που προκαλεί ασφυξία: ~ος: ουσία. Βλ. αντι~, -γόνος. ● ΣΥΜΠΛ.: ασφυξιογόνα (αέρια): που προξενούν ερεθισμό και αναπνευστικά προβλήματα: έκθεση σε ~ ~. Βλ. δακρυγόνο, μονοξείδιο του αζώτου, φωσγένιο, χημικό, χλώριο. [< γαλλ. asphyxiant, αγγλ. asphyxiating]

ατμο- & ατμό-

ατμο- & ατμό-& ατμ-: α' συνθετικό ουσιαστικών και επιθέτων με αναφορά στον ατμό: ατμο-ηλεκτρικός. Ατμό-πλοιο. Ατμ-άμαξα.

γίγαντας

γίγανταςγί-γα-ντας ουσ. (αρσ.) {γιγάντ-ων} ΑΝΤ. νάνος 1. άνθρωπος με σωματική διάπλαση και δύναμη που ξεπερνά κατά πολύ τον μέσο όρο και γενικότ. οτιδήποτε έχει ασυνήθιστα μεγάλο μέγεθος: μωρό-~. Οι ~ες της άρσης βαρών. Πβ. θηρίο, τιτάνας.|| Καλαμάρι/σκορπιός/χελώνα ~. ΣΥΝ. γίγας (1) 2. (μτφ., για πρόσ., εταιρεία, οργανισμό) που διακρίνεται για τη δυναμική του παρουσία σε έναν χώρο: βιομηχανικός/ενεργειακός/οικονομικός/πετρελαϊκός/πνευματικός/πολιτικός/πολυεθνικός/τραπεζικός ~ (πβ. κολοσσός). (Οι) ~ες της διανόησης/της επιστήμης/της λογοτεχνίας/των ΜΜΕ (= μεγιστάνες)/της μουσικής/της πληροφορικής/του πνεύματος/της τέχνης (βλ. μύθος). Μάχη/σύγκρουση/συγχώνευση/συμμαχία/συμφωνία/συνεργασία ~ων. Φονέας ~ων (: που καταφέρνει να υπερισχύσει ενός πολύ ισχυρού αντιπάλου). Πβ. ιερά τέρατα.|| (νεαν. αργκό, ως προσφών. μεταξύ ανδρών:) Πού είσαι ρε ~α; ΣΥΝ. τιτάνας 3. ΜΥΘ.-ΛΑΟΓΡ. (κ. με κεφαλ. το αρχικό Γ) ανθρωπόμορφο ή τερατόμορφο ον με υπερφυσικό μέγεθος και δύναμη: η μάχη των Ολυμπίων με τους ~ες (: γιγαντομαχία).|| (σε παραμύθια κ. μύθους) Νάνοι, ~ες και ξωτικά.γίγαντες (οι): ΒΟΤ. μεγάλα άσπρα φασόλια (σπόροι) και κατ’ επέκτ. το σχετικό λαδερό φαγητό: ~ και άλλα όσπρια.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ες γιαχνί/πλακί/στον φούρνο. Πβ. ελέφαντες. ● ΣΥΜΠΛ.: αέριος γίγαντας: ΑΣΤΡΟΝ. μεγάλος πλανήτης από αέριο κυρ. υλικό, που θεωρείται ότι περιβάλλει έναν στερεό πυρήνα· ειδικότ. καθένας από τους τέσσερις μεγαλύτερους πλανήτες του ηλιακού μας συστήματος (Δίας, Κρόνος, Ουρανός, Ποσειδώνας). [< αγγλ. gas giant, 1952] , κοιμισμένος/κοιμώμενος γίγαντας (μτφ.): (για κράτος, εταιρεία) που αποτελεί μεγάλη δύναμη, η οποία, όμως, μένει αδρανής για μεγάλο χρονικό διάστημα: το ξύπνημα του ~ου ~α (της οικονομίας)., κόκκινος/ερυθρός γίγαντας: ΑΣΤΡΟΝ. αστέρας μεγάλων διαστάσεων με επιφανειακή θερμοκρασία χαμηλότερη από αστέρες ανάλογου μεγέθους και ερυθρά απόχρωση. [< αγγλ. red giant, 1929] , αγαθός γίγαντας βλ. αγαθός [< 1: μεσν. γίγαντας, αγγλ. giant, γαλλ. géant]

-γονος

-γονος: λεξικό επίθημα ουσιαστικών που αναφέρονται σε συγκεκριμένη σχέση καταγωγής: αρχέ~/επί~/πρό~. Οι από-γονοι (= οι επιγενόμενοι).|| Πρωτό~.

εξαερώνω

εξαερώνω[ἐξαερώνω] ε-ξα-ε-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {εξαέρω-σα, -θηκε, -θεί, -μένος} 1. ΦΥΣ. μετατρέπω κάτι σε αέρα ή αέριο: Η θερμότητα ~ει τα υγρά. Καθαριστικό που ~εται γρήγορα (πβ. ξεθυμαίνω). ~μένο: νερό. Πβ. ατμοποιώ, εξατμίζω, εξαχνώνω. Βλ. αεριοποιώ. 2. ΤΕΧΝΟΛ. αφαιρώ αέρα από το εσωτερικό μηχανής ή εγκατάστασης για τη διευκόλυνση της λειτουργίας της: ~ τα καλοριφέρ. 3. {κυρ. μεσοπαθ.} (μτφ.) εξαφανίζω: Δισεκατομμύρια ευρώ ~θηκαν από τα ταμεία. Πβ. εξανεμίζω. [< 1: αρχ. ἐξαερῶ]

θάλαμος

θάλαμοςθά-λα-μος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -άμου} 1. κλειστή κατασκευή ή χώρος μικρών σχετικά διαστάσεων με συγκεκριμένη χρήση: ~ καύσης απορριμμάτων (πβ. κλίβανος). ~ δοκιμών. Ψυκτικός ~ συντήρησης. Στεγανός ~ με ρυθμιζόμενη πίεση αέρα. Αεροστεγής ~ μέτρησης. ~οι ψυγείων. (ΦΥΣ. ΠΥΡ.) ~ ασφαλείας χημικών αντιδραστηρίων/φυσαλίδων υδρογόνου. ~ (ΒΟΤ.) επώασης σπόρων/(ΦΥΣ.) κενού. Θερμοκρασία ~άμου. Βλ. θερμο~.|| Τηλεφωνικός ~ (παλαιότ.). ~ επιβατών/πληρώματος. ~ ανελκυστήρα (= καμπίνα)/αυτοκινήτου (πβ. κλωβός)/διακυβέρνησης (= πιλοτήριο, κόκπιτ)/οδήγησης/πλοήγησης/της σάουνας (πβ. κουβούκλιο). ~ ελέγχου αεροσκάφους. ~ αποσυμπίεσης (π.χ. για δύτες, πιλότους, αστροναύτες). Βλ. αερο~, ραδιο~. 2. μεγάλη αίθουσα νοσοκομείου, στρατώνα ή φυλακής, συνήθ. κοιτώνας: (ΙΑΤΡ.) ~ αρνητικής πίεσης (: για αρρώστους με μολυσματικές ασθένειες όπου ο κυκλοφορούμενος αέρας δεν απελευθερώνεται σε άλλους χώρους)/ασθενών/επειγόντων περιστατικών/νεογνών/τοκετού. ~ βραχείας νοσηλείας έξι κλινών. ~ απομόνωσης (στη ΜΕΘ). Βλ. προ~.|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ οπλιτών. ~ με πενήντα κρεβάτια. (συνεκδ.) Όλος ο ~ μιλούσε για ...|| Ο ~ Επιχειρήσεων του Λιμενικού. 3. ΑΡΧΑΙΟΛ. κτιστός υπόγειος τάφος: νεκρικός/ταφικός ~. Βλ. θησαυρός1, νεκρο~. 4. ΑΝΑΤ. κοιλότητα: ο οπίσθιος/πρόσθιος ~ του οφθαλμικού βολβού. Πβ. θαλάμη. ● ΣΥΜΠΛ.: θάλαμος αερίων 1. ΙΣΤ. ειδικός χώρος σε ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, μέσα στον οποίο γίνονταν μαζικές θανατώσεις κρατουμένων με χρήση δηλητηριωδών αερίων: ~οι ~ και κρεματόρια/φούρνοι. Βλ. ολοκαύτωμα. 2. (μτφ.) περιοχή με μολυσμένη και αποπνικτική ατμόσφαιρα εξαιτίας της αυξημένης συγκέντρωσης αέριων ρύπων. [< αγγλ. gas chamber, 1945] , οπτικός θάλαμος & θάλαμος: ΑΝΑΤ. καθένας από τους δύο σχηματισμούς από φαιά ουσία που αναμεταδίδουν αισθητικά ερεθίσματα προς τον εγκεφαλικό φλοιό. [< γαλλ.-αγγλ. thalamus] , σκοτεινός θάλαμος ΦΩΤΟΓΡ. 1. σκοτεινό δωμάτιο με ειδικά εξαρτήματα, λεκάνες με χημικά εμφάνισης, εκτυπωτική μηχανή, και εξαερισμό μέσα στο οποίο γίνεται εμφάνιση και εκτύπωση φιλμ. Πβ. εμφανιστήριο.|| ψηφιακός ~ ~. 2. βασικό τμήμα της παραδοσιακής φωτογραφικής μηχανής με τη μορφή μικρού κουτιού με μαύρα εσωτερικά τοιχώματα, στη μια πλευρά του οποίου υπάρχει άνοιγμα, όπου εφαρμόζεται ο συγκεντρωτικός φακός. Βλ. διάφραγμα, φωτοφράκτης. [< γαλλ. chambre noire] , θάλαμος ιονισμού βλ. ιονισμός [< 1,2,3: αρχ. θάλαμος 1,2,4: γαλλ. chambre, αγγλ. chamber]

κροτεί

κροτεί[κροτεῖ] κρο-τεί ρ. (αμτβ.) {μτχ. ουδ. κροτ-ούν} (αρχαιοπρ.): παράγει κρότο: ~ούν τα βεγγαλικά και τα βαρελότα. ● ΣΥΜΠΛ.: κροτούν αέριο: ΧΗΜ. εκρηκτικό μείγμα υδρογόνου και οξυγόνου. [< αρχ. κροτῶ]

μεθάνιο

μεθάνιομε-θά-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. άχρωμο, άοσμο και εύφλεκτο αέριο (CH4), κορεσμένος υδρογονάνθρακας, που απαντά στα ανθρακωρυχεία ως συστατικό του φυσικού αερίου, αλλά και ως προϊόν αποσύνθεσης οργανικής ύλης ή βιομηχανικής παραγωγής και χρησιμοποιείται ως καύσιμο. Βλ. αλκάνια, -άνιο, (τρι)χλωρο~. [< γαλλ. méthane < méth(ylène) + -ane, αγγλ. methane]

μουστάρδα

μουστάρδαμου-στάρ-δα ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. αρτυματική ύλη με πικάντικη γεύση που παρασκευάζεται από σπόρους λευκού σιναπιού: δυνατή ~. Κρέμα/σάλτσα/σκόνη/σος ~ας. Βλ. κέτσαπ, μαγιονέζα. 2. σκόνη από σπόρους μαύρου σιναπιού με τονωτικές, θεραπευτικές ιδιότητες που χρησιμοποιείται στη φαρμακευτική και την ιατρική. ● ΣΥΜΠΛ.: αέριο της μουστάρδας: ΧΗΜ. υπερίτης. [< αγγλ. mustard gas, 1917] [< ιταλ. mostarda]

-ούχος<sup>2</sup>

-ούχος<sup>2</sup>, α/ος, ο: επίθημα λόγιων επιθέτων με αναφορά σε συγκεκριμένο συστατικό του προσδιοριζόμενου: αερι~/αλκοολ~/ανθρακ~/βιταμιν~/θει~/πρωτεϊν~/φωσφορ~/χλωρι~.

στροβιλοαντιδραστήρας

στροβιλοαντιδραστήραςστρο-βι-λο-α-ντι-δρα-στή-ρας ουσ. (αρσ.): ΜΗΧΑΝΟΛ. κινητήρας στον οποίο η ωστική δύναμη προκύπτει ως αντίδραση από την εκτόξευση θερμής μάζας αερίων προς την αντίθετη κατεύθυνση με πολύ μεγάλη ταχύτητα. Βλ. αεριοστρόβιλος, τουρμπίνα. [< αγγλ. turbojet (engine), 1944]

υποξείδιο

υποξείδιο[ὑποξείδιο] υ-πο-ξεί-δι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. οξείδιο με χαμηλότερη από το φυσιολογικό περιεκτικότητα σε οξυγόνο: ~ του αζώτου (= νιτρώδες οξείδιο, αέριο του γέλιου, σύμβ. σύμβ. Ν2Ο)/άνθρακα (σύμβ. C3O2)/του χαλκού. Πβ. πρωτοξείδιο [< αγγλ. suboxide, αγγλ. nitrous oxide = laughing gas]